Τι μας μαθαίνουν οι εξωγήινοι για την πολιτική

alien_invasion_by_robertcopu-d3cq6ntΓράφει ο Πάνος Τσιρίδης

Ο Orson Welles ήταν μόλις 23 ετών το 1938 όταν προκάλεσε πανικό στις Ηνωμένες Πολιτείες με το «War of the Worlds» και την επικείμενη εισβολή των Αρειανών, στοχεύοντας κέντρο στο συλλογικό υποσυνείδητο. Τους τότε Αρειανούς τους είχαν σχεδιάσει σαν τεράστια καλαμάρια, καμία σχέση με τους φρικτούς, κοντούς, πράσινους κεφάλες της μεταπολεμικής ουφολογίας.

Εκείνη την εποχή, πριν αλλά κυρίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το ufo sci-fi κίνημα απέκτησε τα στερεοτυπικά στην ποπ κουλτούρα χαρακτηριστικά του: Οι εξωγήινοι έχουν υπέρτερη διάνοια, ίσως και τηλεπαθητικές ιδιότητες, πιο εξελιγμένη τεχνολογία, είναι επιθετικοί, αδίστακτοι εισβολείς με μονόχνωτο, ορθολογικό τρόπο σκέψης και εμμονή να αποικήσουν τον πλούσιο πλανήτη μας απομυζώντας τους πόρους του, είτε με τους κατοίκους της γης στην υπηρεσία τους είτε χωρίς αυτούς.

Δεν πέρασαν και λίγα οι άνθρωποι της εποχής: οικονομική καταστροφή, εξαθλίωση, πείνα, βομβαρδισμοί, καταστροφές, φρικτοί θάνατοι. Ανερμήνευτη υπαρξιακά τόση συντριβή, απόλυτη απώλεια του ελέγχου της ζωής και της αίσθησης της κοινότητας, φόβος και αγωνία της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης. Κάπου πρέπει να φορτώσουμε το «οικογενειακό» μίασμα για να συνεχίσουμε να προχωρούμε, κατά προτίμηση σε ένα ερπετόμορφο ανθρωποειδές που κατοικεί σε ένα βολικό πεδίο εκτός του κόσμου μας, στον εξωγήινο θύτη που γίνεται ταυτόχρονα το εξιλαστήριο θύμα των αμαρτιών μας. Συνέχεια

(Οι επαΐοντες θα πουν ότι αυτό δεν είναι) σοβαρή λογοτεχνία

ΕξΣτο μονόπρακτο αυτό ο Μπάμπης Αργυρίου έχει στείλει το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Έχω όλους τους δίσκους τους» σε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο. Μετά από δυο μήνες παίρνει τηλέφωνο να δει τι έγινε.*

ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ: Βουβό πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής (δεν τον ανεβάζω στη σκηνή επειδή το ύφος του είναι αμίμητο).
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Σαραντάρης, επαγγελματίας, καταθλιπτικός.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΟΓΙΑΣ: Εγώ, αόρατος  για τον υπεύθυνο. Όταν μιλάω, αυτός παγώνει (πρωτότυπο εύρημα).

