(Οι επαΐοντες θα πουν ότι αυτό δεν είναι) σοβαρή λογοτεχνία

ΕξΣτο μονόπρακτο αυτό ο Μπάμπης Αργυρίου έχει στείλει το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Έχω όλους τους δίσκους τους» σε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο. Μετά από δυο μήνες παίρνει τηλέφωνο να δει τι έγινε.*

ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ: Βουβό πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής (δεν τον ανεβάζω στη σκηνή επειδή το ύφος του είναι αμίμητο).
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Σαραντάρης, επαγγελματίας, καταθλιπτικός.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΟΓΙΑΣ: Εγώ, αόρατος  για τον υπεύθυνο. Όταν μιλάω, αυτός παγώνει (πρωτότυπο εύρημα).

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Γεια σου Μπάμπη. Πώς είσαι;… Τι κάνει ο Σ.;  Έχω καιρό να τον δω. Κλείσανε κι αυτοί, τι να πεις! Δώσ’ του χαιρετίσματα. Κατάσταση πραγμάτων!… Πάμε στα δικά σου… Λυπάμαι, δεν έχω ευχάριστα νέα. Εμένα το κείμενό σου μου άρεσε, δεν αποφασίζω όμως εγώ. Έχουμε μια ομάδα που αποτελείται από κριτικούς λογοτεχνίας, συγγραφείς και έμπειρους αναγνώστες που διαβάζουν και αξιολογούν τα μυθιστορήματα που μας υποβάλλονται. Η έκθεσή τους κανονικά δεν κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, αλλά, καθώς γνωριζόμαστε, θα σου μεταφέρω εν τάχει τις βασικές τους ενστάσεις: Πρώτον, θα μπορούσες να τα γράψεις σε λιγότερες σελίδες…
Γ.Σ.:… Σε αυτό το βιβλίο, με την ίδια ακριβώς λογική που μπορούν να κοπούν 50 σελίδες, μπορούν να κοπούν και 100 και 200. Αν δε σε πειράζει να καταστρέψεις την εσωτερική οικονομία του κειμένου, μπορείς να κάνεις τη μέγιστη οικονομία στο χαρτί.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:… η μανία σου με τις μουσικοφιλικές αναφορές  ίσως έχει ενδιαφέρον για τους γνώστες αλλά, πέρα από αυτούς, κάνει τον μέσο αναγνώστη να νιώθει μειονεκτικά και να μην μπορεί να ταυτιστεί.
Γ.Σ.:… Ο μέσος αναγνώστης δεν υπάρχει, κάτι βέβαια που δεν αποκλείει την τερατογένεση. Λέει ο Σίμος, ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, μιλώντας για το καλλιτεχνικό του όραμα: «Ο δικός μου κόσμος βρίσκεται πιο χαμηλά, στο ισόγειο, ίσως και στο υπόγειο. Σ’ αυτόν θ’ αφιερωθώ, θα προκαλέσω και θα εισπράξω την αντίδρασή του». Εδώ υπάρχει μια τεράστια πρόκληση που λογικά θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει: η δυνατότητα να διαβάσουν τον Αργυρίου άνθρωποι που δεν ανήκουν στο συνηθισμένο προφίλ του βιβλιόφιλου…
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: … Θα σου δώσω μια συμβουλή, το χιούμορ σου είναι μια χαρά για να το κάνεις με την παρέα σου ή στις δισκοκριτικές σου, αλλά δεν συνιστά λογοτεχνία. Η έφεσή σου δε για λεξιπλασίες (π.χ.»δισκοθετείν», «ομόλοξη κοινωνία», «ο όρκος του Αυτοσυγκράτη») μαρτυρά, το λιγότερο, ανωριμότητα…
Γ.Σ.… Αυτό που αισθητικά δεν σου «πηγαίνει» είναι πως ενώ το χιούμορ τού Αργυρίου τραβάει συνεχώς το χαλί της σοβαροφάνειας κάτω από τα πόδια των χαρακτήρων, της συγκρότησης δηλαδή της υποκειμενικότητάς τους,  αυτό δεν συμβαίνει με την ίδια την αφήγηση, η οποία παραμένει πεισματικά ρεαλιστική. Κάτι τέτοιο αποτελεί παράβαση του κανόνα που ορίζει τι θεωρείται σήμερα «πνευματώδες» μυθιστόρημα, και δυσκολεύει την ταξινόμηση του συγκεκριμένου βιβλίου…

Συνέχεια

Ο Γιώργος Στόγιας επιλέγει τα 20 καλύτερα τραγούδια για το 2013

Φλέρταρα σοβαρά με την ιδέα να μη φτιάξω φέτος την παραδοσιακή λίστα, να αγοράσω μελομακάρονα από το ζαχαροπλαστείο. Όχι μόνο η προσφορά έχει ξεπεράσει τη ζήτηση, αλλά και τα υλικά μου είναι μπαγιάτικα (τουλάχιστον αν ως «φρέσκοι» θεωρηθούν οι τελευταίοι ήχοι της μόδας). Το ψηστήρι από τους φίλους έγειρε την πλάστιγγα τελικά υπέρ της παλαιάς συνήθειας. Να λοιπόν τα 20 αγαπημένα μου τραγούδια για το 2013 με σχόλια αυστηρά έως 140 λέξεις στο καθένα. Αν θέλετε μπορείτε να ρίξετε εσείς περισσότερο σιρόπι. Στα hyperlinks υπάρχουν τα video, στο τέλος η λίστα ολόκληρη στο Mixcloud και σχεδόν ολόκληρη στο Spotify. Καλή ακρόαση…

Front Cover

20:   Rykarda Parasol – Take only what you can carry Η εβραϊκής καταγωγής οικογένειά της διέφυγε στην Αμερική. 60 χρόνια μετά, η ίδια κοιτά στο παρελθόν και με το “rock noir” της γνωρίζει επιτυχία στην Ανατολική Ευρώπη.

19: Jon Hopkins – Immunity Δύο διακριτοί κόσμοι: οι εκπληρωμένες επιθυμίες και οι ανικανοποίητες, αυτές που φοβήθηκα να κυνηγήσω. Εδώ, ο μουσικός χάρτης του τόπου συνάντησής τους.

18: Christopher Owens – Part of me Είναι ωραίο παιδί, έχει ταλέντο, φιλοδοξία και βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό. Τα κακά νέα: διέλυσε το υπέροχο γκρουπ του, τους Girls. Καλά νέα γιοκ, μόνο αυτό.

17: Julian Cope – They were on hard drugs  Mετά από μια σειρά δίσκων στα όρια της αντοχής των πιστών, η ιδεολογική σύγχυση παραμένει, αλλά οι ψαλμοί και τα ξόρκια έγιναν πάλι τραγούδια. Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει.

16: Janelle Monáe feat. Solange – Electric Lady Υπάρχει μια εκδίκηση του Καλού στο γεγονός ότι η νέα βασίλισσα της soul δεν είναι σεξοβόμβα, αλλά ξεπερνά τις ανταγωνίστριές της σε στιλ και καλλιτεχνική αυτονομία.

15: Madness – Never knew your name Η παρακμή τους ξεκίνησε όταν μαλάκωσαν τον ήχο τους. Μετά από τόσα χρόνια, επιτέλους έχουμε λόγο να τους απολαύσουμε δίχως το  ζαχαρωμένο αφροδισιακό της νοσταλγίας.

14: Neko Case – Nearly Midnight, Honolulu Η ψεύτικη υπόσχεση ότι το τραγούδι θα διασώσει τη μνήμη ηχεί αληθινή όσο διαρκεί, όπως το σπίρτο για το κοριτσάκι.  Το τέλος της Americana.

13: Daft Punk – Horizon  Ένα εκ των υστέρων soundtrack της παιδικής ηλικίας σε μικροαστική οικογένεια, σε μεγάλη πόλη της Δύσης, τη δεκαετία του ’70. Ακόμη κι αν η «αίσθηση της εποχής» είναι ψέμα.

12: Grant Hart – So Far from Heaven Το αδικημένο από την Ιστορία μισό των Hüsker Dü παίρνει τη σκυτάλη από τον Μίλτον και τον Μπάροουζ και ολοκληρώνει επιτυχώς μια προσωπική κούρσα αλλεπάλληλων πτώσεων.

11: Adrian Younge presents the Delfonics – Enemies Ο παλιός έβαλε μύθο και φωνή, ο νέος τα σύγχρονα beat, και οι δυο μαζί έγραψαν τραγούδια που κολλάνε στον εγκέφαλο σαν μια προσωπική τράπεζα από samples πρώτης ανάγκης.

10: Low- Just make it stop Ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξω γνώμη για τις μπάντες που υποτιμούσα τη δεκαετία του ’90. Έβαλαν και τον Jeff Tweedy στην παραγωγή, να μη μου αφήσουν πολλά περιθώρια…

9: Julia Holter – Hello stranger O Φελίνι είχε πει ότι ένα καλό μυθιστόρημα θα γίνει αναγκαστικά μια μέτρια ταινία. Εδώ μια απόδειξη ότι αυτό δεν ισχύει πάντα για τις διασκευές μεγάλων τραγουδιών.

8: Brian Eno – Mother of Violence Από το πολύ project, o Gabriel έχει γίνει περίγελος της κριτικής. Για να μην μπει στο κάδρο, ο Bowie δεν του έξυσε την πλάτη. Καλύτερα, τα νύχια του Eno είναι πιο κοφτερά.

7: Atoms For Peace – Before Your Very Eyes Το τελευταίο που χρειάζεστε είναι ένα ακόμη super-group. Μάλιστα, ο επικεφαλής Thom Yorke κάνει τα γνωστά φωνητικά ακροβατικά. Πριν βγάλετε αφρούς, ακούστε το.

6: Jill Birt – Fete day  Blue sky day. Ανανεωμένη πίστη στην ομορφιά. Απώλεια. Δεν χρειάζονται φαντάσματα, φτάνει η σκόνη στον πάγκο της κουζίνας. Το μελόδραματελείωσε πριν πολλά χρόνια.

5: Momus – For Elise Ένα λεπτό και σαράντα έξι δευτερόλεπτα καθαρής απογοήτευσης από τον έρωτα και την τέχνη. Τουλάχιστον (ο πάλαι ποτέ λαμπερός δανδής) ζητά συγγνώμη από τον Μπετόβεν.

4: Robyn Hitchcock – Harry’s song  Από τη νεοψυχεδέλεια στον Dylan και πάλι πίσω, του αρκεί η συνοδεία του πιάνου για να της πει ότι ακόμη την περιμένει όπως το αύριο, αλλά δεν ξέρει τίποτα για εκείνη, πια.

3: Linda Perhacs – Freely Αν ο δίσκος της που θα βγει τον Μάρτιο, είναι σε αυτό το επίπεδο, τότε τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν από την προηγούμενη δουλειά της, θα φαίνονται λογικό διάστημα.

2: Crime & The City Solution – My Love Takes Me There Αυστηρά μιλώντας, δεν υπάρχει ένας μοιραζόμενος κόσμος πέρα από τις λέξεις. Διαπίστωση αδιάφορη για τους ρομαντικούς, όσο καιρό σκοτώνουν τον έρωτά τους.

1: Myron & E – If I Gave You My Love  Βαρεθήκατε τα τραγούδια που προσπαθούν απελπισμένα να μοιάζουν σαν να γράφτηκαν στα seventies; Να τουλάχιστον  ένα τεράστιο hit, κλασικό σε ένα παράλληλο σήμερα…

Spotify

Υπάρχει πρόσωπο πίσω από τη μάσκα του τρόμου;

maskaΓράφει ο Γιώργος Στόγιας

Διάβασα την έκκληση της οικογένειας του Γιώργου Φουντούλη, του ενός δηλαδή από τους δύο δολοφονημένους χρυσαυγίτες, σχετικά με τον χαρακτήρα της σημερινής κήδευσής του:

«Την Δευτέρα 4-11-2013 θα αποχαιρετήσουμε τον αγαπημένο μας Γιώργο Φουντούλη από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Ηράκλειο στις 3μμ. Η οικογένεια θέλει να παρευρεθούν όλοι οι φίλοι του Όχι σαν χρυσαυγίτες αλλά σαν φίλοι που θέλουν να τιμήσουν τον φίλο τους. Δεν θέλουμε ΑΙΜΑ το παιδί μας πότισε την άσφαλτο με το αίμα του ούτε ΤΙΜΗ γνωρίζουμε την ακεραιότητα και την εντιμότητα του παιδιού μας. Η Οικογένεια δεν επιθυμεί να παρευρεθεί ΚΑΝΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑ ΚΟΜΜΑ. Η οικογένεια δεν επιθυμεί στεφάνια και λουλούδια και αντί για αυτό στην είσοδο του Ναού θα υπάρχει ένα κουτί που μπορεί όποιος θέλει αυτά τα χρήματα που θα έδινε για λουλούδια ή στεφάνι να τα δώσει για την ενίσχυση του ΣΙΚΙΑΡΙΔΕΙΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ στο οποίο φοιτά η ΕΙΡΗΝΗ η ΛΑΤΡΕΜΕΝΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ.»

Σε πολιτικό επίπεδο, δεν βρίσκω καμία δικαιολογία για έναν άνθρωπο που έχει ενταχθεί σε ένα κόμμα/εγκληματική οργάνωση και που, το πιθανότερο, έχει λάβει μέρος σε τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίων μεταναστών. Τις δημοκρατικές και ανθρώπινες αξίες που δεν κατάφερε να του μεταδώσει η οικογένεια και το σχολείο, θα έπρεπε το κράτος με τους νόμους και τα μέσα επιβολής του να τον είχε αναγκάσει να τις σεβαστεί.

Σε επίπεδο όμως ατομικής ιστορίας (με μόνο στοιχείο βέβαια το παραπάνω κείμενο), η πραγματικότητα φαίνεται πιο σύνθετη και αντιφατική. Η προφανής παρατήρηση είναι ότι ο Φουντούλης ασπαζόταν μια ιδεολογία που προκρίνει τη θανάτωση των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, ενώ ο ίδιος λάτρευε (πάντα σύμφωνα με την οικογένεια) την αδελφή του που έχει σύνδρομο Down. Βρίσκω όμως εξίσου ενδιαφέρον το ότι ο Φουντούλης μεγάλωσε σε μια οικογένεια που φαίνεται να έχει διαφορετικές αξίες από εκείνες που τα ερμηνευτικά μας σχήματα θα προβλέπανε. Η έκκλησή της είναι σαφέστατη σχετικά με αυτό το ζήτημα. Όχι μόνο αρνείται προκαταβολικά την πολιτική εκμετάλλευση του νεκρού παιδιού της («[…]Όχι σαν χρυσαυγίτες αλλά σαν φίλοι»), αλλά προχωρεί σε ευθεία καταδίκη της χρυσαυγίτικης ρητορικής («Δεν θέλουμε ΑΙΜΑ […] ούτε ΤΙΜΗ […]). Συνέχεια

Η άνοδος, η πτώση και η μετάλλαξη του Γιώργου Κιμούλη

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

ΚιμούληςΟ Γιώργος Κιμούλης ήταν κάποτε (όταν έπαιζε στο Αμόρε, και στις πρώτες του εμφανίσεις στον κινηματογράφο) ένας εντυπωσιακός ηθοποιός που έφερνε κάτι καινούργιο ενάντια στην υπνηλία του αστικού θεάτρου της εποχής. Η υπερχειλίζουσα ζωτικότητά του στη σκηνή, η εξπρεσιονιστική, σχεδόν ανοικονόμητη, υποκριτική του και η καλλιτεχνική φιλοδοξία του που έρεπε προς τη ματαιοδοξία, λειτουργούσαν ακόμη υπέρ του, σαν δωρεάν καύσιμο υψηλής απόδοσης.

Το ζητούμενο όμως ήταν η κατεύθυνση. Αν ο Κιμούλης βρισκόταν στο Χόλιγουντ, σε ένα απαιτητικό πλαίσιο, με πολλά χρήματα, δόξα, γυναίκες, αλλά και σκηνοθέτες και παραγωγούς που να του επιβάλλουν επαγγελματική πειθαρχία, ίσως να μεγαλουργούσε, ή έστω, να ήταν ικανοποιημένος. Πίσω στην πραγματικότητα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ξεκίνησαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα χειρότερα στοιχεία της προσωπικότητας του Κιμούλη, εντός και εκτός θεάτρου, διαδικασία της οποίας την αποτροπιαστική και τραγελαφική ωρίμανση παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό.

Χαρακτηρίζοντας υπεροπτικά όλους τους ανανεωτές και πειραματικούς έλληνες σκηνοθέτες ως άνευ λόγου «εικονοκλάστες», έγινε θιασώτης της «απενοχοποίησης», ανεβάζοντας (ως θιασάρχης, σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής) έργα του κλασικού ρεπερτορίου, με μελοδραματική ποπ αισθητική και νεοπλουτίστικο περιτύλιγμα. Συνέχεια

To πολλαπλό τραύμα του κιτς

Στανίση

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς. Αναδημοσίευση από τα «Νέα» (27/4/2013).

Η τελευταία διαφήμιση με πρωταγωνίστρια την Κατερίνα Στανίση δεν είναι η πρώτη της εταιρείας Jumbo που έχει ξενίσει και προκαλέσει πλούσιο σχολιασμό. Ολόκληρη η καμπάνια της εταιρείας εδώ και αρκετά χρόνια, με σημείο αιχμής περισσότερο τα ραδιοφωνικά μηνύματα, βομβαρδίζει το κοινό με ένα πολύ ιδιότυπο χιούμορ. Δεν είναι βέβαια αυτό που τη διαφοροποιεί. Ο κανόνας του διαφημιστικού χιούμορ κυριαρχεί ποικιλοτρόπως ως είδος στην Ελλάδα εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, με συνήθως πολύ θετικά αποτελέσματα στο επίπεδο της πρόσληψης. Μεγάλα τμήματα του τηλεοπτικού κοινού, και ιδίως τα νεότερα, διασκεδάζουν και κάνουν σημεία αναφοράς τους πρωταγωνιστές των κωμικών διαφημίσεων ανακυκλώνοντας τα σλόγκαν στην καθημερινότητά τους και στα social media.

Οι διαφημίσεις του Jumbo (όπως και της Media Markt με «ήρωα» τον Τζάμπα) δεν εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Δημιουργούν αμηχανία ή και καθολική απόρριψη. Η φράση «έκοψα το ραδιόφωνο γιατί σιχάθηκα τις διαφημίσεις του Jumbo» πράγματι ακούγεται συχνότατα. Οι εικόνες κυρίως λαϊκών πρωταγωνιστών, οι οποίοι φέρουν πολύ έντονα τα σημάδια της οικονομικής ή αισθητικής τους μειονεξίας, φαίνεται να είναι αυτό που ενοχλεί μεγάλο μέρος του κοινού.

Το άκουσμα διαφόρων δημοφιλών μουσικών ειδών (από ρεμπέτικο και έντεχνο μέχρι λάτιν και ντίσκο) με παραφρασμένους στίχους στην υπηρεσία της διαφημιστικής προπαγάνδας της εταιρείας δεν προκαλεί τόσο θυμηδία όσο δυσθυμία. Αυτό συνήθως συμβαίνει σε συνδυασμό με μια πολύ έντονη επιφύλαξη ή κριτική διάθεση απέναντι στην ίδια την εταιρεία, η οποία στο πλαίσιο ενός αντικαπιταλιστικού λόγου αποδοκιμάζεται για τις σκληρές εργασιακές συνθήκες στις οποίες υποβάλλει τους εργαζομένους ή στο πλαίσιο ενός επίμονου ρομαντισμού καταγγέλλεται ως ένα σουπερμάρκετ (και όχι παιχνιδάδικο) που φέρει την υπερκαταναλωτική ισοπέδωση στη μέση ελληνική οικογένεια.

Αυτά τα επιχειρήματα διατυπώνονται λίγο-πολύ και πάλι για το πρόσφατο παράδειγμα της διαφήμισης με την κυρία Στανίση. Η κιτς αισθητική με την οποία η πρωταγωνίστρια παρουσιάζεται στο σποτ, αλλά και η αναπαράσταση των «χυδαίων» ανδρών της οικογένειας που περιστοιχίζουν αυτήν και τον πασχαλινό οβελία αποδοκιμάζονται σφόδρα. Η κριτική για το ίδιο το σποτ συνοψίζεται στην άποψη ότι οι λαϊκοί άνθρωποι δεν είναι έτσι άθλιοι ή ότι οι άθλια αισθητική κάποιων Ελλήνων δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο προβολής και προώθησης. Υπήρξαν βέβαια και κάποιοι που σχολίασαν θετικά τη διαφήμιση ως φορέα της πραγματικής γλεντζέδικης ελληνικότητας και επιβράβευσαν την κυρία Στανίση που επέλεξε να παίξει τον ρόλο αυτόν. Συνέχεια

Λίγα λόγια για τη Μανωλάδα…

Γράφει ο Δημήτρης Στεμπίλης.

bloodstrawberriesΤα γεγονότα στη Μανωλάδα φαίνεται ότι σόκαραν για μια ακόμη φορά την ελληνική κοινωνία που μετά συγχωρήσεως «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου» ή την απασχολεί μόνο η πάρτη της. Επειδή γνωρίζω καλά την περιοχή –ευτυχώς είμαι από την Αχαΐα (αστειεύομαι)- οι απεχθείς συμπεριφορές εναντίον των εποχιακών εργαζομένων (μιλάω για όλες τις δουλειές) είναι γνωστές εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον.

Το 2000 ήμουν σμηνίτης στην Ανδραβίδα και είχα γνωρίσει πολλά παιδιά συναδέλφους, πιτσιρικάδες κυρίως, από τον κάμπο της Ηλείας. Οι ιστορίες που μου είχαν διηγηθεί είτε γιατί υπήρξαν μάρτυρες, είτε γιατί αισθάνονταν ντροπή γι’ αυτά που συνέβαιναν ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. Μιλούσαν για «πλειστηριασμούς» αλλοδαπών γυναικών, που τις ανέβαζαν μία-μία σε τραπέζι καφενείου και όποιος πλειοδοτούσε τις «έπαιρνε», μιλούσαν για τα ευτελή ποσά με τα οποία μπορούσε κάποιος να κάνει έρωτα με μια «ξανθιά θεά», μιλούσαν για την επιστασία των πενιχρά αμειβόμενων εργατών χωραφιών από τους ιδιοκτήτες, με ακριβά 4×4, μετά τις 11 το μεσημέρι, όταν είχαν ξενερώσει από το «μπόμπα» ουίσκι που είχαν πιει το προηγούμενο βράδυ στο τοπικό «κωλάδικο». Και όλα αυτά τα μάθαινα εγώ ένας περίπου ντόπιος, αλλά ξενιτεμένος, μεγαλοφαντάρος τότε, και δεν τα γνώριζε κανείς άλλος!

Την εποχή του Xρηματιστηρίου και αργότερα, που τα λεφτά κυλούσαν «άμπουλας» (τοπική έκφραση) και ο κάθε μεγαλομεσαίος αγρότης το μόνο που έκανε ήταν να σκορπάει αφειδώς τα ευρωπαϊκά χρήματα χωρίς έλεγχο, κανείς δεν γνώριζε τίποτε για το έγκλημα. Όλοι περπατούσαν με το κεφάλι του νοικοκύρη ψηλά το πρωί και γι΄αυτό δεν μπορούσαν να δουν τι συνέβαινε το βράδυ εκεί χαμηλά, στα «καταγώγια» και στα χαντάκια της Μανωλάδας, που πολλοί από αυτούς τους ίδιους σύχναζαν.

Αυτό που τελικά είναι άξιο συλλογικής (ψυχ)ανάλυσης είναι ότι εκπλησσόμαστε αρνητικά με τους εαυτούς μας, εμάς τους «ωραίους ως Έλληνες», κάθε φορά που βγαίνει στη δημοσιότητα μια τέτοια είδηση, ενώ πριν από λίγο έχουμε για πολλοστή φορά κατηγορήσει τους «κουτόφραγκους» ότι δεν καταλαβαίνουν το «ταπεραμέντο» μας και τις «ευαισθησίες» μας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα της εργασίας. Ταυτόχρονα πολλοί από εμάς θεωρούμε επίσης ότι το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής είναι πρόσκαιρο και «ήρθε από το πουθενά».  Συνέχεια

Αργά ή γρήγορα, όλοι θα πέσουν

zaza_cover Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Το πρόβλημα με τη Ζα Ζα είναι ότι πρέπει να μείνει εντελώς γυμνή. Ακόμη και το βιβλίο στο οποίο είναι η κεντρική ηρωίδα είναι ένα ρούχο. Θέλει να βγει έξω, να σταματήσει να δέχεται παθητικά τον έλεγχο του συγγραφέα και των μυθιστορηματικών alter ego του. Ως δημιουργός πια της δικής της ιστορίας, να συναντήσει  τον ανυπέρβλητο εραστή, να τον προδώσει και να προχωρήσει στον επόμενο… Βέβαια πρόκειται για ένα παλιό λογοτεχνικό κόλπο, αλλά ο Αθανασιάδης είναι διατεθειμένος να ανακαλύψει εκ νέου την Αμερική (με την παράφορη ελπίδα ότι αυτή θα αποδειχτεί μια άλλη ήπειρος).

Παρότι οι  φιλοδοξίες του συγγραφέα ξεπερνούν κατά πολύ την πρόκληση σεξουαλικής διέγερσης, η υπόθεση του βιβλίου θα μπορούσε να είχε βγει από σενάριο αισθησιακής ταινίας του ’70, με υψηλό μπάτζετ και διανομή στους κινηματογράφους πρώτης προβολής:  Μια γυναίκα που θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένη (τρυφερός σύζυγος, οικονομική επιφάνεια, επαγγελματική καταξίωση) ρισκάρει τα πάντα στο κυνήγι της ελευθερίας, ακόμη κι αν αυτή περνά μέσα από την υποδούλωση του πληρωμένου έρωτα. Το ότι το «σενάριο» είναι αποτελεσματικό σε αυτό το «κατώτερο» επίπεδο ανήκει στα πλεονεκτήματα του έργου: ευτυχώς, εδώ ο ερωτισμός εδώ δεν αποδεικνύεται προσχηματικός ή συμβολικός.

Ο αποτροπιασμός όσων θα επιχειρήσουν μια φεμινιστική ανάγνωση είναι , για μένα, δεδομένος, και, έως ένα σημείο, δικαιολογημένος. Η Ζα Ζα, ως μυθιστόρημα, ισορροπεί μεταξύ αντρικής φαντασίωσης και  υπαρξιακού δράματος. Μεταξύ κλασικού μισογυνισμού του καλύτερου είδους (από τον Στρίντμπεργκ μέχρι τον Κέιβ) και εξερεύνησης του λαβύρινθου της  επιθυμίας. Από τη δική μου ανάγνωση, μπορώ μόνο να διαβεβαιώσω ότι ο Αθανασιάδης δεν αστειεύεται. Αν δεν είναι πολιτικά ορθός, έχει σοβαρούς καλλιτεχνικούς  λόγους, δεν το κάνει απλά για την πρόκληση.

Ο συγγραφέας είναι άπιστος απέναντι στο κείμενό του όπως η ηρωίδα του απέναντι στους εραστές της (και επιθετικός, όπως εκείνη ενάντια στον εαυτό της). Πρόκειται για «βρώμικη» λογοτεχνία, που πετάγεται από το ένα είδος στο άλλο και από τα στερεότυπα στην ποίηση. Με τα λόγια της Ζα Ζα: «Έχω αποφασίσει, εδώ και λίγο καιρό να συνδέω ό,τι μου συμβαίνει με την κύρια αφήγηση της ζωής μου». Συνέχεια

Το τέλος μιας μεγάλης σειράς ανύπαρκτων «plan B»

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

CYPRUS EU FLAG_3Μέσα στην εμβρίθειά τους, η αφέλεια που επιδεικνύουν ακόμη και σοβαροί δεξιοί αναλυτές στην Ελλάδα, σχετικά με την ύπαρξη plan B της ελληνοκυπριακής πολιτικής ελίτ, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εδώ αφασική υπεροψία απέναντι στο (πολύ κοντινό πια) ενδεχόμενο της χρεοκοπίας.

Πρόκειται για το ίδιο plan B που είχε ο Μακάριος το ’63 όταν διαβεβαίωνε πως τα 13 του σημεία θα γίνονταν δεκτά από τους Τουρκοκύπριους και δεν θα κατέλυαν ουσιαστικά τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ναρκοθετώντας έτσι το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πρόκειται για την ίδια βεβαιότητα το ’74 ότι οι Τούρκοι δε θα τολμήσουν να κάνουν εισβολή (θα τους σταματούσαν οι Αμερικάνοι όπως το ’67, ή θα παρενέβαιναν οι Ρώσοι). Όπως είπε χτες η Ρένα Χόπλαρου, μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, τα τουρκικά πλοία φαίνονταν από την Κερύνεια και το ΡΙΚ καθησύχαζε τον κόσμο ότι κάνουν απλώς άσκηση.

Πρόκειται για το ίδιο υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και συναίσθησης του κινδύνου με το οποίο η ομάδα ειδικών, λίγες μέρες πριν από την έκρηξη στο Μαρί, και παρά τις απεγνωσμένες και επανειλημμένες εκκλήσεις του διοικητή του στρατοπέδου, κατέληξε σε πόρισμα πως δεν συντρέχουν λόγοι ιδιαίτερης ανησυχίας και πρότεινε ως λύση το καταβρέξιμο των πυρομαχικών πρωί βράδυ. Συνέχεια

Με αφορμή μια εικόνα στο Alfavita

Γράφει  ο Γιώργος Στόγιας.

matatzis Ένας ενήλικος μπορεί θαυμάσια να πιστεύει ότι ο πολιτισμός είναι μια προχωρημένη μέθοδος ελέγχου, η εξουσία ο εχθρός, το σύστημα σάπιο και ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα για ευτυχία και ελευθερία.

Απόλυτο δικαίωμα του ενηλίκου αυτού είναι να κάνει παιδιά αν το θελήσει. Προσωπικά μιλώντας πάντως, αν πίστευα τα παραπάνω, νομίζω ότι δεν θα επιδίωκα να γίνω πατέρας. Γιατί να φέρεις ένα νέο πλάσμα σε κάτι που θεωρείς καταδίκη (και να του περάσεις, θέλοντας και μη, μια τέτοια αίσθηση);

Το πράγμα αλλάζει όταν δεν αναφερόμαστε πια στην ατομική σφαίρα αλλά σε έναν κοινωνικό ρόλο όπως αυτόν του εκπαιδευτικού, από το νηπιαγωγείο στο λύκειο. Στο πλαίσιο μιας κριτικής παιδαγωγικής και συγχρόνως του σεβασμού της αναπτυσσόμενης προσωπικότητας του παιδιού, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στους τρόπους που ο εκπαιδευτικός περνάει τις πολιτικές του απόψεις στους μαθητές.

Ανεξάρτητα από το αν οι απόψεις αυτές είναι μειοψηφικές ή πλειοψηφικές στην ευρύτερη κοινωνία, έχουν προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο, αποτελούν μέρος ή όχι του Αναλυτικού Προγράμματος, ο επαγγελματίας δάσκαλος δεν έχει το δικαίωμα να τις επιβάλει. Ο συναισθηματισμός που διέπει τις τελετουργίες, επίσημες ή όχι, αποτελεί τον πιο ύπουλο και υπόγειο τρόπο επιβολής. Συνέχεια

(No) sympathy for the sucker

Γράφει ο   Γιώργος Στόγιας

Jagger

Αναδημοσίευση από την «Εφημερίδα των Συντακτών» (01/02/13)

Συνάντηση δυο κάποτε στενών φίλων που βρίσκονται πια σε γάμους και βαφτίσια τρίτων.

«Πάμε έξω για τσιγάρο;»

«Το ‘χω κόψει».

«Πάλι; Στο αυτοκίνητο σού έχω κάτι καλό».

«Θα με καταστρέψεις. Ένα λεπτό».

«Ναι, πάρε άδεια, με την ησυχία σου. Φλούφλη».

(Μετά από λίγο, στο αυτοκίνητο του εργένη).

«Oh, sweet Jesus!»

«Να γυρνάει».

(Όσο περιμένει να έρθει ξανά η σειρά του, ο παντρεμένος ψαχουλεύει τα σι-ντι που είναι πεταμένα στη θήκη του συνοδηγού. Ανακαλύπτει το Exile on Main St. και το βάζει να παίξει).

«Τώρα μάλιστα».

«Θα ‘πρεπε να είχαν διαλυθεί αμέσως μετά από αυτό τον δίσκο, ή, ακόμη καλύτερα, να πέθαινε ο Τζάγκερ».

«Μπα, μόνο με τις γυναίκες έχανε τον έλεγχο -και πάλι, αυτές την πληρώνανε».

«Ήταν τόσο καλός στην εξαπάτηση που για λίγο πίστεψε ότι ήταν μεγάλος καλλιτέχνης».

«Το απέδειξε. Θυμήσου την ερμηνεία του εκείνη τη νύχτα στο Rock’n’roll Circus».

«Οι ανάγκες της εποχής δημιουργούν μια κενή θέση κι όποιος προλάβει κάθεται. Όπως στις μουσικές καρέκλες, χρειάζεται ένας συνδυασμός τύχης και καπατσοσύνης. Μεταφυσικά πάντα μιλώντας, οι baby boomers ήταν μια καταγέλαστη γενιά. Όλα εκείνα τα συνθήματα για τον έρωτα και την επανάσταση και ύστερα ο φρενήρης καταναλωτισμός, τα υπερκέρδη πάνω στα κεφάλια μας και ο Τρίτος Δρόμος. Ο Τζάγκερ ήταν το χρυσό τους μοσχάρι, τίποτα όμως δεν μπορεί να αναστείλει επ’ άπειρον τη δικαιοσύνη των γηρατειών, την αποψίλωση των ψευδαισθήσεων και την τελική κρίση του καπιταλισμού».

«Ευχαριστήθηκαν σεξ πάντως. Εμείς μείναμε με τη μυθολογία στο χέρι».

« Δεν πειράζει, είναι πιο αμλετικό. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει τίποτα αυθεντικό από τότε που τα blues πήγαν στις πόλεις».

«Είχα ξεχάσει πόσο ο Τζάγκερ είναι όλα όσα αγαπώ και μισώ στην ιστορία της ροκ. Το θυμήθηκα διαβάζοντας τη βιογραφία του από τον Φίλιπ Νόρμαν. Έχω την αίσθηση πως ο διάλογος που κάνουμε αυτή τη στιγμή αποτελεί μια κάθοδο στο υπόγειο της ανάγνωσής μου… Δυνάμωσέ το! (Τραγουδάει πάνω στο κομμάτι) Don’t move your head, don’t move your hands, don’t move your lips, just shake your hips».

«Σταμάτα να κουνιέσαι έτσι, μη σου σηκωθεί κι έχουμε ντράβαλα. (Παύση) Ενάντια σε τέτοιους καραγκιόζηδες συνέβη η πανκ!»

«Τεχνητή διαίρεση, σαν τις κόντρες μεταξύ Beatles και Stones. Το έδαφος είναι κοινό. Δες στο βιβλίο τις εκλεκτές συγγένειες με τον Γουόρχολ, τον Λου Ριντ, τον Μπόουι, τους προπάτορες της νέας ροκ».

«Με έπρηξες με τη βιογραφία του Τζάγκερ! Έμαθες κάτι καινούργιο από τις 630 σελίδες της;»

«Ο Νόρμαν απευθύνεται στο ευρύ κοινό, όχι σε ψυχάκηδες σαν κι εμάς. Είναι επαγγελματίας συγγραφέας και αφηγείται την ιστορία του αριστοτεχνικά, κρατώντας συνεχώς τις σωστές αποστάσεις, τόσο από τον ήρωά του όσο και από τις επιθυμίες του κοινού του. Φυσικά θα ήθελα να διαβάσω περισσότερα για τη μουσική καθαυτή παρά για φρου φρου και διασημότητες, πρέπει να παραδεχτώ όμως ότι πρόκειται για τον ιδανικό βιογράφο του Τζάγκερ, με την έννοια ότι σε ικανοποιεί όχι όσο θέλεις αλλά μόνο όσο χρειάζεσαι. Ένας ροκ κριτικός θα ήταν αδύνατον να περιγράψει έτσι ολοκληρωμένα τη μεγάλη εικόνα». Συνέχεια

Αντί συνεννόησης, μια ακόμα ανώφελη σύγκρουση

Γράφει ο Βασίλειος Α. Χατζηϊωάννου.

Οι σκέψεις που ακολουθούν διατυπώθηκαν με αφορμή μία προ ολίγων ημερών ανάρτηση του Γιώργου Στόγια υπό μορφή σχολίου στο λογαριασμό του στο facebook. Απόσπασμα της ανάρτησης αυτής αναπαράγω αυτούσια, καθώς αυτό υπήρξε η αφορμή της εν συνεχεία τοποθέτησής μου: «Μέσα στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο υπάρχουν άτομα και συλλογικότητες που απέχουν έτη φωτός από την εικόνα δεκαπέντε τραμπούκων να προπηλακίζουν έναν κρατικό αξιωματούχο μπροστά στα ανήλικα παιδιά του. (…) Ας βγουν μπροστά μυαλωμένες φωνές να αναδείξουν την προσφορά της αντικουλτούρας, να πείσουν, να διεκδικήσουν συμμετοχή στη μελλοντική χρήση ανεκμετάλλευτων κτιρίων. Η πειθώ όμως μέσω του χουλιγκανικού τρόμου πρέπει να είναι καταδικαστέα προκειμένου να διαμορφωθεί ένα ελάχιστο πεδίο συνεννόησης.»

Διαβάζοντάς το, ενδόμυχα συμφώνησα. Σκέφτηκα ότι, στις περιπτώσεις που ιστορικά εμφανίστηκε το φαινόμενο των καταλήψεων, τούτο οφειλόταν στην αδυναμία ή στην αδιαφορία του ιδιοκτήτη να εκμεταλλευτεί την ακίνητη περιουσία του. Και στις περιπτώσεις που ειδικώς το κράτος ήταν ο ιδιοκτήτης, οφειλόταν στην παντελή αδιαφορία του να προχωρήσει σε χρήσεις των κτηρίων του προς όφελος της τοπικής κοινωνίας.

Ταυτόχρονα, όμως, άρχισα να σκέπτομαι ότι η απτή αυτή πραγματικότητα, την οποία όλοι οι ευαίσθητοι πολίτες που ζουν στα κέντρα των ελληνικών πόλεων έχουν βιώσει στο πετσί τους, δεν έχει αποτελέσει ποτέ αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης. Συνειδητοποίησα μάλιστα ότι ο αντιεξουσιαστικός ή ελευθεριακός χώρος ανέκαθεν αδυνατούσε να καταστήσει γνωστές σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα τις δράσεις του εντός των κατειλημμένων κτηρίων. Το δυστύχημα είναι ότι ακόμα και σήμερα, που το ζήτημα των καταλήψεων έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο ζήτημα της επικαιρότητας, οι απόψεις του ελευθεριακού χώρου συνεχίζουν να μην ακούγονται ευρέως. Και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, αξιοσημείωτο.

Eίναι γνωστό ότι στις κεντροευρωπαϊκές χώρες η ελευθεριακή ή ανένταχτη κουλτούρα έχει σημαντική συμμετοχή και προσφορά σε τοπικό επίπεδο. Η εναλλακτική φιλοσοφική και καλλιτεχνική έκφραση και ο τρόπος ζωής μέσω της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης είναι αποδεκτός σε κοινωνίες με φιλελεύθερη κουλτούρα και ανεκτικότητα προς το διαφορετικό. Σε αυτές τις κοινωνίες τούτο ήταν δυνατό, διότι αυτές δεν είχαν ούτε τις εμμονές, ούτε τους αυτισμούς ούτε τα κωλύματα της ελληνικής κοινωνίας. Επιπλέον, η ελληνική κοινωνία είχε και συνεχίζει να έχει παντελή έλλειψη ενημέρωσης για την ταυτότητα και τις ιδέες του ελευθεριακού χώρου. Και η βάση του όλου προβλήματος εντοπίζεται σε ακριβώς αυτό το σημείο. Στην έλλειψη ενημέρωσης. Διότι, αν δεν γνωρίζεις κάποιον, είναι αναμενόμενο να είσαι καχύποπτος γι’ αυτόν και τις πράξεις του.

Η έλλειψη ενημέρωσης δημιουργεί την εξής κατάσταση: Από τη μία η κοινωνία, που δεν γνωρίζει και δεν ασπάζεται την ελευθεριακή κουλτούρα, της αποδίδει τα μύρια όσα κακά, θεωρώντας ούτε λίγο ούτε πολύ ότι «αναρχικοί είναι αυτοί που τα σπάνε στις διαδηλώσεις». Από την άλλη, ο ελευθεριακός χώρος, για λόγους ιδεολογικούς, όπως μέλη του τους χαρακτηρίζουν  κατ’ ιδίαν, παραμένει «απρόσωπος» προς τα έξω, αρνούμενος οποιαδήποτε συγκροτημένη στρατηγική επικοινωνίας και ενημέρωσης. Περαιτέρω, αρκετά μέλη του αρνούνται την κατοχύρωση  δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου των συλλογικοτήτων τους, διότι θεωρούν μια τέτοια κατοχύρωση ως πράξη αντίθετη στην ιδεολογία τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ελευθεριακός  χώρος κατά πρώτον να είναι ευάλωτος στην όποια πολιτική αντιπαράθεση, κατά δεύτερον να του αποδίδεται κουλτούρα πολιτικής βίας, τρομοκρατίας και ανομίας και κατά τρίτον, ο λόγος του να διατηρεί έντονα μανιχαϊστικά και πολεμικά χαρακτηριστικά κατά της κοινωνίας, των κρατικών θεσμών και των ιδεολογικών του αντιπάλων, γεγονός που όχι μόνο δεν ευνοεί την ουσιαστική ενημέρωση της κοινωνίας για τις θέσεις και τις δράσεις του, αλλά αντίθετα διατηρεί το τεταμένο κλίμα και φοβίζει μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας. Συνέχεια

Τα αγαπημένα μου τραγούδια του 2012 από το 10 έως το 1

PIL-1051Του Γιώργου Στόγια

10) Dexys: She’s got a wiggle
(Από τον δίσκο One day I’m going to soar)

Δεν είναι ακόμη νέος και οργισμένος, δεν υπάρχει περίπτωση να εκπληρώσει τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες που είχε στο απόγειο της καριέρας του. Έχουν περάσει όμως τόσα πολλά χρόνια από τότε. Ίσως και ο ίδιος δεν λυπάται πια για τα μοιραία στραβοπατήματα που του κόστισαν τη διάρκεια της παρουσίας του στο ουράνιο μουσικό στερέωμα. Ο Kevin Rowland έχασε όλα του τα κανονάκια και είναι αδύνατον να κερδίσει κάποιο έξτρα γιατί το παιχνίδι του έχει αποσυρθεί. Σαν ένα φάντασμα που για γραφειοκρατικούς λόγους καθυστερεί η μεταφορά του μακριά από τον κόσμο των ζωντανών, επανένωσε (ψαλιδίζοντας το όνομα και τη νοσταλγία) το παλιό του συγκρότημα για έναν δίσκο και λίγες εμφανίσεις.