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Γεια σου Μπάμπη. Πώς είσαι;… Τι κάνει ο Σ.;  Έχω καιρό να τον δω. Κλείσανε κι αυτοί, τι να πεις! Δώσ’ του χαιρετίσματα. Κατάσταση πραγμάτων!… Πάμε στα δικά σου… Λυπάμαι, δεν έχω ευχάριστα νέα. Εμένα το κείμενό σου μου άρεσε, δεν αποφασίζω όμως εγώ. Έχουμε μια ομάδα που αποτελείται από κριτικούς λογοτεχνίας, συγγραφείς και έμπειρους αναγνώστες που διαβάζουν και αξιολογούν τα μυθιστορήματα που μας υποβάλλονται. Η έκθεσή τους κανονικά δεν κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, αλλά, καθώς γνωριζόμαστε, θα σου μεταφέρω εν τάχει τις βασικές τους ενστάσεις: Πρώτον, θα μπορούσες να τα γράψεις σε λιγότερες σελίδες…
Γ.Σ.:… Σε αυτό το βιβλίο, με την ίδια ακριβώς λογική που μπορούν να κοπούν 50 σελίδες, μπορούν να κοπούν και 100 και 200. Αν δε σε πειράζει να καταστρέψεις την εσωτερική οικονομία του κειμένου, μπορείς να κάνεις τη μέγιστη οικονομία στο χαρτί.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:… η μανία σου με τις μουσικοφιλικές αναφορές  ίσως έχει ενδιαφέρον για τους γνώστες αλλά, πέρα από αυτούς, κάνει τον μέσο αναγνώστη να νιώθει μειονεκτικά και να μην μπορεί να ταυτιστεί.
Γ.Σ.:… Ο μέσος αναγνώστης δεν υπάρχει, κάτι βέβαια που δεν αποκλείει την τερατογένεση. Λέει ο Σίμος, ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, μιλώντας για το καλλιτεχνικό του όραμα: «Ο δικός μου κόσμος βρίσκεται πιο χαμηλά, στο ισόγειο, ίσως και στο υπόγειο. Σ’ αυτόν θ’ αφιερωθώ, θα προκαλέσω και θα εισπράξω την αντίδρασή του». Εδώ υπάρχει μια τεράστια πρόκληση που λογικά θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει: η δυνατότητα να διαβάσουν τον Αργυρίου άνθρωποι που δεν ανήκουν στο συνηθισμένο προφίλ του βιβλιόφιλου…
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: … Θα σου δώσω μια συμβουλή, το χιούμορ σου είναι μια χαρά για να το κάνεις με την παρέα σου ή στις δισκοκριτικές σου, αλλά δεν συνιστά λογοτεχνία. Η έφεσή σου δε για λεξιπλασίες (π.χ.»δισκοθετείν», «ομόλοξη κοινωνία», «ο όρκος του Αυτοσυγκράτη») μαρτυρά, το λιγότερο, ανωριμότητα…
Γ.Σ.… Αυτό που αισθητικά δεν σου «πηγαίνει» είναι πως ενώ το χιούμορ τού Αργυρίου τραβάει συνεχώς το χαλί της σοβαροφάνειας κάτω από τα πόδια των χαρακτήρων, της συγκρότησης δηλαδή της υποκειμενικότητάς τους,  αυτό δεν συμβαίνει με την ίδια την αφήγηση, η οποία παραμένει πεισματικά ρεαλιστική. Κάτι τέτοιο αποτελεί παράβαση του κανόνα που ορίζει τι θεωρείται σήμερα «πνευματώδες» μυθιστόρημα, και δυσκολεύει την ταξινόμηση του συγκεκριμένου βιβλίου…

Συνέχεια

Ο Γιώργος Στόγιας επιλέγει τα 20 καλύτερα τραγούδια για το 2013

Φλέρταρα σοβαρά με την ιδέα να μη φτιάξω φέτος την παραδοσιακή λίστα, να αγοράσω μελομακάρονα από το ζαχαροπλαστείο. Όχι μόνο η προσφορά έχει ξεπεράσει τη ζήτηση, αλλά και τα υλικά μου είναι μπαγιάτικα (τουλάχιστον αν ως «φρέσκοι» θεωρηθούν οι τελευταίοι ήχοι της μόδας). Το ψηστήρι από τους φίλους έγειρε την πλάστιγγα τελικά υπέρ της παλαιάς συνήθειας. Να λοιπόν τα 20 αγαπημένα μου τραγούδια για το 2013 με σχόλια αυστηρά έως 140 λέξεις στο καθένα. Αν θέλετε μπορείτε να ρίξετε εσείς περισσότερο σιρόπι. Στα hyperlinks υπάρχουν τα video, στο τέλος η λίστα ολόκληρη στο Mixcloud και σχεδόν ολόκληρη στο Spotify. Καλή ακρόαση…

Front Cover

20:   Rykarda Parasol – Take only what you can carry Η εβραϊκής καταγωγής οικογένειά της διέφυγε στην Αμερική. 60 χρόνια μετά, η ίδια κοιτά στο παρελθόν και με το “rock noir” της γνωρίζει επιτυχία στην Ανατολική Ευρώπη.