Η φωνή του, αναγνωρίσιμη ανάμεσα σε χίλιες άλλες, κάποτε σήμα κατατεθέν της ιδιοσυγκρασίας του, ακούγεται σήμερα πριονισμένη από όλες τις πλευρές, αποστερημένη της χαρακτηριστικής της οξύτητας. Το θλιβερό πέρασμα του χρόνου μπορεί να σκοτώσει το ταλέντο, το χιούμορ, την ψυχή. Τελευταία όμως μένει η ερωτική επιθυμία, η φαντασίωση της ιδανικής γυναίκας που θα τραγουδάει γλυκά στο αυτί του ότι τον θέλει. Μέχρι να κλείσει τα μάτια του και να πετάξει.

Καλοκαίρι, τα κορίτσια στο πίσω κάθισμα (γεμάτο άμμους) να θέλουν να ακούσουν ξανά τον Οδυσσεβάχ. Στον γυρισμό όμως από απομακρυσμένες παραλίες, τις έπαιρνε ο ύπνος. Καθώς έπεφτε η νύχτα, στη σιντιέρα γλιστρούσε αυτό:

I love her and in my mind she said
(I’m mad about you)
She’s mad about me.
but it’s only a dream

9) Νούμερο 9
Leonard Cohen: Different Sides
(Από τον δίσκο Old Ideas)

Η ενορχήστρωση είναι διακριτική, η φωνή μοιάζει με ψίθυρο, στο ρεφρέν έρχεται η χορωδία να σπρώξει το τραγούδι, να φτάσει μονότονα στο τέλος του. Ο ακροατής οφείλει να διαβάσει τους στίχους, να διαστείλει το κομμάτι με τη δημιουργικότητά του, μια διαδικασία αργή και απαιτητική, που μπορεί καν να μην ολοκληρωθεί, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά διασπαστικά ερεθίσματα.

Μια ελάχιστη, μικρή μέρα πέρασε, μόνο τέτοιες έχω, ο μόνος τρόπος να τη μεγαλώσω θα είναι να μην κοιμηθώ, τότε όμως η επόμενη ημέρα θα είναι νύχτα, δεν ξέρω αν είναι προτιμότερο, ποια ώρα γίνεται η αλλαγή, πότε έρχεται ο κόκκος σοφίας, που θα με κάνει διαφορετικό, καλύτερο, όπως θα ήθελα να είμαι.

Ακόμη και οι άθεοι έχουν ανάγκη ύμνων που να ανοίγουν τις πύλες του εσωτερικού παραδείσου. Μάλιστα, κάθε περίπου οκτώ χρόνια, ο Κοέν κυκλοφορεί μια συλλογή με καινούργιους. To Different sides, ειδικά, ανοίγει και μερικές καταπακτές προς την κόλαση της επιθυμίας, δια παν ενεχόμενο.

You want to live where the suffering is
I want to get out of town
Come on, baby, give me a kiss
Stop writing everything down

Both of us say there are laws to obey
Yeah, but frankly I don’t like your tone
You want to change the way I make love
(But) I want to leave it alone

8) Dan Stuart: Gonna Change
(από τον δίσκο The deliverance of Marlowe Billings)

Αν είχε βγάλει τέτοιο δίσκο φέτος ένα πιο μεγάλο όνομα, βροχή θα πέφτανε τα αστέρια στις κριτικές. Και δώσ’ του αφιερώματα και συνεντεύξεις. Απ’ όλη τη νεοψυχεδελική αμερικάνικη σκηνή της δεκαετίας του ’80 (και με την ευρύτερη έννοια από όσους κοιτούσαν πρώτιστα στα 60s για έμπνευση), μόνο οι R.E.M. έγιναν μεγάλο όνομα. Οι περισσότεροι σήμερα, όσοι επέζησαν, παίζουν μπροστά σε 50-70 άτομα. Οι αγαπημένοι μου ήταν οι Green on Red, μέχρι τέλους.

Αν πριν από δέκα χρόνια, κάποιος μου έλεγε ότι ο Dan Stuart θα κυκλοφορούσε έναν από τους καλύτερους δίσκους του 2012, θα του απαντούσα πως πολύ θα το ήθελα αλλά αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Όταν κάποιος έχει τελειώσει, σωστό θα είναι να κάτσει απέναντι στην τηλεόραση με μια μπίρα να βλέπει το ματς. Το «The Deliverance of Marlowe Billings» αποδεικνύει ότι μέχρι να κλείσει το καπάκι και να πέσει το χώμα, μπορείς πάντα να επιστρέψεις στην ενεργό δράση.

7) Cat Power: Ruin
(Από τον δίσκο Sun)

Η Chan Marshall δεν θα γίνει ποτέ τέλεια. Θα είναι σαν τους ανθρώπους που ξεχωρίζω για μεταφυσικά συγγενείς μου: Άγαρμπη, άστατη, ποτέ να μην ξέρεις πώς θα είναι αύριο. Απογοητεύει εκεί που οι προσδοκίες είναι ψηλές και ενθουσιάζει όταν κανείς δεν το περιμένει. Ανίκανη, με μια ακατανόητη αυτοκαταστροφικότητα, να ολοκληρώσει ένα μεγάλο έργο χωρίς λάθος κινήσεις. Δεν διαθέτει ούτε εκείνη την αυτοπειθαρχία που θα της επέτρεπε να γίνει ένα πολυτελές εξάρτημα της βιομηχανίας του θεάματος.

Άκουσα τόσες πολλές φορές το Sun που έφτασα να συνηθίσω τις αστοχίες, τη ληγμένη ηλεκτρονική ενορχήστρωση, το ανοικονόμητο στοιχείο των συνθέσεων, τους κάποτε απλοϊκούς στίχους. Έγιναν κομμάτι της καθημερινότητάς μου όπως η δική μου αποτυχία να διορθώσω αρχαίες νευρώσεις. Κρατήθηκα από τα τραγούδια της όπως περπατώ σε μια ετοιμόρροπη γέφυρα πάνω από το βάραθρο των αλλεργιών μου.

Μια μέρα μπορεί να καταφέρει να γίνει The greatest. Η μουσική της λέει ότι αυτό ισχύει για όλους. Ή τουλάχιστον, ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσουμε.

I’ve been to Saudi Arabia, Dhaka, Calcutta
Soweto, Mozambique, Istanbul, Rio, Rome
Argentina, Chile, Mexico, Taiwan, Great Britain
Belfast, to the desert, Spain, Tokio
Some little bitty island in the middle of the Pacific
All the way back home, to my town
To my town
Bitching, complaining when some ṗeople who ain’t got shit to eat
Bitching, moaning, so many people you know they got

What are we doing?
We’re sitting on a ruin Συνέχεια

Τα 20 αγαπημένα μου τραγούδια του 2012 (20 έως 10)

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

S_LP_SoapSkin_12Τέτοιες ημέρες κάθε χρόνο με πιάνει το πνεύμα των γιορτών. Δεν ξέρω από πού προκύπτει. Από το υλικό παιδικών μνημών με ασπρόμαυρες διαφημίσεις της Misko και τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς στην τηλεόραση; Από την προοπτική της επιστροφής σε μια Αθήνα με γεμάτα θέατρα και βιβλιοπωλεία, με τσεχωφικά οικογενειακά γεύματα και απανωτά καφέ με φίλους αγαπημένους που την υπόλοιπη χρονιά ζούμε σε άλλους κόσμους;

Αν τις προηγούμενες χρονιές οι αργίες με άφηναν τελικά με ένα αίσθημα ανικανοποίητου (και με πρησμένο στομάχι), πώς θα είναι φέτος; Μεγάλες απουσίες, από ανθρώπους που έφυγαν για πάντα, και μικρές, από εκείνους με τους οποίους δεν θέλουμε να ιδωθούμε γιατί ξέρουμε πως αν το κάνουμε, θα καταλήξουμε να καβγαδίζουμε για το μνημόνιο και την Αριστερά. Μείωση των εξόδων κάτω από το όριο της πολυτέλειας, ακόμη και γι’ αυτούς που διαθέτουν κάποια χρήματα. Ένα παραπάνω ποτό ενώ είναι ώρα να πας για ύπνο, η αγορά ενός βιβλίου το οποίο μάλλον δε θα διαβαστεί, ένα πιάτο φαΐ που θα πεταχτεί, έχουν άλλο ηθικό βάρος από παλαιότερα. Μπορεί να είναι και καλύτερα να κρατηθεί το μέτρο. Είναι πολύ διαφορετικά όμως όταν το επιλέγεις εσύ από τότε που σου επιβάλλεται (και βέβαια, άλλο το μέτρο αυτού που έχει ακόμη ένα σταθερό εισόδημα και άλλο αυτό που είναι στον άσσο).

Η κατάρτιση της ετήσιας λίστας με τα αγαπημένα μου τραγούδια της χρονιάς αποτελεί μια προσωπική τελετουργία. Παρά τον ψυχαναγκαστικό της χαρακτήρα, η συλλογή που προκύπτει είναι το παραδοσιακό δώρο μου στις συναντήσεις με τους φίλους. Χαίρομαι να μοιράζομαι με αυτό τον τρόπο τη μουσική που μου αρέσει. Κάπως σαν τις καλύτερες νύχτες σε πάρτι και μαγαζιά, δίχως το πολύ αλκοόλ, τους ενίοτε χαοτικούς εργοδότες, τις άσχετες «παραγγελιές», τις ανοησίες από τον ενθουσιασμό/κούραση, την επόμενη χαμένη μέρα από το ξενύχτι… Περιμένω με ενδιαφέρον να ακούσω τις δικές σας προτάσεις για κομμάτια που θα βρίσκονταν σε μια δική σας ανάλογη λίστα.
20) Mac DeMarco: My kind of woman
(από τον δίσκο «2»)

Κάποτε ο Jonathan Richman δεν μπορούσε να βρει εταιρεία για να βγάλει τον πρώτο του δίσκο. Μετά τον έχρισαν πρωτοπόρο της πανκ αλλά εκείνος βρισκότανε ήδη αλλού. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον δυο δεκαετίες μέχρι το συνολικό έργο του να αποτελέσει πρότυπο για νεότερους δημιουργούς όπως ο Adam Green και ο Jens Lekman. Ο 22χρονος από το Μόντρεαλ, περισσότερο από ομοιότητες στον ήχο, φαίνεται να κουβαλά την προσέγγιση του Jojo στη μουσική: εκτός εποχής σε βαθμό τόσο κωμικό που καταντάει άμεσο και γλυκό.

«I’m down on my hands and knees
begging you please baby to show me your world»

19) Dirty Projectors: Gun has no trigger
(από τον δίσκο «Swing Lo Magellan»)

Το πρόβλημα με μια τέτοια μπάντα διανοουμενίστικου indie rock είναι ότι σε σύγκριση με το αυθεντικό έργο των Talking Heads, κάθε προσπάθεια μοιάζει απελπιστικά λίγη. Κι όμως, η εργασιακή ηθική τους, σε συνδυασμό με τα σύγχρονα δίκτυα προώθησης της εναλλακτικής μουσικής, ίσως να κάνουν τη διαφορά: Οι Dirty Projectors εξελίσσονται αργά αλλά σταθερά προς το καλύτερο – ενώ, με το πέρασμα του χρόνου, οι Heads αποσυντίθονταν και βυθίζονταν στην απατηλή επιφάνεια των 80’s.

Πώς φτιάχνεται ένα pop hook από μια σειρά «λαθεμένων» κινήσεων; Η μπάντα του David Longstreth φαίνεται να βάζει συνέχεια στον εαυτό της αυτό το δυσεπίλυτο puzzle, με ανάμικτα αποτελέσματα. Εδώ όμως δείχνει να τα κατάφερε.

«You’d see a million colors
If you really looked […]
You hold a gun to your head
But the gun has no trigger»

18) Fiona Apple: Every single night 
(από τον δίσκο «The Idler Wheel Is Wiser Than The Driver of The Screw And Whipping Cords Will Serve You More Than Ropes Will Ever Do» )

Ένα κορίτσι με εντυπωσιακή πίστη στον εαυτό της, λες και υπάρχει μόνο αυτή στον κόσμο. Θα μπορούσε να είναι ένα ερείπιο – για την εταιρεία της θα έπρεπε να είναι μια επιτυχημένη pop star. Κατάφερε όμως να επιβάλλει τους δικούς της όρους και να αναγκάσει κοινό και κριτικούς να την πάρουν στα σοβαρά. Μπορεί να μην είναι η Laura Nyro, αλλά δεν έχει σημασία. Η Fiona είναι πιο κοντά μου.

«My heart’s made of parts of all that surround me
And that’s why the devil just can’t get around me […]
Every single night’s a fight with my brain»

17) Emika: 3 Hours
(από τον δίσκο «Emika»)

Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη χορευτική ηλεκτρονική μουσική, όπως κι αν αυτή ονομάζεται κάθε φορά, είμαι παραδοσιακός: θέλω κάτι από όπου να μπορώ να πιαστώ, κάτι αξιομνημόνευτο. Δεν με ενδιαφέρει να χαθώ ανάμεσα σε δύο χτυπήματα του ρυθμού – κάποτε το πέτυχα, ήταν υπέροχο αλλά με δυσανάλογο κόστος (αυτή όμως ακριβώς είναι η λογική του, να μη μετράς πόσο πληρώνεις γιατί το άπειρο είναι μαζί σου μέχρι να γίνει μηδέν).

H Emika έφυγε από το Bristol και εγκαταστάθηκε στην «πρωτεύουσα», στο Βερολίνο. Γράφει, ενορχηστρώνει και τραγουδά τα δικά της κομμάτια, ενώ ξέρει να παίζει από κλασικό πιάνο μέχρι να χειρίζεται τα μουσικά μπλιμπλίκια τελευταίας τεχνολογίας (αυτή ήταν η «πρωινή» της δουλειά μέχρι πρόσφατα). To 3 Hours είναι οικείο, θυμίζει πάρα πολλά. Το κόλπο της Σειρήνας ή, αλλιώς, η δικαιολογία που έψαχνα για μια μικρή ένοχη απόδραση…ξανά και ξανά.

Σχετικά με τους στίχους του κομματιού, όσοι/όσες βιάζονται για φεμινιστική ανάλυση, μπορούν να φανταστούν ότι η Emika μιλά για τα χτυπήματα που ρίχνει η ίδια στον εαυτό της (δίχως να έχω κανένα στοιχείο για να στηρίξω μια τέτοια ερμηνεία).

Hit me where you want it and I’ll take the blame
Hit me and I guarantee you’ll feel the same
Hit me if you think that it will help the pain
Hit me, hit me, hit me, hit me any way

16) Animal Collective: Today’s Supernatural
(από τον δίσκο «Centipede Hz»)

Η μουσική αυτού του συγκροτήματος δεν υπάρχει, είναι έξω από τα όρια της κατανόησής μου. Οι Animal Collective είναι υπεύθυνοι για το αφόρητα πληκτικό έργο των αμέτρητων κακών μιμητών τους. Επίσης, αν δεν υπήρχε το Pitchfork να τους προμοτάρει εξόφθαλμα, μπορεί να ‘χαν διαλυθεί, και τα μέλη τους να δούλευαν σε γραφεία και καταστήματα. Μπορώ να συνεχίσω; Είναι νεότεροι από μένα, καλλιεργημένοι, αμερικανάκια, στιλάτοι, κρυπτικοί, δεν παθαίνουν κρίσεις, δεν είναι καθόλου θεατρικοί (σε σημείο να μην έχω επιθυμία να τους δω ζωντανά). Τι είδος είναι αυτό που παίζουν; Και γιατί τραγουδούν σαν να τους έχει κάτσει ένα ζωντανό καβούρι στο λαιμό; Δεν μπορούν να πάνε σε κάποιον ειδικό να τους το βγάλει;

Δεδομένου λοιπόν του εκνευρισμού που μου προκαλούν, δεν έφτανε που ήταν ένα από τα πιο επηρεαστικά group της δεκαετίας 00′-10’, δεν αρκούσε που άκουγα το Strawberry Jam για ένα χρόνο σαν να ανέβαινα σε καρέκλα και βουτούσα το κουτάλι σε βαζάκι μαρμελάδας χωρίς πάτο, κόλλησα φέτος με το Today’s Supernatural!

Το πρωί, στο αυτοκίνητο, πολύ δυνατά! Σταματημένος στην κίνηση να τρέχω με 120. Αργοπορημένος για τη δουλειά, να φτάνω ατσαλάκωτος, ένα βήμα μπροστά, και οι υπόλοιποι σε slow motion. Ελιξίριο.

«Cause your own is the sweetest thing inside of you
And our home is bigger then a mountain view»

15) Giant Giant Sand: Cariñito
(Από τον δίσκο Tucson: A Country Rock Opera)

Υπάρχουν πολλοί απατεώνες στον κόσμο αλλά ο Howe Gelb δεν είναι ένας από αυτούς. Δεν κεφαλαιοποίησε ποτέ τη δουλειά άλλων, ούτε έστησε το έργο του για να στοιχηματίσει στις διαθέσεις του κοινού του. Δεν υποδύθηκε καν αυτό που είναι. Η πιο χαμηλών τόνων ροκ ιδιοφυία των τελευταίων τριάντα ετών, σε σημείο που ακόμη και τώρα, κουρασμένος όπως είμαι από μια γεμάτη μέρα, θα έπινα μαζί του ένα ποτό δίχως να κομπλάρω.

Από την άγρια Δύση στην παλιά Ευρώπη και πίσω, ουσιαστικά έμεινε ο ίδιος σε όλες του τις μεταμορφώσεις και τις συνεργασίες, μια τέχνη διατήρησης της σταθερότητας μέσα από τη συνεχή αλλαγή. Η διασκευή του Carinito αποτελεί μια ανωμαλία στο έργο του, ένας φόρος τιμής στην παράδοση από έναν συστηματικό ανανεωτή.

Δεν ξέρω να χορεύω με τον ρυθμό, δεν ξέρω ισπανικά, αλλά μ’ αρέσει… Συνέχεια

Λέοναρντ Κοέν: Ακόμη και τα αστέρια ήθελαν να γίνουν κάτι άλλο

      Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Αναδημοσίευση από την «Εφημερίδα των Συντακτών» (24/11/12)

«Ρουφούσαμε ο ένας τα δάχτυλα του άλλου, λιγάκι φοβισμένοι, σαν παιδιά που γλείφουν γλειφιτζούρια ενώ παρακολουθούν μια αγωνιώδη καταδίωξη με αυτοκίνητα στην οθόνη».

Το 1964 ήταν μια καλή χρονιά για να είσαι νέος, χαρισματικός και λευκός στην Αμερική. Η πολιτιστική επανάσταση και η σεξουαλική απελευθέρωση είχαν μπει στις ράγες, μερικοί μάλιστα έκαναν λόγο για κοινωνική ανατροπή. Ο Κοέν, παρά τη σχετική επιτυχία των ποιητικών του συλλογών στον Καναδά και το πλασάρισμά του στην εξωτερική στοιβάδα της αυλής του Άντι Γουόρχολ στη Νέα Υόρκη, έβλεπε το τρένο της εποχής να φεύγει και να τον αφήνει. Αυτόν, που θα έπρεπε να είναι ο οδηγός του, η φωνή της γενιάς του, το λογοτεχνικό ισοδύναμο των Rolling Stones! Προκειμένου  να πηδήξει, θα βγει εκτός «σκηνής» και θα πάρει  μια  τεράστια φόρα, τόσο σε φυσικές διαστάσεις όσο και σε μεταφυσικές: Στη διάρκεια δύο οχτάμηνων παραμονών στην Ύδρα, θα γράψει το μυθιστόρημα «Υπέροχοι απόκληροι», το έργο που είτε θα τον καθιέρωνε ως συγγραφέα, είτε θα τον αποτελείωνε. Everybody knows τι από τα δύο συνέβη…

«Μερικές φορές, αμέσως μετά τον οργασμό ή λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, νομίζω ότι το μυαλό μου ακολουθεί ένα μονοπάτι που έχει πάχος κλωστής και άπειρο μήκος˙ είναι μια κλωστή που έχει το ίδιο χρώμα με τη νύχτα».

Σε πρώτη ματιά, το κείμενο δίνει πιθανώς την εντύπωση ότι αποτελεί  προϊόν αυτόματης γραφής. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση φέρνει στην επιφάνεια τον συνεκτικό αφηγηματικό ιστό και το επεξεργασμένο λογοτεχνικό όραμα του συγγραφέα: Δυο αδελφικοί φίλοι και εραστές από το ορφανοτροφείο βρίσκονται σε σχέση έντονου αλλά κρυφού ανταγωνισμού, με τον μυστηριώδη Φ. να παίζει τον Σατανά, και τον αφηγητή να υποκύπτει πάντα στον Πειρασμό. Ανάμεσά τους θα συνθλίψουν την Κατρίν, μια δεκαεξάχρονη ινδιάνικης καταγωγής, στην οποία προβάλλουν αντεστραμμένα την αγιοσύνη μιας προσήλυτης προγονής της που έζησε τον 17ο αιώνα.  Για να μην παρέμβει η Εκκλησία, ο Εισαγγελέας ή μια φεμινιστική οργάνωση, δεν μπαίνω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Σας υπενθυμίζω όμως ότι το «Υπέροχοι απόκληροι» γράφτηκε σε καιρούς που η αναζήτηση της ουτοπίας με κάθε μέσο δεν είχε πληγεί από τους Hell’s Angels, τις δολοφονίες Μάνσον, τη ναρκομαφία, την πετρελαϊκή κρίση και την πολιτική ορθότητα…

[…] ανέβηκε στο γόνατό μου, αυτή την έρημο των αισθήσεων, εξερευνώντας την επιγονατίδα με τέτοια αφοσίωση, λες και μέσα εκεί κρυβόταν ένα λουκέτο που η γλώσσα της μπορούσε να το ανοίξει, μιλάμε για εξοργιστική σπατάλη γλώσσας […] Συνέχεια

Η Χρυσή Αυγή είναι πολιτικός αντίπαλος;

Αν υπάρχει ακόμα περιθώριο για κάποιο consensus σ’ αυτήν την κοινωνία, θα πρέπει να αποδειχτεί με κάτι κοινό ενάντια στα βδελύγματα με τα μαύρα. Εμείς δε θα σταματήσουμε την προσπάθεια μέχρι η Χρυσή Αυγή να βγει μια για πάντα στο περιθώριο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο θα φιλοξενούμε απόψεις που θεωρούμε ότι κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Σήμερα λοιπόν, γράφει για το Φελέκι η Φωτεινή Χατζή, την οποία και ευχαριστούμε.

Η Χρυσή Αυγή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος, γιατί δεν είναι τέτοιος· είναι κοινωνικός και πολιτισμικός εχθρός και έτσι οφείλουμε να του φερόμαστε.

Δεν έχει νόημα να αυταπατάται κανείς ότι η προβολή των θέσεών της μπορεί να την αποδομήσει. Αντίθετα, όπως απεδείχθη, την ισχυροποιεί, επειδή ακριβώς οι ψηφοφόροι της δεν αντιλαμβάνονται το βάρος των λέξεων ρατσισμός, εθνοκάθαρση, πογκρόμ κλπ. Δεν αποθαρρύνονται από τη φυσική ή λεκτική βία, τις απειλές και το φασισμό, δεν γελάνε με τις βλακείες τους, δεν εξανίστανται με την παραποίηση της ιστορίας, δεν σοκάρονται από τις δολοφονικές επιθέσεις, δεν, δεν, δεν. Γιατί, πολύ απλά, οι ψηφοφόροι τους δεν διαφέρουν από τους εκπροσώπους τους, παρά μόνο στο θράσος. Πιστεύουν τα ίδια πράγματα, συμπεριφέρονται με παρόμοιο τρόπο, έχουν τις ίδιες ψυχικές ανωμαλίες. Συνέχεια

Το κατά Γαϊτάνον Ευαγγέλιον της Χρυσής Αυγής

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Με τον Πέτρο Γαϊτάνο βρέθηκα στην ίδια σειρά στο Πολεμικό Ναυτικό, στην 1995 Ε. «Βρέθηκα» τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί τον ανερχόμενο τότε τραγουδιστή ελάχιστες φορές είδαμε στο Παλάσκα τις πρώτες ημέρες,  και στον Πόρο κατά τη διάρκεια της βασικής εκπαίδευσης.

Σε στιγμές κούρασης (τόσο σωματικής όσο και από την ανοησία του όλου πράγματος), η αναφορά στην απουσία του Γαϊτάνου λειτουργούσε εκτονωτικά: πετούσαμε με τους άλλους μελλοντικούς ναύτες ένα μπινελίκι και νιώθαμε εντονότερους τους δεσμούς της πρόσκαιρης κοινότητάς μας. Εμένα μάλιστα με έπιανε το αντικληρικαλιστικό μου, καθώς φημολογούνταν ότι πίσω από τις κοπάνες του αοιδού βρισκόταν η Εκκλησία.

Βέβαια, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν ιδιαίτερο πρωτότυπο. Σε κάθε σειρά υπάρχουν ευνοούμενοι  με ανάλογη μεταχείριση, με τους αναγνωρίσιμους να τραβάν την προσοχή πάνω τους.

Το ενδιαφέρον της ιστορίας, και ο λόγος που με έκανε να σας τη διηγηθώ, με το κατά Γαϊτάνον ευαγγέλιον της Χρυσής Αυγής να ηχεί ακόμη στα αυτιά μας, διαδραματίζεται τη τελευταία νύχτα της παραμονής μας στον Πόρο, μετά την ορκωμοσία.

Είθισται να γίνεται μια εκδήλωση με καλεσμένους διάφορους ελάσσονες συνήθως αστέρες του ελληνικού πενταγράμμου, για να φύγουν οι εκπαιδευόμενοι με καλές μνήμες από την κακοπάθεια των προηγούμενων σαράντα ημερών. Θυμάμαι σίγουρα τον Στάθη Αγγελόπουλο, να μας διασκεδάζει με τα τραγούδια του πατέρα του. Κάπως είχε βρεθεί  ένα μπουκάλι κρασί, κι έτσι, μαζί με την παρέα είχα σχετικά μερακλώσει, δεχόμενος έως ένα σημείο  τη σύμπτωση του εγώ  με τη νεόκοπη στρατιωτική μου ταυτότητα.

Ο Γαϊτάνος ανέβηκε στη σκηνή, και πολύ σύντομα προσγειώθηκα από τις φαντασιώσεις συμπερίληψής μου σε μια «λαϊκή» ομοψυχία στο έδαφος της «τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα»  υπαρξιακής μοναξιάς μου.   Συνέχεια

«Δεν μπορώ να διαδηλώνω μαζί με…»

Γράφει ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος.

Το κείμενο αναρτήθηκε ως σχόλιο στο facebook και αναδημοσιεύεται μετά από άδεια του συγγραφέα.

Ακροατές και φίλοι μού ζήτησαν να αναρτήσω το σημερινό μου σχόλιο στo metropolis του 9.84. Πάει κάπως έτσι:

«Δεν πηγαίνω πια σε διαδηλώσεις. Η τελευταία ήταν αρκετά χρόνια πριν και ήταν αυθόρμητη, οργανωμένη μέσω διαδικτύου. Όπως πολλοί που θα ήθελαν να διαδηλώσουν, δεν το κάνουν. Μερικούς από τους λόγους που κάνουν πολύ κόσμο να απέχει από τις διαδηλώσεις τους είδα πάλι και χτες όπως και στις πρόσφατες διαδηλώσεις, ακόμη και του σωματείου μου, της ΕΣΗΕΑ:

Δεν μπορώ να βαδίζω πλάι-πλάι με ανθρώπους που φωνάζουν συνθήματα, όπως «Η χούντα δεν τελείωσε το ‘73» το οποίο είναι πέρα για πέρα ανιστόρητο –και στην κυριολεξία του ακόμα-, αφού η στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα έπεσε το ’74. Γιατί ξέρουμε καλά όλοι πως αν είχαμε χούντα κανένας από όσους σήμερα διαδηλώνουν ή φωνάζουν συνθήματα δεν θα μπορούσε να το σκεφτεί καν.

Δεν μπορώ να διαδηλώνω μαζί με ανθρώπους που φορούν καρναβαλίστικες στολές των SS ή καίνε ναζιστικές σημαίες για να διαδηλώσουν ενάντια στη Καγκελάριο της χώρας που γνωρίζει καλά τι θα πει ναζισμός και που εκεί οι νεοναζί είναι εκτός νόμου. Ενώ εδώ, στη χώρα που διαδηλώνει, οι νεοναζί είναι στο Κοινοβούλιο και οι δημοσκοπήσεις τούς φέρνουν τρίτο κόμμα. Εκτός αν οι δικοί μας διαμαρτύρονταν κατά της Χ.Α. και δεν το κατάλαβα…

Δεν μπορώ να διαδηλώνω μαζί με ανθρώπους που στο όνομα της Αριστεράς που θέλει μάλιστα να κυβερνήσει μόνη της, βγάζουν το πιο άγριο μίσος, με συνθήματα γηπεδικά ενάντια στους πρώην συντρόφους τους και μάλιστα σε προσωπικό επίπεδο, όπως κάνουν συστηματικά αρκετοί διαδηλωτές του Σύριζα εναντίον του Φώτη Κουβέλη και βουλευτών της ΔΗΜΑΡ. Αποδεικνύοντας ότι ούτε είχαν ούτε και έχουν σχέση με αυτό που ονομάστηκε ιστορικά στην Ελλάδα «ανανεωτική αριστερά», αλλά δεν έχουν σχέση και με οποιαδήποτε έννοια πολιτικού πολιτισμού.

Και δεν μπορώ ούτε να διαδηλώνω μαζί με ανθρώπους που βρίσκουν χαριτωμένες ή πικάντικες, χυδαίες εκφράσεις ή φωτογραφίες με ορθωμένους φαλλούς που περιμένουν τη Μέρκελ, σαν αυτούς που έστελνε χτες μέσω tweeter ο βουλευτής των Ανεξάρτητων Ελλήνων και εκπρόσωπος μάλιστα του καλλιτεχνικού κόσμου, ο ηθοποιός Παύλος Χαϊκάλης. Συνέχεια

Νέο βιβλίο ιστορίας Στ΄ Δημοτικού: Νέο βιβλίο ιστορίας ΣΤ’ δημοτικού: Εθνοκεντρική ιστορία και αναχρονιστική παιδαγωγική

Γράφουν οι Γ. Στόγιας, Α. Δημητρόπουλος, Ρ. Χόπλαρου.

To κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρώτα στο Φελέκι και στη συνέχεια στο The Books’ Journal (τχ. 25, Νοέμβριος 2012).

Το νέο εγχειρίδιο ιστορίας για την έκτη τάξη του δημοτικού σχολείου   που διανεμήθηκε φέτος στα σχολεία της Ελλάδας και της Κύπρου, σηματοδοτεί ένα άλμα  προς τα πίσω, τόσο από πλευράς παιδαγωγικής μεθόδου όσο και από αυτής του περιεχομένου. Το έργο της συγγραφικής ομάδας, με επικεφαλής τον ιστορικό Ι. Κολιόπουλο, σε διάσταση από την Ιστορία ως κοινωνική επιστήμη και από τη Διδακτική της Ιστορίας, αναπαράγει  μια ιδέα της σχολικής  ιστορίας ως μέσο εθνικού και ηθικού φρονηματισμού. Το νέο εγχειρίδιο πληροί όλα τα κριτήρια κακής χρήσης της Ιστορίας στην εκπαίδευση, όπως αυτά έχουν διατυπωθεί και κυρωθεί στις  σχετικές  συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης[1].

Η λόγια γλώσσα του αφηγηματικού κειμένου μπορεί να ικανοποιεί το γλωσσικό επίπεδο, τα ιστορικά ενδιαφέροντα και τις ιδεολογικοπολιτικές πεποιθήσεις των συγγραφέων, αλλά ουσιαστικά αδιαφορεί για τους κατεξοχήν αποδέκτες του βιβλίου: τους μαθητές της έκτης τάξης του δημοτικού. Οι συγγραφείς κάνουν αλόγιστη χρήση αφηρημένων εννοιών, μη λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη οι νέες γνώσεις να «οικοδομούνται» στη βάση των προηγούμενων γνώσεων και εμπειριών των μαθητών. Ενδεικτικά,  στη σελίδα 21, ο μαθητής συναντά, πέρα από εκείνες που επιχειρείται να εξηγηθούν στο γλωσσάρι, τις έννοιες: «εξέγερση, ανεξαρτησία, φιλελεύθερες ιδέες, διακήρυξη, θεσμός, βασιλεία, επαναστατικά κινήματα, οικονομική κρίση, κοινωνική ανισότητα, πολιτικά δικαιώματα, δίκαιη κατανομή φόρων, κληρικοί, ευγενείς, αστοί, εξουσία, μεσαίωνας, μεγαλοϊδιοκτήτες, μετριοπαθείς απόψεις, ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, έθνος, μονάρχης, εκκλησιαστική περιουσία, σύνταγμα, κοινοβούλιο, πολίτης, εκτέλεση, αυτοκράτορας, μεταρρυθμίσεις». Οι παραπάνω έννοιες είναι κρίσιμης σημασίας, όχι μόνο για την κατανόηση της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, αλλά και για την ανάπτυξη της δημοκρατικής συνείδησης. Κι όμως, αντιμετωπίζονται από τους συγγραφείς είτε ως αυτονόητες είτε ως  ήδη διδαγμένες και γνωστές στους μαθητές της έκτης δημοτικού! Αλλιώς, πώς περιλαμβάνονται  σε ένα μάθημα, που μαζί με τη μελέτη των πηγών και τις ασκήσεις του, διαρκεί 40-45 λεπτά της ώρας; Είτε οι συγγραφείς του βιβλίου νομίζουν ότι απευθύνονται σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου –αν όχι του Πανεπιστημίου- είτε η «παιδαγωγική» τους προσέγγιση αποσκοπεί στην αναπαραγωγή ενός κοινωνικού φίλτρου σύμφωνα με το οποίο οι λίγοι «εκλεκτοί» επιτυγχάνουν να αφομοιώσουν το σχολικό λόγο, και οι υπόλοιποι απλά εσωτερικεύουν την αδυναμία τους και «κλίνουν την κεφαλή» απέναντι στους κατέχοντες την ακατάληπτη γνώση. [2]

Το «Βιβλίο Μαθητή» καθώς και το «Τετράδιο Εργασιών» που το συνοδεύει, περιορίζονται κυρίως σε ερωτήσεις απομνημόνευσης χρονολογιών, τοποθεσιών και ονομάτων. Απουσιάζουν, δηλαδή,  τα ερευνητικά ερωτήματα και οι δραστηριότητες που να προάγουν το  κριτικό πνεύμα και τον ιστορικό εγγραμματισμό των μαθητών. Γενικά, το μάθημα της  Ιστορίας αντιμετωπίζεται ως ένα γλωσσικό μάθημα με ασκήσεις και δραστηριότητες του τύπου «συμπληρώστε τα κενά». Σε αυτό το πνεύμα, δεν λείπουν και οι προτροπές σε «εκθέσεις ιδεών» όπως αυτή: «Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η αξία της θυσίας του Μάρκου Μπότσαρη;» (σελ. 113).

Παρά την πληθώρα των πηγών που συνοδεύουν κάθε διδακτική ενότητα, αυτές παραμένουν μονοπρισματικές. Δεν αναδεικνύουν τις διαφορετικές οπτικές για το ίδιο  γεγονός, ιστορίες των εθνικά, κοινωνικά και έμφυλα «άλλων». [3] Η στείρα γεγονοτολογία, ο δογματισμός και η χρηστομάθεια δεν βοηθούν στην ανάπτυξη αναλυτικών και κριτικών δεξιοτήτων και στη συγκρότηση εννοιών (π.χ. ιστορικός χρόνος,  αλλαγή και  συνέχεια, τεκμήριο, αίτιο και συνέπεια, ιστορική σημαντικότητα). Ούτε και καλλιεργούν στάσεις και συμπεριφορές που θα προετοιμάσουν πολίτες δημιουργικούς και υπεύθυνους, πολίτες που θα μπορούν να συνυπάρχουν, να συνδιαλέγονται, ακόμη και με αυτούς που τους χωρίζουν ιστορικές διαμάχες.

Ο τίτλος του βιβλίου στο εξώφυλλο είναι «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου». Στο εσωτερικό του, αυτό μεταφράζεται σε δεκαπέντε (15) σελίδες ευρωπαϊκής ιστορίας και διακόσιες εννιά (209) σελίδες με επίκεντρο την ελληνική, οι περισσότερες από τις οποίες (70 σελίδες) αναφέρονται στην «Μεγάλη Επανάσταση» (σημ. εννοεί την ελληνική επανάσταση του 1821). Αντί οι μαθητές  να γνωρίσουν πώς τα γεγονότα και οι μεγάλες αλλαγές συνδέονται μεταξύ τους σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, το ελληνικό έθνος ανάγεται σε μοναδικό, περιούσιο και ανάδελφο.

Η πολεμική ιστορία, τα ηρωικά κατορθώματα «παλικαριών» (σελ. 83)  που αψηφούν το θάνατο, συνθέτουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος  της αφήγησης, αφήνοντας την πολιτική, οικονομική, κοινωνική, ιδεολογική και πολιτιστική ζωή να διαδραματίζουν συμπληρωματικό ρόλο. Χαρακτηριστικά, στην ενότητα για την ελληνική επανάσταση, οι ιστορικές εξελίξεις που οδήγησαν στην επιτυχή έκβαση και τη συγκρότηση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, παρουσιάζονται κυρίως ως «επεισόδια» στα οποία πρωταγωνιστούν οι εθνικοί ήρωες και τα πολεμικά τους κατορθώματα. Τα ονόματα του Κανάρη, του Μπότσαρη, του Παπαφλέσσα, του Καραϊσκάκη φιγουράρουν στους τίτλους των μαθημάτων αυτών. Η  εθνική ιστορία, αντρική φυσικά, γράφεται με το σπαθί!

Δε λείπουν, άλλωστε, ούτε οι  κοινοτοπίες της μισαλλόδοξης ρητορικής:  Οι Έλληνες έχουν πάντα δίκαια, ενώ οι «εχθρικοί» λαοί (Βούλγαροι και Τούρκοι) έχουν πάντα άνομα συμφέροντα. Οι Έλληνες -ακόμη κι όταν επιτίθενται!- είναι αμυνόμενοι, απαντούν σε μία προηγούμενη πρόκληση.   Όταν οι Έλληνες είναι ενωμένοι μεγαλουργούν. Όταν όμως επιτρέπουν στους ξένους να τους διχάσουν, έρχεται η καταστροφή.

Σε κανένα σημείο δεν αφήνεται κάποια «σκιά» για τους ελληνικούς φορείς εξουσίας, είτε αυτοί αφορούν σε πρόσωπα είτε σε  θεσμούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ένθερμη υποστηρίκτρια της επανάστασης του ’21. Τόσο κατά την προεπαναστατική περίοδο, όσο και κατά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, οι πρόκριτοι και οι κλέφτες κινούνται με μόνη έγνοια τους το καλό της πατρίδας.  Ακόμη και στο εγχειρίδιο του 1989  είχαμε, επί του θέματος, δύο αντιτιθέμενες πηγές με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι Προεστοί προστάτευαν/καταπίεζαν τους ραγιάδες» (σελ 38-39). Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, η προέλευση των δολοφόνων δεν είναι ρητή, υπονοείται χωρίς να αποσαφηνίζεται, ενώ η μοναδική συνέπεια της δολοφονίας του είναι η  επικράτηση αναρχίας. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897  προσπερνιέται σε δύο όλες κι όλες γραμμές!

Γενικά, ιστορικά ζητήματα που, για επιστημονικούς ή ιδεολογικούς λόγους, ενδεχομένως διχάζουν ακόμα, αντιμετωπίζονται με στάση δήθεν ουδετερότητας, ακόμα και σε βάρος της ιστορικής αλήθειας, διανθισμένα με  δόσεις «πολιτικής ορθότητας», αντί αυτά τα ζητήματα να τίθενται στον κριτικό στοχασμό των ίδιων των μαθητών. Έτσι, οι ευκαιρίες που προσφέρει το ιστορικό παρελθόν για την ανάπτυξη του κριτικού αναστοχασμού και της ιστορικής σκέψης των μαθητών και αυριανών πολιτών θυσιάζονται στο βωμό της ιεροποίησης του εθνικού παρελθόντος.