19: Jon Hopkins – Immunity Δύο διακριτοί κόσμοι: οι εκπληρωμένες επιθυμίες και οι ανικανοποίητες, αυτές που φοβήθηκα να κυνηγήσω. Εδώ, ο μουσικός χάρτης του τόπου συνάντησής τους.

18: Christopher Owens – Part of me Είναι ωραίο παιδί, έχει ταλέντο, φιλοδοξία και βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό. Τα κακά νέα: διέλυσε το υπέροχο γκρουπ του, τους Girls. Καλά νέα γιοκ, μόνο αυτό.

17: Julian Cope – They were on hard drugs  Mετά από μια σειρά δίσκων στα όρια της αντοχής των πιστών, η ιδεολογική σύγχυση παραμένει, αλλά οι ψαλμοί και τα ξόρκια έγιναν πάλι τραγούδια. Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει.

16: Janelle Monáe feat. Solange – Electric Lady Υπάρχει μια εκδίκηση του Καλού στο γεγονός ότι η νέα βασίλισσα της soul δεν είναι σεξοβόμβα, αλλά ξεπερνά τις ανταγωνίστριές της σε στιλ και καλλιτεχνική αυτονομία.

15: Madness – Never knew your name Η παρακμή τους ξεκίνησε όταν μαλάκωσαν τον ήχο τους. Μετά από τόσα χρόνια, επιτέλους έχουμε λόγο να τους απολαύσουμε δίχως το  ζαχαρωμένο αφροδισιακό της νοσταλγίας.

14: Neko Case – Nearly Midnight, Honolulu Η ψεύτικη υπόσχεση ότι το τραγούδι θα διασώσει τη μνήμη ηχεί αληθινή όσο διαρκεί, όπως το σπίρτο για το κοριτσάκι.  Το τέλος της Americana.

13: Daft Punk – Horizon  Ένα εκ των υστέρων soundtrack της παιδικής ηλικίας σε μικροαστική οικογένεια, σε μεγάλη πόλη της Δύσης, τη δεκαετία του ’70. Ακόμη κι αν η «αίσθηση της εποχής» είναι ψέμα.

12: Grant Hart – So Far from Heaven Το αδικημένο από την Ιστορία μισό των Hüsker Dü παίρνει τη σκυτάλη από τον Μίλτον και τον Μπάροουζ και ολοκληρώνει επιτυχώς μια προσωπική κούρσα αλλεπάλληλων πτώσεων.

11: Adrian Younge presents the Delfonics – Enemies Ο παλιός έβαλε μύθο και φωνή, ο νέος τα σύγχρονα beat, και οι δυο μαζί έγραψαν τραγούδια που κολλάνε στον εγκέφαλο σαν μια προσωπική τράπεζα από samples πρώτης ανάγκης.

10: Low- Just make it stop Ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξω γνώμη για τις μπάντες που υποτιμούσα τη δεκαετία του ’90. Έβαλαν και τον Jeff Tweedy στην παραγωγή, να μη μου αφήσουν πολλά περιθώρια…

9: Julia Holter – Hello stranger O Φελίνι είχε πει ότι ένα καλό μυθιστόρημα θα γίνει αναγκαστικά μια μέτρια ταινία. Εδώ μια απόδειξη ότι αυτό δεν ισχύει πάντα για τις διασκευές μεγάλων τραγουδιών.

8: Brian Eno – Mother of Violence Από το πολύ project, o Gabriel έχει γίνει περίγελος της κριτικής. Για να μην μπει στο κάδρο, ο Bowie δεν του έξυσε την πλάτη. Καλύτερα, τα νύχια του Eno είναι πιο κοφτερά.