Σε σχέση με τις παραπάνω διαπιστώσεις αλιεύσαμε και παραθέτουμε μερικά αντιπροσωπευτικά «μαργαριτάρια»:  :

  • Ο Κοσμάς ο Αιτωλός εγγράφεται, τουλάχιστον εν μέρει,  στο πνεύμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (σελ. 53).
  • Το «Κρυφό Σχολειό» αποτελεί «αποτύπωση στην εθνική συλλογική μνήμη» των δύσκολων συνθηκών για την παιδεία τα πρώτα μετά την Άλωση χρόνια. Μια σκοτεινή διατύπωση απέναντι στην εύγλωττη εικόνα του Γκύζη και το ποίημα του Πολέμη (σελ. 54-55). Όλα αυτά αντί να γραφτεί πως το «Κρυφό Σχολειό» είναι μύθος (ή έστω θρύλος, όπως το αποκαλούσε το εγχειρίδιο του 1989), και να συζητηθούν οι συνθήκες που οδήγησαν στην κατασκευή του και ο ρόλος τον οποίο επιτέλεσε.
  • Για την άλωση της Τριπολιτσάς, εν μέσω περιγραφών στρατηγικών σχεδίων και ηρωισμών, μαθαίνουμε ότι «Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασίες» (σελ. 99). Έτσι, απρόσωπα, χωρίς  τους αριθμούς, τα επίθετα και τα επιρρήματα που κοσμούν  συνήθως τις τουρκικές βιαιοπραγίες.
  • Όλες οι αναφορές στους Οθωμανούς και τους Τούρκους είναι αρνητικές, με αποκορύφωμα αυτή της πηγής στη σελ. 31 όπου ο μαθητής διαβάζει: «[…]Και αν θελήσει ο Πανάγαθος και φιλεύσπλαχνος Θεός και βοηθήσει να ελευθερωθεί το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό, απάνθρωπο, αντίχριστο και άσπλαχνο Τούρκο […]».
  • Η παρουσία των γυναικών στην ιστορία εξαντλείται σε τέσσερις σειρές για την Μπουμπουλίνα και τη Μαυρογένους (σελ. 92) και σε άλλες έντεκα για τα δικαιώματα των γυναικών (σελ. 188), και τα δύο εκτός του κύριου κειμένου της αφήγησης.
  • Σύμφωνα με τους συγγραφείς, «η Ναυμαχία του Ναυαρίνου» επιτάχυνε τις εξελίξεις!  Άρα, σε πείσμα κάθε ιστορικής αποτίμησης της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής κατάστασης των ελληνικών δυνάμεων κατά το 1827, το αναγνωρισμένο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος ήταν  μοιραίο ότι θα σχηματιζόταν. Φαίνεται θα ήταν γραμμένο στους ουρανούς!
  • Σε αντιδιαστολή με τη μεγάλη έκταση του κειμένου που αφιερώνεται στην περιγραφή πολεμικών κατορθωμάτων και ηρωικών θανάτων, άλλα θέματα αντιμετωπίζονται ως ελάσσονος σημασίας. Π.χ. το γλωσσικό ζήτημα (σελ. 163), η βιομηχανική επανάσταση (σελ.156) και η Οκτωβριανή επανάσταση (σελ.192) καταλαμβάνουν  από τρεις, εννιά και εννιά σειρές αντίστοιχα. Μόνο το κείμενο για τον Κανάρη, με μεγάλη γραμματοσειρά, είναι είκοσι τρεις σειρές.
  • Στο πνεύμα των σχολικών εορτών, με μια ομφαλοσκοπική αντιστροφή,  ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος αναφέρεται ως ένα παράρτημα του Αλβανικού έπους.
  • Στην «ατυχέστερη» πρόταση όλου του βιβλίου, «ο πόλεμος ήταν το ολέθριο επακόλουθο της αποτυχίας στην εφαρμογή των όρων ειρήνης, που είχαν τερματίσει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Καμία αναφορά στον φυλετικό ρατσισμό, στη  ναζιστική ιδεολογία, στο επεκτατικό όραμα του αριανισμού, στην προπαγάνδα. Η Χρυσή Αυγή θα είναι ευτυχής και ευγνώμων.
  • Λες και τους συγγραφείς οδηγούσε το  πνεύμα της διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, στην προσπάθειά τους να μη δυσαρεστήσουν κανέναν, φτάνουν μέχρι την άμβλυνση του ίσως τραυματικότερου γεγονότος στη σύγχρονη ιστορία του ΚΚΕ: «Ο «Ψυχρός Πόλεμος» ήταν η εποχή που οι δυο αντίπαλοι συνασπισμοί, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ αντίστοιχα, καθόρισαν τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ωστόσο, η κατάσταση σήμερα έχει διαφοροποιηθεί. Η κατάρρευση των παραπάνω συνασπισμών, με συμβολικό δείγμα την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, δημιούργησε νέα δεδομένα» (σελ. 232). Αν δεν το ξέρατε λοιπόν, κατέρρευσε και το ΝΑΤΟ το 1989. Με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. Να μη μείνει κανένας παραπονεμένος.

Αναμένουμε ότι ερευνητές ιστορικοί και παιδαγωγοί, θα εκπονήσουν  συστηματικές κριτικές  στο εν λόγω εγχειρίδιο. Το δικό μας συμπέρασμα, επιγραμματικά,  είναι ότι, παρά τη διακηρυγμένη αποδοχή της ανάγκης για ουσιαστικές αλλαγές στις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης στα σχολεία, ώστε να αναπτύσσονται οι κριτικές ικανότητες των αυριανών πολιτών, ο στόχος αυτός δεν θα προαχθεί με το συγκεκριμένο  βιβλίο ιστορίας. Το αντίθετο!

Ο Γιώργος Στόγιας είναι εκπαιδευτικός με ειδικότητα στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων.

Ο Δρ. Αποστόλης Δημητρόπουλος είναι κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης.

Η Ρένα Χόπλαρου είναι εκπαιδευτικός, μέλος του Ομίλου Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας.


[1] Συμβούλιο της Ευρώπης, Σύσταση 15 (2001) και Σύσταση 6 (2011).

[2] Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο αναγνώστριας (της πρώτης μορφής του παρόντος άρθρου) στο διαδίκτυο: «Κάθε φορά που έχει η κόρη μου ιστορία, πρέπει να εξηγήσω το μάθημα, να την εισάγω σε έννοιες -ισμών και να της εξηγήσω πολλά άλλα ζητήματα τα οποία αναφέρονται ακροθιγώς, σα να μη πήγε ποτέ στο μάθημα παράδοσης. Και, ας σημειωθεί, η δασκάλα είναι εξαίρετη».

[3] Η πολυπρισματικότητα, μια προσέγγιση που βρίσκεται στον πυρήνα των συζητήσεων της Ιστορικής Εκπαίδευσης σε διεθνές επίπεδο τα τελευταία τριάντα χρόνια, δεν σημαίνει αντικατάσταση της όποιας κυρίαρχης αφήγησης, με μια άλλη αφήγηση, την αντίθετή της. Επίσης, η πολυπρισματική προσέγγιση, ενώ θεωρεί αυτονόητη τη διερεύνηση των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών και των διαφορετικών ερμηνειών, δεν αρκείται σε αυτή.  Θέλει να διδάξει στα παιδιά πώς να αξιολογούν τις πηγές τους, ακόμα και να τις αμφισβητούν. Το σημαντικότερο, θέλει να τα διδάξει να  διατυπώνουν ιστορικά ερωτήματα. Στοχεύει στη διδασκαλία εκείνων των δεξιοτήτων που θα επιτρέψουν στα παιδιά να οικοδομήσουν  τη δική τους τεκμηριωμένη αφήγηση.

Πέρα από συμψηφισμούς και υπεκφυγές

Γράφει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος.

Σε ό,τι αφορά το θέμα του «ιδεολογικού πλαισίου» και των πρακτικών που «νομιμοποίησαν» τη βία της Χ.Α, καθώς και του «blame game» που ενέσκηψε τελευταία, θα μιλήσω για τη δική μου πρόσληψη των γεγονότων.

Θεωρώ πως σε θέματα «αρχής» και μόνο-εν αντιθέσει με τη πραγματική ζωή-υπάρχει μια απολυτότητα. Δηλαδή «είναι» ή «δεν είναι», πιστεύω ή δεν πιστεύω, τηρώ ή δεν τηρώ, αποδέχομαι ή δεν αποδέχομαι κλπ. Δεν υπάρχει μέσος όρος, ούτε είναι αποδεκτά διπλά μέτρα και σταθμά.

Πιστεύω επίσης ότι ένας πυλώνας της Δημοκρατίας είναι η τήρηση του «Νόμου» διότι αν βγούμε έξω από αυτό, μπαίνουμε στο χώρο της αυθαιρεσίας. Τέλος, πιστεύω στην «πολιτική ανυπακοή» αλλά με σαφώς καθορισμένα πλαίσια συμπεριφοράς (στις γενικές γραμμές και κατευθύνσεις του John Rawls).

Επί δεκαετίες λοιπόν έβλεπα, από μέρους της (Ελληνικής) Αριστεράς μια επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στη βία. Και δεν μιλώ μόνο για την «αντισυστημική», εξωκοινοβουλευτική κλπ. αλλά και για τα κοινοβουλευτικά κόμματα επίσης (δεν θα μακρηγορήσω επ’αυτού-ξέρω πως πολλοί από σας δεν το δέχονται αυτό). Έλεγα εν πάσει περιπτώσει τότε και λέω και τώρα ότι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο για τη Δημοκρατία-πως αν ανέχεσαι τον Συνδικαλιστή, τον «αγανακτισμένο, τον καταληψία, τον «μπαχαλάκια», τον «επαναστατημένο», τον κάθε πικραμένο γενικώς να παραβιάζει τον Νόμο, να ασκεί βία, τότε μπαίνεις σε επικίνδυνο μονοπάτι γιατί:

α) Πώς διαχωρίζεις την «καλή»/θεμιτή βία από την «κακή»/αθέμιτη; Τι θα συμβεί (έλεγα τότε) αν η βία περάσει και στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος;

β) Εθίζεται η κοινωνία στη βία ως «νόμιμο» μέσο διεκδίκησης και «πολιτικής έκφρασης».

γ) Υπονομεύεται το Κοινοβουλευτικό Πολίτευμα.

δ) Υπονομεύεται η αρχή της ανεκτικότητας.

και άλλα πολλά…

Η εντύπωση λοιπόν που αποκόμιζα, ήταν πως σε όλες αυτές τις ενστάσεις μου, φίλοι αριστεροί με τους οποίους συνομιλούσα ή αριστεροί αρθρογράφοι τους οποίους διάβαζα, απαντούσαν στη καλύτερη περίπτωση με «ναι μεν αλλά»-χλιαρές καταδίκες αλλά στη πράξη στήριξη των πράξεων αυτών, ανεξάντλητες σοφιστείες και παραγωγή δικαιολογιών κλπ. Συνέχεια

Μια προσωπική κριτική αναδρομή στο σκηνοθετικό έργο του Λευτέρη Βογιατζή

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Η είδηση  ότι ο Λευτέρης Βογιατζής  ανεβάζει φέτος  τον Αμφιτρύωνα του Μολιέρου με βρήκε αρχικά αδιάφορο. Τι να κάνω όμως που, παρά τις αλλεπάλληλες απογοητεύσεις και ωριμάνσεις, είμαι  ευάλωτος  στην κατά Ζιράρ  μιμητική επιθυμία! Διαβάζοντας εξαιρετικές  κριτικές, με αποκορύφωμα αυτή της Βένας Γεωργακοπούλου,  θέλησα να ήμουν κι εγώ στην Επίδαυρο. Η χαρά μου λοιπόν ήταν μεγάλη όταν πληροφορήθηκα πως η παράσταση πρόκειται να κάνει στάση στην πόλη μου. Οδηγώντας προς το θέατρο για να αγοράσω εισιτήρια, ονειροπολούσα  ενθυμούμενος  εντυπώσεις από δουλειές του ίδιου σκηνοθέτη που έχω παρακολουθήσει σε μια περίοδο περίπου είκοσι ετών. Μοιραία οι μνήμες αυτές συμπλέκονται με εκείνες που αφορούν  την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν σε κάθε χρονική φάση, οικονομική, ψυχολογική, ερωτική , αλλά και την καλλιτεχνική μου ανάπτυξη, καθώς οι δουλειές του Βογιατζή επηρέασαν, πιστεύω καθοριστικά, το θεατρικό μου αισθητήριο. Επίσης, σκεφτόμουν και τις αρνητικές εμπειρίες μου από μια σειρά έργων του, τα τελευταία κυρίως χρόνια, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή «απομάγευσή» μου από το καλλιτεχνικό του άστρο.  Μετά από ένα απότομο φρενάρισμα, αποφάσισα – για να μην τρακάρω- να συνεχίσω αυτή την αναδρομή μου στο παρελθόν γράφοντας  μια κριτική παρουσίαση όσων παραστάσεών του έχω δει.

Προκειμένου να γίνει το κείμενο πιο ενδιαφέρον, πήρα το θάρρος  να συνοδεύσω κάθε παρουσίαση με μια βαθμολογία με άριστα το δέκα, στο πνεύμα ενός αλά Mark Prindle παθιασμένου ερασιτέχνη. Κάτι τέτοιο ευελπιστώ ότι θα δώσει και την ευκαιρία  στον αναγνώστη να σημειώσει και τις δικές του εναλλακτικές βαθμολογήσεις. Τέλος, υπόσχομαι ότι,  την επόμενη εβδομάδα, στα σχόλια στο μπλογκ θα γράψω  την άποψή μου – αφού πια θα έχω δει την παράσταση- και για τον Αμφιτρύωνα. Επιβιβαστείτε στη «χρονομηχανή» και… ξεκινάμε!

  • Ρίττερ, Ντένε, Φος  του Τόμας Μπέρνχαρντ (1991): προετοιμάζομαι για τις Πανελλαδικές και το μυαλό μου πάει να γίνει πίτουρο από την πολλή παπαγαλία. Κυριακή απόγευμα παίρνω τη φίλη μου την Αιμ. και με το τρόλεϊ φτάνουμε Κυψέλη. Μένω άναυδος από αυτό που βλέπω. Ο Βογιατζής ως Λούντβιχ να μετακινεί ψυχαναγκαστικά τα κάδρα, να μπουκώνει είκοσι ψωμάκια. Τρομακτικός πάγος με τις Κονιόρδου, Λαζαρίδου σαν αρχαίες κολώνες που συνθλίβουν το παρόν. Κατάλαβα τον Μπέρνχαρντ (και τα όριά του)  περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά στο μέλλον, σε λογοτεχνία ή θέατρο. Η Αιμ. όμως βαρέθηκε, δεν της άρεσε αυτού του τύπου η κλεισούρα (προτιμούσε όταν βλέπαμε τον  Κακλέα εκείνης της εποχής στην Πατησίων) και δεν μπορούσα να της δώσω εντελώς άδικο. 8
  • Αντιγόνη του Σοφοκλή (1993): δευτεροετής φοιτητής στο Ρέθυμνο, στην Αθήνα για τις γιορτές των Χριστουγέννων, πηγαίνω κάθε νύχτα θέατρο για να αναπληρώσω την απουσία μου από την πολιτιστική ζωή της πρωτεύουσας. Μυσταγωγία. Η μία από τις δύο φορές στη ζωή μου -η άλλη ήταν με τη Μήδεια από τον Διπλούς Έρως στο Studio Ιλίσια -που κατάλαβα αρχαία τραγωδία στο θέατρο, που ένιωσα ότι με αφορά. Δημοκρατία επί σκηνής, οι ηθοποιοί μπαίνουν στο ρόλους τους με ένα μικρό σήμα και μετά επιστρέφουν στον Χορό.  Μακριά από πόζες, πρώτα και δεύτερα ονόματα. Η καρδιά μου και το μυαλό μου ανοίγουν, νιώθω να αγαπάω τις δυνατότητες της θεατρικής τέχνης περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Μόνο μελανό σημείο της παράστασης, η μητέρα μου, που σε μια πολύ δραματική στιγμή βγάζει ένα σακουλάκι με ξηρούς καρπούς και ξεκινάει να μασουλάει. Εγώ παθαίνω νευρικό κλονισμό και ο φίλος μου ο Γιώργος Ψ. μού κάνει απέλπιδα νοήματα να ηρεμήσω. 10 Συνέχεια

Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου: Η κοινοτοπία του καλού

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Καλοκαίρι, χαμηλού προφίλ παραλία, οι κόρες προσέχουν η μία την άλλη και  η σύζυγος διαβάζει αφοσιωμένη τη «Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων». Ιδανικές συνθήκες για την από μέρος μου ανάγνωση ενός μυθιστορήματος! Ξεκινώ το «Ίσλα Μπόα» του Χρήστου Αστερίου με τις προσδοκίες μου στο ζενίθ. Έχουν γραφτεί διθυραμβικές κριτικές και  οι φίλοι από το Φελέκι έχουν εκδηλώσει αμφότεροι τον ενθουσιασμό τους.

Τα πρώτα κεφάλαια τα διαβάζω με ενδιαφέρον. Πράγματι, το βιβλίο κυλάει, η υπόθεση και ο τρόπος γραφής ξεφεύγουν από τα παραδεδεγμένα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όσο όμως γυρίζω τις σελίδες και αντιλαμβάνομαι σταδιακά  ότι αυτό που είχα νομίσει ως το πρώτο επίπεδο νοήματος  αποτελεί  και το μοναδικό, αρχίζω να στριφογυρίζω στην ξαπλώστρα μου. Προς το τέλος, τα απανωτά χτυπήματα δυσάρεστων εκπλήξεων, με αποκορύφωμα το επιλογικό κεφάλαιο, με κάνουν να ξεφυσώ από τα νεύρα μου. Στη συνέχεια, εδώ, μερικές σκέψεις όπως  τις κατέγραψα στο σημειωματάριό μου με το που έκλεισα το βιβλίο, πριν βουτήξω για να έρθω στα ίσα μου.

  • Η πειστικότητα των χαρακτήρων βασίζεται στο ότι σκέφτονται, λένε και κάνουν αυτό ακριβώς που περιμένει ο μέσος αναγνώστης σύμφωνα με διαδεδομένα στερεότυπα.  Το κείμενο δηλαδή έρχεται να επιβεβαιώσει έτοιμα νοητικά σχήματα που αφορούν τη χώρα καταγωγής, το φύλο, το χρώμα, τη θρησκεία  και την κοινωνική τάξη των προσώπων του μυθιστορήματος, μια τεχνική γραφής  που πρωτίστως προσιδιάζει  στη  λεγόμενη εμπορική λογοτεχνία και που ευνοεί την παθητική ανάγνωση.  Ο Αστερίου κάνει το ίδιο αλλά πολύ πιο έντεχνα, σαν ένα καλογραμμένο σενάριο του Χόλυγουντ. Το πλησιέστερο  παράδειγμα, με συγγενείς υπέρμετρες  φιλοδοξίες («η κατάσταση του κόσμου σήμερα»),  είναι το  Babel του Ιναρίτου, μια ταινία στην οποία τα γυρίσματα σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, η προσεγμένη φωτογραφία  και το πολυεθνικό cast δεν κατάφεραν να της προσδώσουν βάθος και πολυφωνικότητα ή να πουν κάτι καινούργιο περί του θέματος της παγκοσμιοποίησης.
  • Κάθε κεφάλαιο, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνιστά και μια «εκδρομή» σε έναν «άλλο» πολιτισμό. Τα συναισθήματα του αναγνώστη εκβιάζονται (ενίοτε με την παράθεση βίαιων σκηνών) με τον τρόπο που οι Ρόζενγκραντ και Γκίλντερστεν ήθελαν να εκμαιεύσουν αντιδράσεις από τον Άμλετ: σαν αυτός να ήταν ένας αυλός και εκείνοι οι οργανοπαίκτες. Για τον απαιτητικό αναγνώστη όμως, η ώρα είναι πια πολύ περασμένη, είναι αργά για παραμύθια (ιδίως όταν αυτά μεταμφιέζονται σε φέτες αναπαράστασης της  «πραγματικής ζωής»).  Ο Αφροκαναδός καταστρέφεται από τα αβυσσαλέα πάθη του, η αισθησιακή Λατινοαμερικάνα έχει ταλέντο στο τραγούδι, ο Μουσουλμάνος ακολουθεί τυπολατρικά τις επιταγές της θρησκείας του, η γυναίκα διευθυντικό στέλεχος σε μια εταιρεία στο Χονγκ Κονγκ έχει μόνο virtual συναισθηματική ζωή. Το άκρων άωτον του εξωτικισμού αφορά (όπως πάντα) την Αφρική. Ο Κενυάτης τρέχει «πιο συστηματικά»«ύστερα από το επεισόδιο με τα λιοντάρια» «αναζητώντας παθιασμένα εκείνο το πρώτο συναίσθημα» […], «Λες κι ένα λιονταρίσιο στόμα καραδοκούσε στη φτέρνα μου για να μ’ αρπάξει […]» (σελ. 301, 302). Οι επιδρομές των ληστών στο χωριό που κατοικεί αναβαθμίζουν την ιστορία σε ένα «κοινωνικά ευαισθητοποιημένο» National Geographic. Συνέχεια

Ο Αθανάσιος Διάκος σουβλίζεται/σουβλίζει υπέροχα

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Μερικές σκέψεις σχετικά με την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου στην Πειραιώς 260 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, όπως διαμορφώθηκαν ύστερα από συζητήσεις με φίλους:

1.  Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ εμμονής και μανιέρας.  Για παράδειγμα, μια αυτοκτονία δεν κολλάει  παντού. Ενώ στο «Χαίρε Νύμφη» (την προηγούμενη δουλειά της σκηνοθέτιδας πάνω σε ένα κείμενο του Ξενόπουλου) η αυτοκτονία στηριζόταν από ολόκληρη την εξέλιξη του κειμένου και της παράστασης, στον «Αθανάσιο Διάκο» συμβαίνει περισσότερο ως εικόνα παρά ως δράμα,  εκβιάζοντας  συναισθηματικές αντιδράσεις.

2. Δεν καταλαβαίνω (και αυτό δεν αφορά μόνο τη συγκριμένη σκηνοθέτιδα) γιατί οι σκηνές σεξ και βίας  αποδίδονται κάνοντας χρήση παμπάλαιων θεατρικών τεχνασμάτων – που ξεπερασμένα καθώς είναι από τον κινηματογράφο φαντάζουν γελοία- ενώ το γυμνό σώμα αποδίδεται ως έχει. Μήπως επειδή είναι εύκολο και το δέχονται ηθοποιοί και κοινό; Εγώ πάντως λυπάμαι (και ντρέπομαι λες και βρίσκομαι εγώ στη θέση του) έναν ηθοποιό που είναι γυμνός στην σκηνή δίχως αυτή η επιλογή να με έχει πείσει ότι ήταν θεατρικά αναγκαία. Αν οι σκηνές σεξ και βίας συνέβαιναν όπως και στην εκτός θεάτρου πραγματικότητα (με σωματικές εκκρίσεις και αίμα) τότε θα καταλάβαινα την «σαν να μην τρέχει τίποτα» γυμνότητα. Από τη στιγμή που δεν γίνεται κάτι τέτοιο – και καλώς, καθώς διαφορετικά θα οδηγούμασταν στα αδιέξοδα της θεατρικής ουτοπίας-  η ακολουθούμενη μέθοδος είναι αντιφατική έως υποκριτική.

3.  Ένα μέρος της σκηνοθετικής ορμής της Κιτσοπούλου βασίζεται στο «κάψιμο» καλλιτεχνικών ταμπού, στο γκρέμισμα συνόρων μεταξύ υψηλού και χαμηλού. Ανεβάζει στη σκηνή ήρωες, τα συναισθήματά τους και τη μουσική που αυτοί ακούνε, για τα οποία το  θεωρούμενο «ποιοτικό θέατρο»  συνήθως αδιαφορεί  και κάνει σαν να μην υπάρχουν. Το ισοδύναμο του αισθητικού της οράματος είναι αυτό μιας λαϊκής τραγουδίστριας  που (αυτό)καταστρέφεται μέσα σε ένα περιβάλλον ανδροκρατούμενο, βίαιο, αδίστακτο, το οποίο  λατρεύει και μισεί με όλες της τις δυνάμεις. Η μεταφορά όμως ενός άλλου κόσμου στη σκηνή  -κάτι που από μόνο του είναι επιτυχία- δεν υπάρχει λόγος να μας κάνει να χάσουμε το μυαλό μας από τον πολύ ενθουσιασμό.  Τα στεγανά υπάρχουν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν με τις φαντασιώσεις μας. Για να το καταλάβουμε, θα αρκούσε να βλέπαμε τις – υποθέτω απαξιωτικές- αντιδράσεις ανθρώπων που ακούνε αποκλειστικά (και όχι κλείνοντας  μισοπεριπαιχτικά το μάτι) Ρίτα Σακελλαρίου και Βίσση  καθώς θα  παρακολουθούσαν μια high art παράσταση της Κιτσοπούλου. Η απενοχοποίηση είναι αναγκαία και καλή για την κατασκευή νέων συνδέσεων και νοημάτων. Όταν όμως το νόημα γίνεται η ίδια η κίνηση της απενοχοποίησης, ο καλλιτέχνης μουλιάζει σε ζεστά νερά (εκεί που πριν ήταν παγωμένα). Από ένα σημείο και πέρα όμως, αυτό είναι προσωπική υπόθεση και απόλαυση, και δεν μπορεί να έχει ευρύτερο ενδιαφέρον. Συνέχεια

Η κρίση και η Αθήνα (όπως λέμε «Ο θάνατος και η κόρη»)

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Περπατώ στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου κάτω από τον  πρωινό ήλιο και βλέπω τους τουρίστες να ανεβαίνουν στην Ακρόπολη (ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ισπανών αποσπάται από το γκρουπ και μπαίνει εσπευσμένα λόγω ζέστης  σε ένα ταξί).  Ότι επέλεξαν την Αθήνα για προορισμό τους παρά την όλη αρνητική σχετική ειδησιογραφία με κάνει να τους κοιτώ με ιδιαίτερη απορία αλλά και συμπάθεια. Βλέπω το Μουσείο στα αριστερά μου, μια μικρή ουρά που έχει σχηματιστεί στην είσοδο και νιώθω – κόντρα στις αλλεργίες μου- εθνικά υπερήφανος για την ύπαρξή του.

Το ίδιο βράδυ, σε μια ταράτσα στο Θησείο με μαγική θέα στην πόλη, με αφορμή την περιγραφή που σας μετέφερα κι εδώ, κουβεντιάζουμε με φίλους σχετικά με το αν η Αθήνα είναι μια όμορφη ή μια άσχημη πόλη για να ζεις σε αυτή ή να την επισκέπτεσαι, σε σύγκριση μάλιστα με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Επιγραμματικά, οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης,  έλεγαν πως είναι μια πόλη ζωντανή, με κατοίκους ανοιχτούς στην επικοινωνία, απρόβλεπτη μέσα στις πολλαπλές εκφάνσεις της. Σε αντίθεση με άλλες πρωτεύουσες όπου το κέντρο έχει μεταμορφωθεί σε ένα θεματικό πάρκο προς τουριστική κατανάλωση (και τιμές ενοικίων απαγορευτικές για άλλη χρήση), το κέντρο της Αθήνας ανήκει στους κατοίκους της. Προβλήματα και βέβαια υπάρχουν, αλλά οποιαδήποτε αλλαγή  πρέπει να είναι σαφώς μικρής κλίμακας και να αποφασίζεται σε επίπεδο γειτονιάς, το πολύ Δήμου, από τους ανθρώπους που άμεσα αφορά. Όχι στα μεγάλα έργα με αποφάσεις της κυβέρνησης – εδώ η κουβέντα πήγε στην τύχη του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό. Αν οι επισκέπτες ωφεληθούν παραπλεύρως από ένα έργο έχει καλώς, ο γνώμονας όμως πρέπει πάντα και αποκλειστικά να είναι οι ανάγκες των μόνιμων κατοίκων της πόλης. Μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των τουριστών θα κατέστρεφε τη γοητεία της Αθήνας, αυτή που αφήνει ενθουσιασμένους όσους ξένους έρχονται εκτός των μεγάλων γκρουπ και των τουριστικών πακέτων.

Άλλοι της παρέας, μεταξύ των οποίων και ο γράφων (όσο κι αν ο καθένας για δικούς του λόγους την αγαπάει βαθιά), υποστηρίζαμε ότι όχι μόνο είναι αφιλόξενη για τους επισκέπτες, αλλά, η ζωή στην Αθήνα συνιστά άθλο, ενίοτε μάλιστα και εφιάλτη. Αυτοί που δεν έχουν χρήματα αλλά έχουν παιδιά αποτελούν μια κατηγορία κατοίκων που καταλαβαίνει ακριβώς για τι πράγμα μιλούσαμε: μεταξύ άλλων, το κυνήγι μιας θέσης στον Δημοτικό Παιδικό Σταθμό και μιας άδειας κούνιας στην εγκαταλελειμμένη παιδική χαρά.  Η ανομία  (από το κάπνισμα μέσα στα μαγαζιά και τη μουσική στη διαπασών έως την αύξηση της παραβατικότητας), η πολιτική βία (από το κάψιμο του Κέντρου από τους μπαχαλάκηδες έως τις επιθέσεις των νεοναζί σε μετανάστες) και η  συνολική εικόνα της πόλης είναι στοιχεία που συνδέονται. Για πολλούς – από τα δεξιά και τα αριστερά- το τοπίο, η ζωή όπως συμβαίνει, είναι η ελληνική ιδιοπροσωπία  εν εξελίξει. Take it or leave it, τα ανοιχτά της θέματα θα προχωρήσουν εσωτερικά. Κάθε κριτική που έρχεται εξωτερικά, συνήθως υπό τα προτάγματα του εκσυγχρονισμού, του ορθολογισμού και του ευρωπαϊσμού, είναι ύποπτη νεοφιλελεύθερων και νεοαποικιακών στοχεύσεων. Αντίθετα, για εμένα, κατάφαση στα πιο υπέροχα στοιχεία της πόλης (την κρυμμένη δημιουργικότητα, τα πολύχρωμα νήματα, την αιώνια επιτυχημένη επιλογή της τοποθεσίας) δε σημαίνει μοιρολατρική αποδοχή των μύριων ατελειών της. Συνέχεια

«Ποιος τα γαμεί; Στην Ελλάδα ζεις!»

Γράφει η Ρένα Χόπλαρου.

Χθες βράδυ, μετά την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου: «Αθανάσιος Διάκος: Η επιστροφή», ήμασταν αρχικά αμήχανοι, αλλά αμέσως μετά, μες στο ταξί, η συζήτηση άναψε για τα καλά. Υποτίθεται ότι θα τη συνεχίζαμε στο σπίτι. Λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο. Η κουβέντα κόπηκε απότομα μόλις έστριψε το ταξί στην οδό μας στο Θησείο. Τρόμος! Λαϊκοπόπ απειλή στη διαπασών ταρακουνούσε κανονικότατα ολόκληρο το τετράγωνο.

Πανικόβλητοι, αντί ν’ ανέβουμε επάνω, ακολουθήσαμε τον ήχο στην οδό Απ. Παύλου. Δεν μπαίνω στον κόπο να περιγράψω την αισθητική του μαγαζιού που αποφάσισε ότι το Θησείο τού ανήκει και μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Είχανε βάλει οι αθεόφοβοι τεράστια ηχεία έξω από το μαγαζί και μια «σέξι και όποιος αντέξει» αοιδός προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στα λαμέ τακούνια της ενώ ταυτόχρονα ξελαρυγγιαζόταν. Διαμαρτυρηθήκαμε ευγενικά και λογικά, ως γνήσια τέκνα του Διαφωτισμού, στην υπεύθυνη του μαγαζιού. Μας ζήτησε να δείξουμε κατανόηση, «το μαγαζί γιόρταζε τα γενέθλια του» εξάλλου. Και συνέχισε: «Εμείς δεν κάνουμε φασαρία όταν γιορτάζουμε τα γενέθλια των παιδιών μας;» (!!! με πέθανε το επιχείρημα). Συνέχεια

«Έτσι κερδίζει ψήφους η Χρυσή Αυγή»

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

«Ο ξάδελφος της κουμπάρας μου έχει ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Το είχε ξενοίκιαστο και πήγε μια μέρα για να δει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Τι βρήκε όμως όταν άνοιξε την πόρτα; Μια δεκαριά ξένοι από την Αφρική είχαν μπει και έμεναν μέσα. Τους ζήτησε να φύγουν αλλά αυτοί τίποτα. Πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία αλλά από εκεί του είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι, χρειάζονται χαρτί εισαγγελέα, θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον τρεις μέρες. Έτσι, αυτός πήρε τηλέφωνο τη Χρυσή Αυγή. Από εκεί του ζήτησαν τη διεύθυνση τού διαμερίσματος και του είπαν να μείνει ήσυχος. Πραγματικά, μετά από λίγες ημέρες, όταν άνοιξε την πόρτα, όχι μόνο είχαν φύγει όλοι οι ξένοι, αλλά οι Χρυσαυγίτες είχαν βάψει και τους τοίχους! Έτσι κερδίζει ψήφους η Χρυσή Αυγή».

Την παραπάνω ιστορία, μαζί με το επιμύθιο, την άκουσα χτες τη νύχτα τρώγοντας έξω με κάποιους γνωστούς μου. Κατευθείαν, μου «βρώμισε» για αστικό μύθο˙ ότι δηλαδή, η ιστορία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Κυκλοφορώντας όμως από στόμα σε στόμα, η αληθοφάνειά της και το αυταπόδεικτο του συμπεράσματος ισχυροποιούνται εκθετικά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλοι άκουσαν με ενδιαφέρον τις ενστάσεις μου και τα παραδείγματα που έδωσα για ανάλογες ιστορίες όπως τον κατασκευασμένο «βιασμό» από ξένους στην Κόρινθο. Μάλιστα, προς τιμή της, η κοπέλα που διηγήθηκε την ιστορία, ανέτρεξε στην πηγή της ύστερα από δικό μου αίτημα. Αποδείχτηκε πως η ιστορία δεν αφορούσε τον ξάδέλφο της κουμπάρας αλλά κάτι που του μετέφερε μια οικογενειακή του φίλη (!).

(Ύστερα από σχετική συζήτηση στο διαδίκτυο ενημερώθηκα ότι αυτή η ιστορία κυκλοφορεί σε πολλές παραλλαγές, κάτι μεταξύ δημοτικού τραγουδιού και κακού ανέκδοτου. Αλλού το θύμα είναι χήρα μόνη κι έρημη, αλλού οι ξένοι είναι Πακιστανοί και το διαμέρισμα μαγαζί. Στην πιο ολοκληρωμένη εκδοχή, ο αστυνομικός δίνει ο ίδιος το τηλέφωνο επικοινωνίας της Χρυσής Αυγής!)
Έτυχε να ήμουν εκεί, αλλιώς η ιστορία θα περνούσε ως στοιχείο της κανονικότητας, των αυτονόητων που μας περιβάλλουν. Έτυχε στην παρέα να μην υπάρχει κανένας που να υποστηρίξει την αντίθετη από τη δική μου άποψη. Αν υπήρχε, και διαφωνούσαμε έντονα, ποιος θα φαινόταν ο «παράξενος», αυτός «που χαλάει τη βραδιά» στα μάτια των υπολοίπων, εκείνος ή εγώ;  Συνέχεια

Χρυσή Αυγή: μαύρα μεσάνυχτα;

Γράφει ο Γιάγκος Μπουρανέλος

Δεν μάθαμε τίποτε που δεν ξέραμε για τη Χρυσή Αυγή στο πλατό του Αντένα. Το «καράτε κιντ» του νεοναζισμού επιτέθηκε στις γυναίκες της παρέας, ύστερα κάλεσε τον αρχηγό να του πει πως έμπλεξε και μετά έτρεξε να κρυφτεί κάνα δυο μέρες για να γλιτώσει το αυτόφωρο. Κάπως έτσι δρα εδώ και μερικά χρόνια η Χρυσή Αυγή: γρήγορες επιθέσεις σε ανυπεράσπιστους μετανάστες, μερικές τελετουργικές παρελάσεις στις τρομαγμένες γειτονιές της Αθήνας, κορώνες για τη «φυλή και το έθνος» και ψευτο-τσαμπουκάδες από μεταλλαγμένους μπράβους της νύχτας, που άμα τους βγάλεις στο φως της μέρας, χωρίς αντηλιακό για τα ξυρισμένα τους κεφάλια, καίγονται. Το πρόβλημα όμως δεν είναι η Χρυσή Αυγή, αλλά τα «μαύρα μεσάνυχτα» των πολιτών που την ψήφισαν. Ή μήπως όσοι ψήφισαν γνώριζαν τι ψηφίζουν;

Παίζοντας στη ρουλέτα της καταγγελίας του πολιτικού συστήματος, η Χρυσή Αυγή πόνταρε στο μαύρο χρώμα της οργής, δημιουργώντας την αίσθηση ότι επιτέλους θα «ξεβρωμίσει ο τόπος» από τους «κακούς πολιτικούς» που ρήμαξαν τη χώρα. Ένα κομμάτι της κοινωνίας, εθισμένο ήδη στην καθημερινή βία, την εξαθλίωση και το αντιπολιτικό φαντασιακό, εμπιστεύτηκε τη Χρυσή Αυγή γιατί συνδύαζε ακριβώς αυτόν τον «μπανάλ εθνικισμό» με την «ιδεολογία του μίσους». Τα υλικά αυτά ήταν ήδη έτοιμα και περίμεναν απλώς το νέο χρήστη τους. Δεν τα έφτιαξε μόνη της η Χ.Α., στο γραφικό περιθώριο που ζούσε τόσα χρόνια. Τα έφτιαξαν όλοι αυτοί που προσπαθούν να μας πείσουν ότι η διάχυση της βίας είναι σχεδόν «δικαίωμα αντίστασης», «αγανάκτηση», «κοινωνική έκρηξη», «εθνική άμυνα»,  «μαγκιά» κλπ. Τα έφτιαξαν και εκείνοι που θεώρησαν πως έχει θέση στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι, ο πάλαι ποτέ «ακτιβιστής με το τσεκούρι». Τα έφτιαξε και η trush – TV με τους τηλε-βιβλιοπώλες που πουλάνε θεωρίες συνωμοσίας με το κιλό∙ εν μέρει, τα έφτιαξε και ο εξτρεμισμός του άλλου άκρου. Προσοχή όμως: το παιχνίδι της κόκκινης και της μαύρης βίας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να απομειώσει την ιδιαιτερότητα του νέου φαινομένου. Συνέχεια

Η επέλαση της ακροδεξιάς ρητορικής προς τα αριστερά

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Οι ακροδεξιές αντιλήψεις σχετικά με το έθνος, την ιστορία του και το συσχετισμό αυτών με την εξωτερική πολιτική έχουν διαπεράσει το πολιτικό κέντρο και κατευθύνονται πια προς τα αριστερά. Η «πίεση από τα δεξιά» έχει σαν αποτέλεσμα την υιοθέτηση ρητορικών που προσιδιάζουν στο λόγο των ΑΝ.ΕΛ και του ΛΑ.Ο.Σ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η καταγέλαστη δήλωση του Α. Τσίπρα στην οποία υπερηφανεύτηκε για το ιστορικό του πλεονέκτημα να αντικρίζει  την Ακρόπολη παρά το Ράιχσταγκ.

Πιο σοβαρά τώρα, ας παρακολουθήσουμε από κοντά ένα τέτοιο «μαρκάρισμα»: Πέρσι, το στέλεχος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α Νάσος Θεοδωρίδης δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή ένα άρθρο στο οποίο υποστήριζε ότι ο – πολιτικά διόλου αθώος- ορισμός της μαζικής εξόντωσης των Ποντίων ως «γενοκτονία» δεν στέκει ιστορικά.

Ένα χρόνο αργότερα, μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, εθνικιστικά σάιτ ανακαλύπτουν το άρθρο και ξεκινάνε τα κατηγορητήρια. Στα σχόλια κάτω από τις αναρτήσεις, όπου Χρυσαυγίτες και λοιποί «ανησυχούντες» αναπαράγουν τα επιχειρήματα των άρθρων με το γνωστό τους ύφος, οι υποστηρικτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α απολογούνται γράφοντας ότι οι θέσεις του κ. Θεοδωρίδη δεν εκφράζουν ούτε τους ίδιους αλλά ούτε και το κόμμα τους.

Η επιχειρηματολογία αυτή θα πάρει την επίσημη μορφή της  με ένα σημείωμα της εφημερίδας Αυγή. Με μια υποδειγματική κωλοτούμπα, παίρνει αποστάσεις από το προηγούμενο άρθρο, τονίζοντας μάλιστα ότι «τα προβλήματα, για τα οποία καλείται να αποφασίσει ο λαός μας, δεν ανάγονται στις αρχές του 20ού αιώνα». Τέλος, ένα νέο άρθρο – «απάντηση» θα έρθει να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Σε αυτό, με τίτλο «Αλήθειες για τη Γενοκτονία των Ποντίων», με την απαραίτητη φωτογραφία, ο Ν. Χατζηαντωνίου θα επαναλάβει όλους του κοινούς τόπους της εθνικιστικής αφήγησης.  Συνέχεια

Η φαιοκόκκινη εξιδανίκευση της κυπριακής ενεργειακής πολιτικής

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Μια διαδεδομένη ρητορική από τη Χρυσή Αυγή, τον Καμμένο, την -εντός Ν.Δ- ΠΟΛ.ΑΝ., μέχρι τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι αυτή που βλέπει στην ενεργειακή πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας ένα παράδειγμα προς μίμηση «ανεξάρτητης και αποτελεσματικής πολιτικής» (η πρόταση μέσα στα εισαγωγικά είναι του Αλέξη Τσίπρα, από τη συνέντευξη στο Olympia.gr). Έτσι, από όσους υιοθετούν την παραπάνω ρητορική, οι φωνές εκείνες που μιλούν για εξορθολογισμό της εξωτερικής πολιτικής, για την προτεραιότητα της επίλυσης των προβλημάτων με την Τουρκία μέσα σε ένα πλαίσιου ιστορικού συμβιβασμού και αμοιβαίων υποχωρήσεων, στηλιτεύονται ως μειοδοτικές, ως προδοτικές προς τα εθνικά δίκαια.