7: Atoms For Peace – Before Your Very Eyes Το τελευταίο που χρειάζεστε είναι ένα ακόμη super-group. Μάλιστα, ο επικεφαλής Thom Yorke κάνει τα γνωστά φωνητικά ακροβατικά. Πριν βγάλετε αφρούς, ακούστε το.

6: Jill Birt – Fete day  Blue sky day. Ανανεωμένη πίστη στην ομορφιά. Απώλεια. Δεν χρειάζονται φαντάσματα, φτάνει η σκόνη στον πάγκο της κουζίνας. Το μελόδραματελείωσε πριν πολλά χρόνια.

5: Momus – For Elise Ένα λεπτό και σαράντα έξι δευτερόλεπτα καθαρής απογοήτευσης από τον έρωτα και την τέχνη. Τουλάχιστον (ο πάλαι ποτέ λαμπερός δανδής) ζητά συγγνώμη από τον Μπετόβεν.

4: Robyn Hitchcock – Harry’s song  Από τη νεοψυχεδέλεια στον Dylan και πάλι πίσω, του αρκεί η συνοδεία του πιάνου για να της πει ότι ακόμη την περιμένει όπως το αύριο, αλλά δεν ξέρει τίποτα για εκείνη, πια.

3: Linda Perhacs – Freely Αν ο δίσκος της που θα βγει τον Μάρτιο, είναι σε αυτό το επίπεδο, τότε τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν από την προηγούμενη δουλειά της, θα φαίνονται λογικό διάστημα.

2: Crime & The City Solution – My Love Takes Me There Αυστηρά μιλώντας, δεν υπάρχει ένας μοιραζόμενος κόσμος πέρα από τις λέξεις. Διαπίστωση αδιάφορη για τους ρομαντικούς, όσο καιρό σκοτώνουν τον έρωτά τους.

1: Myron & E – If I Gave You My Love  Βαρεθήκατε τα τραγούδια που προσπαθούν απελπισμένα να μοιάζουν σαν να γράφτηκαν στα seventies; Να τουλάχιστον  ένα τεράστιο hit, κλασικό σε ένα παράλληλο σήμερα…

Spotify

3 bloggers vs 58

Για τους  bloggers «Feleki», «Μη μαδάς τη μαργαρίτα» και «Κόκκινη Πιπεριά» δεν αρκεί μόνο το πληκτρολόγιο για να εκφράσουν άποψη για την «κίνηση των 58» και την προσπάθεια για ανασυγκρότηση του κεντρώου χώρου.

Θέλουμε λοιπόν, να τους γνωρίσουμε καλύτερα, να συνομιλήσουμε, να μας λύσουν απορίες, να απαντήσουν σε ερωτήματα.

Ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας και θα βρεθούμε στο “Free Thinking Zone” (Σκουφά 64 και Γριβαίων), τη Δευτέρα, 2/12/2013, στις 19:00.

Μπορείς και εσύ να είσαι μαζί μας και να συμμετέχεις στην ανοιχτή συζήτηση.

Από την κίνηση των «58» θα παρευρίσκονται οι: Π. Αγανίδης (οικονομολόγος), Μ. Γκουρτσογιάννη (αρχιτέκτονας), Μ. Επιτροπάκης (μουσικός-τσελίστας), Π. Παναγιωτόπουλος (καθηγητής Παν/μίου Αθηνών), Δ. Σκάλκος (πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος).

Υπάρχει πρόσωπο πίσω από τη μάσκα του τρόμου;

maskaΓράφει ο Γιώργος Στόγιας

Διάβασα την έκκληση της οικογένειας του Γιώργου Φουντούλη, του ενός δηλαδή από τους δύο δολοφονημένους χρυσαυγίτες, σχετικά με τον χαρακτήρα της σημερινής κήδευσής του:

«Την Δευτέρα 4-11-2013 θα αποχαιρετήσουμε τον αγαπημένο μας Γιώργο Φουντούλη από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Ηράκλειο στις 3μμ. Η οικογένεια θέλει να παρευρεθούν όλοι οι φίλοι του Όχι σαν χρυσαυγίτες αλλά σαν φίλοι που θέλουν να τιμήσουν τον φίλο τους. Δεν θέλουμε ΑΙΜΑ το παιδί μας πότισε την άσφαλτο με το αίμα του ούτε ΤΙΜΗ γνωρίζουμε την ακεραιότητα και την εντιμότητα του παιδιού μας. Η Οικογένεια δεν επιθυμεί να παρευρεθεί ΚΑΝΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑ ΚΟΜΜΑ. Η οικογένεια δεν επιθυμεί στεφάνια και λουλούδια και αντί για αυτό στην είσοδο του Ναού θα υπάρχει ένα κουτί που μπορεί όποιος θέλει αυτά τα χρήματα που θα έδινε για λουλούδια ή στεφάνι να τα δώσει για την ενίσχυση του ΣΙΚΙΑΡΙΔΕΙΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ στο οποίο φοιτά η ΕΙΡΗΝΗ η ΛΑΤΡΕΜΕΝΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ.»

Σε πολιτικό επίπεδο, δεν βρίσκω καμία δικαιολογία για έναν άνθρωπο που έχει ενταχθεί σε ένα κόμμα/εγκληματική οργάνωση και που, το πιθανότερο, έχει λάβει μέρος σε τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίων μεταναστών. Τις δημοκρατικές και ανθρώπινες αξίες που δεν κατάφερε να του μεταδώσει η οικογένεια και το σχολείο, θα έπρεπε το κράτος με τους νόμους και τα μέσα επιβολής του να τον είχε αναγκάσει να τις σεβαστεί.

Σε επίπεδο όμως ατομικής ιστορίας (με μόνο στοιχείο βέβαια το παραπάνω κείμενο), η πραγματικότητα φαίνεται πιο σύνθετη και αντιφατική. Η προφανής παρατήρηση είναι ότι ο Φουντούλης ασπαζόταν μια ιδεολογία που προκρίνει τη θανάτωση των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, ενώ ο ίδιος λάτρευε (πάντα σύμφωνα με την οικογένεια) την αδελφή του που έχει σύνδρομο Down. Βρίσκω όμως εξίσου ενδιαφέρον το ότι ο Φουντούλης μεγάλωσε σε μια οικογένεια που φαίνεται να έχει διαφορετικές αξίες από εκείνες που τα ερμηνευτικά μας σχήματα θα προβλέπανε. Η έκκλησή της είναι σαφέστατη σχετικά με αυτό το ζήτημα. Όχι μόνο αρνείται προκαταβολικά την πολιτική εκμετάλλευση του νεκρού παιδιού της («[…]Όχι σαν χρυσαυγίτες αλλά σαν φίλοι»), αλλά προχωρεί σε ευθεία καταδίκη της χρυσαυγίτικης ρητορικής («Δεν θέλουμε ΑΙΜΑ […] ούτε ΤΙΜΗ […]). Συνέχεια

Η άνοδος, η πτώση και η μετάλλαξη του Γιώργου Κιμούλη

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

ΚιμούληςΟ Γιώργος Κιμούλης ήταν κάποτε (όταν έπαιζε στο Αμόρε, και στις πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο) ένας εντυπωσιακός ηθοποιός που έφερνε κάτι καινούργιο ενάντια στην υπνηλία του αστικού θεάτρου της εποχής. Η υπερχειλίζουσα ζωτικότητά του στη σκηνή, η εξπρεσιονιστική, σχεδόν ανοικονόμητη, υποκριτική του και η καλλιτεχνική φιλοδοξία του που έρεπε προς τη ματαιοδοξία, λειτουργούσαν ακόμη υπέρ του, σαν δωρεάν καύσιμο υψηλής απόδοσης.