Για να δούμε όμως από πιο κοντά την περίφημη κυπριακή ενεργειακή πολιτική και να σκεφτούμε σε τι θέλουμε να της μοιάσουμε. Τα εθνικιστικά μπλογκ σε Ελλάδα και Κύπρο έχουν από χτες λυσσάξει γιατί η Τουρκία ασκεί μέγιστες πιέσεις για τη μη συμμετοχή εταιριών ρωσικών συμφερόντων στον δεύτερο γύρο αδειοδότησης. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από την Κύπρο, η Ρωσία φαίνεται να υπαναχωρεί. Έτσι δε θα γίνει μάλλον η προγραμματισμένη συνάντηση σε υπερπολυτελές ξενοδοχείο της Κύπρου μεταξύ υψηλόβαθμων παραγόντων των δύο μερών.

Για να σας δώσω όμως μια ιδέα τι σημαίνει χαοτική πολιτική μιας «αριστερής» «πατριωτικής» κυβέρνησης, ποιος αντιπροσωπεύει την ελληνοκυπριακή μεριά πέρα από τον αρμόδιο υπουργό; Ελάτε λίγο πιο κοντά στην καθ’ ημάς ανατολή… Ω ναι! Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου! Αυτό είναι σύγχρονη δημοκρατία, ακριβώς μέσα στα οράματα ενός Χρήστου Γιανναρά.
Από το φθινόπωρο, υπήρξαν άρθρα σε Ελλάδα και Κύπρο που προειδοποιούσαν ότι η τυχοδιωκτική ενεργειακή πολιτική της Κύπρου προορίζεται κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, για να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί από την καταστροφική διακυβέρνηση του Προέδρου Χριστόφια. Συγχρόνως όμως δύναται να αποσταθεροποιήσει με άγνωστες συνέπεις τις ισορροπίες στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.  Συνέχεια

Οι τόνοι λάσπης προς τη Μαρία Ρεπούση δεν στοχεύουν μόνο εκείνη

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Σχετικά με τη χτεσινή κανιβαλική σεξιστική φασιστική διαδικτυακή επίθεση στη βουλευτή της ΔΗΜ.ΑΡ και ιστορικό Μ. Ρεπούση, έχω δυο απορίες και μερικές γενικότερες παρατηρήσεις:

Δεδομένης της λάσπης που τόσα χρόνια δέχεται η Μ. Ρεπούση αλλά και του πρόσφατου «πλασαρίσματος» της Χρυσής Αυγής στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής, στην απευκταία περίπτωση βίαιης επίθεσης προς το πρόσωπό της, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κοτταρίδης (από τον οποίο, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες ξεκίνησε το «κυνήγι της μάγισσας») είναι υπεύθυνος πρόκλησης μίσους; Συνέλαβε και διέδωσε τον απαραίτητο σχολιασμό, την πλαισίωση η οποία στη συνέχεια έγινε γαϊτανάκι. Η ευθύνη του βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι για μιας ημέρας διασημότητα, για μια «πετυχημένη» ατάκα, έσπειρε εθνικιστικό παροξυσμό.

Θα βγει κάποιο πολιτικό κόμμα, είτε «αστικό» είτε «επαναστατικό», να καταδικάσει το φαινόμενο μιας ολικής στοχοποίησης έξω από κάθε έννοια κριτικής ή σάτιρας; Ή βαραίνει περισσότερο από τις δημοκρατικές αξίες, ο κίνδυνος μερικών χαμένων χιλιάδων ψήφων;

Η στάση που θα κρατήσουν τα κόμματα απέναντι στο φαινόμενο έχει ουσιαστική σημασία:  Αν η στάση της κεντροδεξιάς ήταν διαφορετική την εποχή των πρώτων επιθέσεων στη Μ. Ρεπούση και στο βιβλίο, αν είχε δηλαδή δείξει υπευθυνότητα όπως η  κ. Γιαννάκου, αντί να παραδώσει «γη και ύδωρ» στον ΛΑ.Ο.Σ. και στους νεοναζί (που τότε δε διακρίναμε), είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Δε θα είχε κατασκευαστεί μια εθνική συναίνεση σαν μπετόν αρμέ να παρέχει ηθική και πολιτική νομιμοποίηση σε φασιστικές και σεξιστικές επιθέσεις.

Στους  «πολέμους της μνήμης», οι οποίοι δεν αποτελούν ελληνική αποκλειστικότητα, μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο διαστάσεις. Την επιστημονική (ιστορία/ διδακτική της ιστορίας) και την πολιτική. Περί της πρώτης, σε σχέση με το αποσυρμένο βιβλίο της Στ’ Δημοτικού, μπορούμε να συζητούμε ατελείωτα για τις επιλογές που έγιναν από τη συγγραφική ομάδα, όπως επίσης και για τους λόγους για τους οποίους τελικά χάθηκε εκείνη η «μάχη». Μπορούμε να εξετάσουμε αν λόγω του ειδικού προορισμού του έργου για τη δημόσια εκπαίδευση υπήρχαν «εξαρτήσεις» που εμπόδιζαν τη συγγραφική ομάδα να πει «τα πράγματα με το όνομά τους», με αποτέλεσμα να υποπέσει σε συμψηφισμούς. Έτσι, καθώς δε μπορούσε να γράψει για τα λάθη και τις βιαιοπραγίες που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στην περιοχή της Σμύρνης και την επέλαση του στην ενδοχώρα, αποφάσισε να «απαλύνει» την περιγραφή των Τουρκικών «αντιποίνων». Συνέχεια

Χαΐνης Δ. Αποστολάκης: η νοσταλγία του Μεσαίωνα και η απέχθεια για το φιλελευθερισμό updated

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Ξεκίνησα να το διαβάζω το κείμενο που ο Δημήτρης Αποστολάκης  του συγκροτήματος Χαΐνηδες δημοσίευσε στο TVXS  θετικά προδιατεθειμένος, τόσο επειδή είχε ενθουσιάσει πολλούς φίλους, όσο και γιατί εκτιμώ σχετικά –  μακριά και αγαπημένα- το μουσικό έργο του εν λόγω συγκροτήματος. Οι δυσάρεστες εκπλήξεις που με περιμένανε ήρθαν να επιβεβαιώσουν τις επιφυλάξεις μου για  την αισθητική  ιδεολογία και την πολιτική  φιλοσοφία ενός μέρους της ελληνικού έντεχνου τραγουδιού , τις οποίες είχα για μια ακόμη φορά αποπειραθεί να αφήσω κατά μέρος.

Όσοι από τους αναγνώστες πλησιάζουν τα σαράντα και πέρασαν στα νιάτα τους τον εφιάλτη των Πανελλαδικών, θα θυμόνται τα κείμενα προς μίμηση που έδιναν οι εκθεσάδες των φροντιστηρίων: Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Τσιρόπουλος, Β. Τατάκης, Ευ. Παπανούτσος, φυσικά ο Χρ. Γιανναράς, γενικώς κείμενα από το περιοδικό «Ευθύνη» (Ο Σ. Καργάκος έγινε της μόδας λίγο αργότερα, εγώ ευτυχώς είχα ήδη περάσει). Εξαιρουμένου ως ένα σημείο του Παπανούτσου, όλοι ήταν αυτό που λέμε «πιο συντηρητικός πεθαίνεις».  Τα κύρια τους θέματα ήταν οι αρετές της παράδοσης, η έκπτωση του σύγχρονου ανθρώπου στην εποχή της μηχανής και του εμπορίου, ο ρόλος του «πνευματικού» ανθρώπου. Ριζοσπαστική συμπύκνωση αλλά και εγγραφή των παραπάνω στο πλαίσιο της δεκαετίας του ’80, αποτέλεσε το ευσύνοπτο βιβλίο του Χρ. Γιανναρά Finis Graeciαe. Βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την αρχαιοπληξία των υπολοίπων, στο κείμενο βρίσκονται, αυτούσιες ή υπό διαμόρφωση, όλες οι σταθερές των μέχρι σήμερα παρεμβάσεων του νεορθόδοξου διανοητή: τα κακά του σύγχρονου πολιτικού συστήματος (μια όχι και πολύ καλυμμένη επίθεση ενάντια στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα προς χάριν ενός πολιτεύματος «φωτισμένης δεσποτείας»), η αρρώστια του δυτικόφερτου καταναλωτικού πολιτισμού (με τελική ένοχο, όπως πάντα, τις Η.Π.Α.), ο «παραλογισμός» της ελληνικής επανάστασης και της δημιουργίας εθνικού κράτους στα δυτικά πρότυπα (καλύτερα να μέναμε στην «καθ’ ημάς Ανατολή» εντός της σταδιακά εξελληνιζόμενης  οθωμανικής αυτοκρατορίας).

Ε, το κείμενο του Χαΐνη Δ. Αποστολάκη, δεν είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα update των λυσάριων της έκθεσης – και ειδικά του λόγου του Χ. Γιανναρά ως  μέγιστη επιρροή – μέσα στα συμφραζόμενα της κρίσης. Ότι, ένα τόσο οπισθοδρομικό κείμενο διαβάζεται ως προοδευτικό, έχει να κάνει από τη μια με τα (πολιτικά) σημεία των καιρών, και από την άλλη, με  προκαταλήψεις μιας ρομαντικής αντιδιαφωτιστικής αισθητικής και ιδεολογίας που είναι μόνιμα και κυρίαρχα στοιχεία τόσο της εκπαίδευσης όσο και της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής. Συνέχεια

Μαθήματα Αναπαραγωγής στα Νέα Αναλυτικά Προγράμματα Βιολογίας: Ποτέ σεξ πριν το γάμο!

Γράφει η Ρένα  Χόπλαρου.

Μια πρώτη μορφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πολίτη της Κύπρου και στη στήλη «Αυτονόητα» στις 25/03/2012.

Με ποιο τρόπο ο Κώστας και η Άρτεμις μπορούν να δημιουργήσουν ένα καινούριο οργανισμό;

Να πώς απαντάει το Νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Βιολογίας της Α’ Γυμνασίου στο μάθημα της Αναπαραγωγής. Αντιγράφω τους στόχους του μαθήματος της (υπογραμμίζω) Βιολογίας:

• να αναδείξει το γάμο ως μέγιστη έκφραση αγάπης και υπευθυνότητας και της αφοσίωσης που υπάρχει ανάμεσα σε ένα άντρα και μια γυναίκα

• Να προσδώσει στη σεξουαλική πράξη, ως ένα μέρος του γάμου, τη χαμένη της ιερότητα και σπουδαιότητα

• να δείξει ότι η ίδια η σεξουαλική πράξη, υπό άλλες περιστάσεις, είναι απλά μια έκφραση εγωιστικής, ατομικής στιγμιαίας ικανοποίησης

Κάτω από αυτή την “επιστημονική” και σύγχρονη “στοχοθεσία” για την αναπαραγωγή στον άνθρωπο υπάρχει ένας πίνακας που διευκολύνει τους εκπαιδευτικούς να διδάξουν “σωστά” το μάθημα (αντιγράφω από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Οδηγίες προς τους εκπαιδευτικούς) http://www.schools.ac.cy/eyliko/mesi/themata/viologia/a-gymnasiou.html).

 

Γάμος και σεξουαλική επαφή

 

Τυχαία σεξουαλική επαφή εκτός γάμου

 

Υπευθυνότητα

Ανιδιοτέλεια

 

ανευθυνότητα

ιδιοτέλεια

 

Αμοιβαιότητα

 

ατομικισμός

 

διαρκής χαρά

 

στιγμιαία ικανοποίηση

 

 

 

Τρεις σύντομες απορίες για τα ανωτέρω θλιβερά και συνάμα ξεκαρδιστικά.

Μάθημα Βιολογίας ή Κατηχητικού; Συνέχεια

Η «χαμένη τιμή» της Δεξιάς και της Αριστεράς

Γράφει η Χριστίνα Κουλούρη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφ. Πολίτης της Κύπρου στις 11/03/2012. Πιο συγκεκριμένα, φιλοξενήθηκε στη στήλη της Ρένας Χόπλαρου Αυτονόητα.

Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα από την εποχή της Μεταπολίτευσης, η πολιτική διατυπωνόταν και γινόταν αντιληπτή με βάση τη διχοτομική διάκριση ανάμεσα σε δύο πόλους νοούμενους ως απολύτως αντίθετους και ασυμβίβαστους – την «Αριστερά» και τη «Δεξιά». Λόγω του τραύματος του Εμφυλίου Πολέμου και της μεγάλης αναδίπλωσης της περιόδου της δικτατορίας των συνταγματαρχών, στο ιδεολογικό πεδίο κυριάρχησε η Αριστερά, αν και ηττημένη κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Τη δική της κληρονομιά εξάλλου διεκδίκησε με επιτυχία το ΠΑΣΟΚ και αναδείχτηκε σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη μετά το 1981. Παρόλο που τα κόμματα της Αριστεράς αμφισβητούσαν στο ΠΑΣΟΚ αυτό το ρόλο, στην πραγματικότητα το κόμμα αυτό κατάφερε να συσπειρώσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που αυτοπροσδιορίζονταν ως «αριστεροί» ενώ υιοθέτησε την αριστερή ρητορική. Αφετέρου, ήταν τέτοια η ηγεμονία της αριστερής ταυτότητας, που κανένας δεν τολμούσε να προβάλει τη «δεξιά» του ταυτότητα. Προτιμούσε να την επενδύει με άλλα ονόματα, όπως «κεντροδεξιά», «φιλελεύθερη παράταξη» κ.τ.ο. Στο κομματικό επίπεδο, η σύγκρουση Δεξιάς-Αριστεράς εκπροσωπούνταν μέχρι πρόσφατα από τη σύγκρουση ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας.

Το σχήμα αυτό ωστόσο ανατράπηκε με την κρίση. Η συρρίκνωση των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ του αφαίρεσε την κυριαρχία στο χώρο της αριστερής ταυτότητας, με αποτέλεσμα η Αριστερά να εκπροσωπείται πλέον από παλαιά και νέα κόμματα που αυξάνουν συνεχώς τα ποσοστά τους. Η σύγκρουση εξάλλου Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ έχασε τη συμβολική της δύναμη μετά την συγκυβέρνηση των δύο κομμάτων στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Η Νέα Δημοκρατία είχε λοιπόν ανάγκη να επανεφεύρει τον ιδεολογικό της αντίπαλο επαναπροσδιορίζοντας τη δική της ιδεολογική ταυτότητα. Το πρώτο βήμα ήταν να ξαναβρεί τη «χαμένη τιμή» της Δεξιάς. Ο Αντώνης Σαμαράς είχε ξεκινήσει, από τη στιγμή που εκλέχτηκε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, να εκφράζει ένα λόγο που παρέπεμπε στην περηφάνια να είναι κάποιος δεξιός. Στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο 2011 επανέφερε τον πατριωτισμό ως κεντρική αξία της παράταξής του, με ακραίες εκφράσεις σχετικά με την απώλεια της ελληνικότητας και μαθητές που είναι «μαθητευόμενοι διεθνιστές», ενώ επικαλέστηκε τη «βοήθεια του Θεού» για την έξοδο από την κρίση. Συνέχεια

Ποιος θέλει να γίνει ο επόμενος εθνικός καλλιτέχνης (τώρα που μας τελείωσε ο Νταλάρας);

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Έθεσα χτες το ερώτημα του τίτλου σε παρέα φίλων, έχοντας στο νου δικό μου υποψήφιο. Οι απαντήσεις έριξαν στο τραπέζι ονόματα που δεν ικανοποιούσαν τις πολύπλευρες απαιτήσεις της θέσης. Ο Κραουνάκης έχει ήδη προκαλέσει τα πυρά των Αγανακτισμένων (άσε που είναι “too gay to pay”, που είπε κι ο Νίκος), ο Μαχαιρίτσας είναι passé, ο Μάλαμας ως «ιερό τέρας» δεν κάνει για κοσμικούς ρόλους. Το ζητούμενο ήταν κάποιος με τεράστιες φιλοδοξίες, που να έχει τη διάθεση να αναλάβει ως νέος Μωυσής, όπως είπε ο Αντώνης, μια «Αποστολή» που δε θα ευχόμασταν ούτε στον πιο αντιπαθή μας καλλιτέχνη…
Κυκλοφόρησε πολύ στο διαδίκτυο, και σχολιάστηκε κυρίως θετικά, ένα κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη με τίτλο «We blame you» στο οποίο ο γνωστός τραγουδιστής και μουσικοσυνθέτης επιστρέφει με τόκο στον Άγνωστο Εγγλέζο Δημοσιογράφο τις κατηγορίες εκείνου για την ελληνική συμβολή στην ευρωπαϊκή κρίση. Καταλήγει, μετά από ήξεις αφήξεις έντεκα παραγράφων, στο τουλάχιστον σαφές «Ακούς εκεί: we blame you! Ηλίθιε!»
Πιστεύω ότι για να καταλάβουμε την πολιτική φιλοσοφία πίσω από τη ρητορική της συγκεκριμένης παρέμβασης (αλλά και στίχων του όπως αυτών του τραγουδιού «Πατρίδα»), θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη κυπριακή εμπειρία τού Α.Ι. Μια ανάγνωση αυστηρά μέσα στα ελληνικά (ελλαδίτικα) συμφραζόμενα οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, σε παρερμηνείες.

Ο ΑΙ αποτελεί την πιο δημιουργική, εξωστρεφή και εξαγώγιμη μορφή ενός ολόκληρου πολιτικού και αισθητικού κλίματος μιας αριθμητικά μικρής αλλά δραστήριας μερίδας της γενιάς του. Σε εκείνη συνενώνονταν ετερόκλιτα στοιχεία με τρόπο που, εξαιτίας των διαφορετικών ιστορικών συνθηκών, δεν είχε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα. Μερικά στοιχεία, ελλιπή βέβαια, έτσι ώστε να σχηματίσει ο αναγνώστης μια εικόνα, εδώ:
• το πολιτικό κλίμα – τέλη ’80, αρχές ’90 – που επικρατούσε, στη νεολαία της ΕΔΕΚ και στη φοιτητική οργάνωση ΑΓΩΝΑΣ, ήταν εθνικιστικό και σοσιαλίζον (με πιο κοντινή αναλογία στα καθ’ ημάς, το λόγο του ΠΑΣΟΚ πριν το ’81).
• Βαθιά λατρεία προς την Ελλάδα παρ’ όλες τις απογοητεύσεις που επιφύλαξε στους Ελληνοκύπριους και παρά τα δικά της στραβά, μια εξιδανικευμένη «μητέρα- πατρίδα» (σε αυτό οι ΕΔΕΚίτες διαφοροποιούνται κάθετα από την πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων αριστερών). Συνέχεια

Το ασανσέρ της ανάπτυξης: Σε ποιον όροφο θα κατέβετε;

Γράφει ο Γιώργος Προκοπάκης.

Μερικά ακόμη για την περιπόθητη ανάπτυξη.

Θυμίζω:

1. Χριστοδουλάκης: ζητάει άμεση ενεργοποίηση του mini-Marshall των €17 δισ. Ζητάει να πάνε σε μεγάλα έργα, υποδομές, κλπ.

2. Κουβέλης: ζητάει πρόσθετο δάνειο €15 δισ σε δόσεις (με ρήτρα επιτυχίας της εκτέλεσης του προγράμματος του Μνημονίου). Δεν λέει λέξη για το πού θα πάνε.

3. Χρυσοχοίδης: υπόσχεται (από τις 29/9/2010, πρώτη του συνέντευξη ως Υπουργός Ανάπτυξης) κάπου €4.5 δισ μοχλευμένα (τόχει υποσχεθεί τόσες φορές που δεν μπορεί, κάποτε θα πέσει μέσα!). Γενικώς στην αγορά.

4. Ράιχενμπαχ: έχει ετοιμάσει μηχανισμό μόχλευσης που τα λεφτά του ΕΣΠΑ θα γίνουν κάπου €30-€40 δισ, με προσδιορισμένα έργα προτεραιότητας (μεγάλα έργα, αναδιάρθρωση του κράτους, υποδομές, κλπ).

5. Ο Σαμαράς δεν είναι σαφές τι λέει.

Όλα τα παραπάνω (πλην του δανείου Κουβέλη) κάτι κάνουν με το ΕΣΠΑ. Το διοχετεύουν εδώ ή εκεί, το βάζουν εγγύηση, κλπ.

Ας δούμε το πράγμα από μια άλλη οπτική.