Το ζητούμενο όμως ήταν η κατεύθυνση. Αν ο Κιμούλης βρισκόταν στο Χόλιγουντ, σε ένα απαιτητικό πλαίσιο, με πολλά χρήματα, δόξα, γυναίκες, αλλά και σκηνοθέτες και παραγωγούς που να του επιβάλλουν επαγγελματική πειθαρχία, ίσως να μεγαλουργούσε, ή έστω, να ήταν ικανοποιημένος. Πίσω στην πραγματικότητα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ξεκίνησαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα χειρότερα στοιχεία της προσωπικότητας του Κιμούλη, εντός και εκτός θεάτρου, διαδικασία της οποίας την αποτροπιαστική και τραγελαφική ωρίμανση παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό.

Χαρακτηρίζοντας υπεροπτικά όλους τους ανανεωτές και πειραματικούς έλληνες σκηνοθέτες ως άνευ λόγου «εικονοκλάστες», έγινε θιασώτης της «απενοχοποίησης», ανεβάζοντας (ως θιασάρχης, σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής) έργα του κλασικού ρεπερτορίου, με μελοδραματική ποπ αισθητική και νεοπλουτίστικο περιτύλιγμα. Συνέχεια

Το δις εξαμαρτείν…

Μεταξύ Ιουνίου 2011 και Ιουνίου 2012 ένα αδιανόητο μείγμα δυνάμει απόλυτης οικονομικής κατάρρευσης, πολιτικής αστάθειας και σποραδικής αλλά ακραίας κοινωνικής έντασης δημιουργούσε ένα μοναδικό στην Ευρώπη, αδιανόητο, δυστοπικό σκηνικό και παρέλυε τα πάντα, με αποκορύφωμα το διάστημα μεταξύ δημοψηφίσματος-Παπαδήμου και μεταξύ των δύο εκλογών. Έπειτα, λίγο με την εκτόνωση στις κάλπες (και την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της αγανάκτησης), λίγο με την πικρή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, λίγο με την επιβιωτική προσαρμογή, λίγο με τη διακριτική μεταμέλεια των δανειστών και τη συνέχιση της όποιας προσαρμογής και χάρη στην τρικομματική (έστω με το 4-2-1) είχε δημιουργηθεί μια κάπως ανεκτή κατάσταση.

To grexit φαινόταν να έχει απομακρυνθεί, μαζί με την πολιτική αστάθεια και την κοινωνική έκρηξη. Κάθε εικασία για άτακτη χρεοκοπία, νέες εκλογές ή μαζικές συντεχνιακές συγκεντρώσεις έπεφτε στο κενό -και πάλι καλά. Είχε δοθεί χρόνος για την επόμενη μέρα, για την όποια προσαρμογή των παλαιών κομμάτων και τη δημιουργία νέων, ήταν η πρώτη φορά που δεν έβλεπα την πόλη διαρκώς διαλυμένη και διαρκώς βυθισμένη στην κατάθλιψη, παρά τον ζόφο της κρίσης, δεν ήμασταν διαρκώς πρώτο θέμα στα ξένα Μ.Μ.Ε, φεύγαμε από δίπολα χωρίς μεγάλη σημασία. Έπειτα από καιρό (ανεξαρτήτως πεποιθήσεων) φτιάχναμε διακριτικά πλάνα για το τι θα κάναμε στο κοντινό μέλλον, χωρίς απόλυτο πανικό, γινόμασταν ξανά κάπως λειτουργικοί, προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε, ηρεμούσαμε ελαφρώς, ξαναβρισκόμασταν, συζητούσαμε και κάτι πέρα από το Eurogroup, το κάψιμο της Αθήνας και τις ψηφοφορίες στη Βουλή, και μακριά από επικοινωνιακά success stories, βλέπαμε μπροστά μας κάποια κανονικότητα και προβλεψιμότητα, περιμένοντας με λίγο άγχος και αρκετή αποκτημένη ανθεκτικότητα τους τουρίστες, τα κουρέματα και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Συνέχεια