Στη διαδικασία επανακεφαλαιοποίησης οι Τράπεζες θα βρεθούν με φρέσκο χρήμα €30 με €50 δισ. Ναι μεν θα είναι τα κεφάλαια που απαιτούνται για την ικανοποίηση κανονιστικών όρων (Core Tier 1, 10% ή 7%), άρα δεν θα τα δώσουνε σε διακοποδάνεια, αλλά κάτι θα τα κάνουν. Δεν θα τα φυλάνε στο χρηματοκιβώτιο με τόνους αντισκωριακού. Τι θα τα κάνουν; Θα καλύψουν κάποιες τρύπες (άμεση έκθεση) και θα τα κάνουν χορηγήσεις (δάνεια δηλαδή) υψηλής εξασφάλισης. Συνέχεια

Ζούμε ιστορικές στιγμές

Γράφει η Αλεξάνδρα Πατρικίου.

Ζούμε ιστορικές στιγμές. Νομίζω ότι είναι η πιο συνηθισμένη σήμερα φράση μετά το «οι αποφάσεις του Europgroup» και το «τι δήλωσε ο Γιούνκερ».
Είναι βέβαιο ότι ζούμε ιστορικές στιγμές; Θα έλεγα πως μάλλον ναι. Ποια όμως απ’ όλες είναι πιο ιστορική στιγμή από τις άλλες: ξεκινώντας από τον Παπανδρέου  στο Καστελόριζο και την ανακοίνωση εισόδου της χώρας στο ΔΝΤ, έκτοτε είχαμε πολλές ιστορικές στιγμές: ιστορική η απόφαση της 21ης Ιουνίου, ιστορική η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου και βεβαίως ιστορική και η προχθεσινή.

Το θέμα με τις στιγμές αυτές είναι ότι αντιλαμβανόμαστε συνήθως εκ των υστέρων πόσο ιστορικές πράγματι είναι. Είναι γνωστό το μυθιστόρημα του Σταντάλ, το «Μοναστήρι της Πάρμας», όπου ο πρωταγωνιστής (νομίζω ότι είναι από τις πρώτες σκηνές του έργου) παρακολουθεί μια μάχη, η οποία αποδεικνύεται – εκ των υστέρων – η μάχη του Βατερλώ: από τις ιστορικότερες μάχες των τελευταίων αιώνων. Συνέχεια

«Γιατί δε χορεύετε ρε;»

Γράφει ο Βασίλης Καλοπίσης.

Κυριακή πρωί στην πλατεία της Αγ. Παρασκευής. Μια ηλιόλουστη μέρα μετά από αρκετές μέρες βροχής και κρύου. Μια εικόνα ευρυγώνιου φακού –  αρκετές σκέψεις.

Σε μια γωνιά της πλατείας συγκεντρωμένοι 100 περίπου νεαροί άνθρωποι ντυμένοι με σκούρα ρούχα. Ένας από αυτούς κρατάει μια ντουντούκα. Είναι θυμωμένος  ή έτσι τουλάχιστον έτσι διατείνεται.   Δυο τρεις  άλλοι μοιράζουν στον διερχόμενο κόσμο φυλλάδια.  Η επικεφαλίδα bold κεφαλαία λέει:  ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΟΡΓΙΣΜΕΝΟΙ. Ακολουθεί πολιτική ανάλυση της τρέχουσας επικαιρότητας, αίτηση για απελευθέρωση ενός συντρόφου των συγκεντρωθέντων και στο τέλος υπάρχουν εκκλήσεις για συλλογική δράση του στυλ:

«Δημιουργούμε μια ζωντανή κινηματική και κοινωνική καθημερινότητα»

«ΟΛΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ»

«Οργανωνόμαστε «από κάτω»

«Καλούμε τους κατοίκους και εργαζόμενους να συναντηθούν και να αντισταθούν στη μιζέρια και στην εξαθλίωση που μας οδηγούν»

«Καλούμε κάθε συνέλευση κατοίκων να συνεχίσει τις αποκεντρωμένες κινήσεις αντίστασης και αλληλεγγύης, για να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας».

Υπάρχουν και μεγάφωνα από τα οποία ακούγεται  μουσική – και αυτή θυμωμένη.

Σε ένα άλλο σημείο της πλατείας,  εκεί που κάνει ένα κεντρικό ευρύχωρο άνοιγμα,  ένα άλλο πλήθος είναι συγκεντρωμένο. Μπορεί να διακρίνει κανείς διάφορες ηλικίες – από μικρά παιδιά μέχρι ηλικιωμένους. Αρκετοί είναι μασκαρεμένοι. Ανάμεσα τους και αρκετά άτομα με αναπηρία από το μουσικοκινητικό εργαστήρι του δήμου και άλλους φορείς της γειτονιάς. Στο κέντρο του διαγραφόμενου κύκλου πολλοί  χορεύουν. Τα τραγούδια είναι παραδοσιακά, σκωπτικά αποκριάτικα. Παραδίπλα ένα γαιτανάκι με χρωματιστές κορδέλες και άνθρωποι να κάνουν γύρους και σιγά σιγά να πλησιάζονται. Και εδώ ανάμεσα στον κόσμο αρκετά άτομα με εμφανείς αναπηρίες σε μια αλληλεπίδραση με την κοινότητα που σπάνια βλέπουμε στις ελληνικές πλατείες και στους ελληνικούς δρόμους. Συνέχεια

Think fresh

Γράφει ο Βασίλης Καλοπίσης.

Το κειμενάκι που ακολουθεί είναι απόσπασμα μιας εν εξελίξει απόπειρας  να δώσω πολιτική έκφραση σε ορισμένες fundamentally  φιλοσοφικές και ηθικές προσεγγίσεις. Θα αρχίσω παραθέτοντας σκόρπια  ορισμένες παρατηρήσεις πάνω στα τελευταία γεγονότα στην Ελλάδα.

  • Δεν θα κρυφτώ πίσω από το ταμπού της  άρνησης της βίας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Δεν μου αρέσει η βία όταν προκύπτει από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις αντίστασης στη ροή της ζωής. Αυτό ισχύει σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Δεν μου αρέσουν  οι  χούλιγκαν που με νύχια και με δόντια αγκαλιάζουν  τη βία σαν σανίδα σωτηρίας. Δεν μου αρέσει ο απατημένος σύζυγος που κακοποιεί την γυναίκα του επειδή είχε αγκιστρωθεί στην πεποίθηση ότι θα  είναι πάντα αγαπημένοι.

Υπάρχει όμως και άλλη ανάγνωση. Όταν  η φίλη μου η Β. , σαν φοιτήτρια ακόμα,  ένα πρωί πέταξε τα πράγματα του μέχρι εκείνη τη στιγμή γκόμενου της από το μπαλκόνι και τον έστειλε χωρίς δεύτερη κουβέντα και χωρίς πολλά σούξου μούξου, προέβη σε μια βίαιη πράξη (δεν κάθισαν να το λύσουνε με διάλογο). Αυτή της η πράξη όμως ήταν πηγαία έκφραση της ανέφελης σύνδεσής  της  με το μυαλό, την καρδιά  και τη ζωή που άνοιξε ένα νέο δρόμο.

  • Αναλογίες υπάρχουν και σε συλλογικό επίπεδο. Όσοι μιλούν για χιλιάδες ειρηνικούς διαδηλωτές την Κυριακή οι οποίοι καπελώθηκαν από μια βίαιη πολιτική μειοψηφία επίσης κρύβονται πίσω από μια βεβαιότητα  επίφασης δημοκρατίας. Δεν έχουν όμως πάρει χαμπάρι ότι αυτή η όμορφη Δημοκρατία που αγκαλιάζουν σφιχτά,  ίσως έχει αντικατασταθεί από μια χαμογελαστή πλαστική κούκλα από sex shop στη Συγγρού.  Αυτά βλέπετε  παθαίνουν τα κορίτσια άμα τα σφίγγεις πολύ.  Πόσο άραγε αντιφατικό είναι να  υπερασπίζονται τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου συχνά οι ίδιοι οι οποίοι υπερασπίζονται και την παράταση του βίου μιας κυβέρνησης  οι οποία εκφράζει καταφανέστατα μια μικρή μειοψηφία; Αντίστοιχα άψυχη είναι και η στάση του ΚΚΕ και αυτό νομίζω ότι δεν θέλει πολύ ανάλυση. Η πιασάρικη έκφραση «η αντιπροσωπεία έκλεισε αλλά η Αλέκα συνεχίζει να πουλάει μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων» συμπυκνώνει την αδυναμία επαφής με την ρέουσα πραγματικότητα.  Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά τέτοια παραδείγματα. Δυστυχώς είναι πολλές οι εκφάνσεις της στερεοτυπίας και λίγες οι φρέσκες φωνές.
  • Στην διαδήλωση της Κυριακής  ήμουν εκεί και είδα μεσήλικους άντρες και γυναίκες, που μέχρι πρόσφατα τους φανταζόσουνα μόνο να δίνουν χαρτζιλίκι στα εγγόνια τους και να τους χαϊδεύουν το κεφάλι χαμογελώντας, έτοιμους να κάνουν ότι χρειαστεί για να μην περάσουν τα μέτρα. Προσέξτε όμως -δεν λέω ότι σίγουρα θα καταλήγαμε στη βία. Γιατί να μην φανταστούμε μια άλλη εξέλιξη στην οποία  η Βουλή σε μια δημιουργική αλληλεπίδραση με την πλειοψηφία καταψηφίζει το μνημόνιο και οι κατ’ επάγγελμα  μπάχαλοι  μένουν με τα λοστάρια στα χέρια αποσβολωμένοι να κοιτάζουν τον κόσμο να αγκαλιάζεται και φιλιέται νοιώθοντας περήφανος και αλληλέγγυος. Συνέχεια

Ένα κείμενο πολεμικής υπέρ των εκδηλώσεων κατά της βίας

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Γράφτηκαν μερικά άρθρα και πραγματοποιήθηκε μια εκδήλωση ενάντια στη ρητορική της  « βίας ως ανάγκη», ενάντια στις ενέργειες που είχαν ως συνέπεια τις καταστροφές της Κυριακής σε κτίρια του Κέντρου, και εισέπραξε σαρκασμό με το κιλό από όλο το φάσμα της αριστεράς πλην ΔΗ.ΜΑΡ.

Γιατί ενοχλεί τόσο πολύ μια εκδήλωση με συμμετοχή σχετικά μικρή, που ούτε καν τη Σταδίου δεν έκλεισε για να κάνει αισθητή την  παρουσία της;

Ας δούμε συνοπτικά τα επιχειρήματα αυτών που – από διαφορετικές θέσεις του αριστερού πολιτικού φάσματος- έκριναν αρνητικά τη θλίψη για τις καταστροφές,   τη συγκεκριμένη εκδήλωση  και γενικότερα παρόμοιες κινήσεις ενάντια στη βία.

–   Εδώ ο κόσμος καίγεται από τα μέτρα και η ελίτ  κλαίει που τραυματίστηκε η αισθητική επειδή πήραν φωτιά μερικά ντουβάρια και πολυέλαιοι.

–   Απέναντι στη συσσωρευμένη συμβολική βία του συστήματος και την πολύ συγκεκριμένη της Αστυνομίας, η βία που άσκησαν οι διαδηλωτές είναι πταίσμα και αποτελεί νόμιμη άμυνα.

–   Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, για την οποία είναι υπεύθυνη η κυρίαρχη κοινωνικοοικονομική τάξη και τα πολιτικά της μαλάκια, τότε -αύριο κιόλας- η βία του σήμερα  θα φαντάζει παιδικό παραμύθι. Ο λαός είναι απελπισμένος  και μέσα στη δίκαιη οργή του θα τους πάρει όλους η μπάλα. Καλά λοιπόν θα κάνουν να επιβιβαστούν στα ελικόπτερα που λέγαμε, γιατί δεν εγγυόμαστε για τίποτα.

–  Αφήστε τα περί δημοκρατίας, η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από το λαό, απλά κατατρύχεστε από το φόβο του πλήθους.

Ο ύπουλος σκοπός τέτοιων λόγων και εκδηλώσεων είναι να μοιράσουν ηθικές ευθύνες σε όλη την αριστερά και σε όποιον διαμαρτύρεται για τις προωθούμενες πολιτικές, σκοπεύοντας ουσιαστικά στην ενοχοποίηση της αντίστασης.

Λοιπόν, πώς απαντάμε σε τέτοιες  αρλούμπες (που δεν είναι σπάνιο να γράφονται και από  μορφωμένους ανθρώπους);

–  Αποφασίστε πρώτα ποιοι είναι αυτοί που τα σπάνε και πετάνε τις μολότοφ.  Ανεγκέφαλοι, απελπισμένοι, προβοκάτορες, μικροαστοί, παρακρατικοί, μπάχαλα που επιδίδονται σε μια πράξη με επιτελεστικό χαρακτήρα, ο λαός σύσσωμος; Καταλαβαίνω να υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην προσέγγιση ανάμεσα σε μια π.χ.  ορθόδοξη μαρξιστική και σε μία  μεταμοντέρνα αριστερίστικη, αλλά όταν οι διαφοροποιήσεις γίνονται εντός του ίδιου κειμένου, σύμφωνα με τις ανάγκες της επιχειρηματολογίας, τότε σαφώς η περιγραφή της πραγματικότητας είναι  προβληματική.

–   Από πότε η απελπισία δίνει σε κάποιον το δικαίωμα να καταστρέψει ξένη περιουσία; Η δε, δημόσια περιουσία,  ανήκει σε όλους με την έννοια του  δικαιώματος  χρήσης με τους όρους που μπαίνουν από την Πολιτεία, δεν είναι τσιφλίκι όποιου δηλώνει «εξεγερμένος».  Έχει  το δικαίωμα ένας που νιώθει απελπισμένος να μαχαιρώσει ένα μετανάστη;  Μπορεί να νιώθει πιο απελπισμένος από τους απελπισμένους σας, το έχετε σκεφτεί αυτό; Εκεί που πολλοί είχαν όλα τα καλούδια σαν τα προστατευμένα παιδιά μιας εποχής πλασματικής οικονομικής ανάπτυξης, που σπουδάσανε και έκαναν μεταπτυχιακά, ταξίδια και ψώνια και έρωτες στο εξωτερικό, οι πραγματικοί λούμπεν έπαιζαν μπλιμπλίκια στο συνοικιακό ουφάδικο και εκσπερματώνανε με πολυνοικιασμένες τσόντες. Αν λοιπόν αυτοί αύριο τα βάλουν με τους πρώην προνομιούχους που τρώγανε  – κατά την εκτίμησή τους- τα προγράμματα, τα ερευνητικά και τις επιδοτήσεις, νομίζετε ότι θα κάτσουν να ακούσουν τίποτα περί ψευδούς συνείδησης;  Όχι, τότε, όταν η βία δείξει το πραγματικό της πρόσωπο, το από κάτω που είναι το πιο τρομακτικό, αγαπητοί μου μορφωμένοι συμψηφιστές αριστερούληδες θα τα κάνετε πάνω σας και θα φωνάζετε την αστυνομία να σας σώσει που τόσο τώρα την έχετε στη φτύσιμο. Συνέχεια

Η φιλοσοφία του πακέτου σωτηρίας

Γράφει ο Γιώργος Προκοπάκης.

Το πακέτο σωτηρίας φωνάζει προς κάθε κατεύθυνση τη φιλοσοφία του:

1. Στην Ελλάδα δίνεται μια περίοδος δέκα περίπου ετών να αλλάξει. Από πού φαίνεται; Α) Δέκα χρόνια περίοδος χάριτος στα δάνεια του επίσημου τομέα. Β) Χαμηλά επιτόκια μέχρι το 2020 του ιδιωτικού τομέα. Γ) Τα δάνεια του ΔΝΤ όντως είναι δύσκολο να κουρευθούν. Πλην όμως δεν είναι καθόλου δύσκολο να αναληφθούν από το καλοκαίρι ήδη από EFSF/ESM. Δ) Το ζήτημα επαναγοράς του χρέους της ΕΚΤ επίσης είναι διαχειρίσιμο πρόβλημα – όλα δείχνουν ότι θα καταλήξει στον EFSF σε τιμή κτήσης.

2. Κατά την περίοδο αυτή, η Ελλάδα θα έχει κόστος εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων της τάξεως του 5% του ΑΕΠ (όσο και η μη πτωχευμένη Ιταλία πριν ανέβουν τα επιτόκια – σύγκριση: 2% περίπου είναι αυτό που αντιστοιχεί στη «νόρμα Μάαστριχτ», 10% θα ήταν εάν δεν είχαμε καν μνημόνιο και συνεχίζαμε το 2010 να δανειζόμαστε με το μέσο μας επιτόκιο).

3. Η κατάσταση αυτή μπορεί να βελτιωθεί κατά τι με το κούρεμα του επίσημου τομέα. Είναι δύσκολο έως αδύνατον να υπάρξει μείωση του ονομαστικού διακρατικού χρέους. Πλην όμως η επιμήκυνση (και το επιτόκιο) είναι κούρεμα, έως γουλί. Τα 5 χρόνια του Μνημονίου 1 έγιναν 11 τον Μάρτιο του 2011 και είχε συμφωνηθεί να γίνουν 30 τον Ιούλιο 2011. Όταν όλες οι υποχρεώσεις θα έχουν περάσει στοEFSF/ESM η περαιτέρω επιμήκυνση (π.χ., το 2022 να αναδιαταχθούν χρονικά και να γίνουν 30 χρόνια από τότε) είναι πια ζήτημα πολιτικού διακανονισμού στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της αλληλεγγύης κλπ. Προφανώς κάτι τέτοιο μπορεί να περιμένει κανείς εάν η Ελλάδα εμφανίζεται τότε να έχει προοπτικές. Διαφορετικά…

Για να καταλάβουμε τι θα πει κούρεμα διακρατικών δανείων: η αποπληρωμή σε 30 χρόνια με πληθωρισμό κατά την 30ετία σταθερό 2% έχει «φάει» σε τρέχουσες τιμές το 50% σχεδόν της οφειλής.

‎4. Με τις περιόδους χάριτος η Ελλάδα δεν έχει υποχρεώσεις αναχρηματοδότησης για μια δεκαετία και περιορισμένες (και εξομαλυμένες) εφεξής.

5. Με τον επίτροπο ή το Ταμείο που επιβάλλεται, η Ελλάδα ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΡΕΟΚΟΠΗΣΕΙ. Εισάγεται ένας μηχανισμός «αυτοματισμού» με τον οποίο οποιαδήποτε παρέκλιση ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ απορροφάται από την ελληνική οικονομία. Δηλαδή, εάν η Ελλάδα καταφέρει να αλλάξει στη δεκαετία, ελαχιστοποιώντας τις υποχρεώσεις του δημοσίου αφ’ ενός και έχοντας φτιάξει μηχανισμό είσπραξης, θα μπορεί να απορροφά συνήθεις κραδασμούς και θα έχει πρόβλημα σε περιόδους κρίσης (όπως όλοι άλλωστε). Συνέχεια

Σε περιόδους κρίσης, παλιά μου τέχνη κόσκινο: πολιτική χρήση της ιστορίας

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Εδώ και λίγες ημέρες, στη Γαλλία, η λάθος άποψη πληρώνεται ακριβά (ως ένα χρόνο φυλάκιση και μέχρι 45000 ευρώ, για την ακρίβεια). Πώς θα ήταν αν η Τουρκία, ακολουθώντας τη λογική του γαλλικού νόμου, ποινικοποιούσε όχι μόνο την άρνηση των εγκλημάτων των Γάλλων αποικιοκρατών αλλά και την άρνηση- ή απλώς τον υποτονισμό- των θηριωδιών του ελληνικού στρατού στη Μικρασιατική εκστρατεία;  Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι οι δικοί μας πατριδολάγνοι θα «πετούσαν τη σκούφια τους» και θα ζητούσαν ανάλογα μέτρα από την ελληνική κυβέρνηση.

Διαβάζω το επιχείρημα πως ο γαλλικός νόμος  μπορεί να κάνει καλό στην Τουρκία με το  να ανακινήσει το θέμα της σφαγής των Αρμενίων. Δηλαδή, τι είναι οι Γάλλοι, παιδαγωγοί για τους «Ανατολίτες»; Και ποιος τους έχρισε;  Έχει φανεί η γαλλική κυβέρνηση εξίσου τολμηρή με θέματα ταμπού της γαλλικής ιστορίας, κάνοντας αρχή από την αποικιοκρατία;  Λίγα χρόνια πριν ο Σαρκοζί μιλούσε για την εκπολιτιστική προσφορά της Γαλλίας  στην Αφρική.

Η δουλειά του κράτους δεν είναι να νομοθετεί και να «κλειδώνει»  την επίσημη άποψη σε ένα ιστορικό ζήτημα και να ποινικοποιεί  την άλλη! Ας πιστεύει όποιος θέλει ότι η Τουρκία δεν έκανε γενοκτονία στους Αρμένιους, δεν βλάπτει κανέναν, ακόμη και τους απογόνους, σε σημείο τουλάχιστον που να δικαιολογείται επέμβαση του νόμου. Συνέχεια

Άγιος Βασίλης: Ο Baby Jesus έρχεται στο Mall

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Οι περισσότεροι γονείς υποστηρίζουν πως ο Άγιος Βασίλης είναι απλώς ένα αθώο παραμύθι που κάνει τα παιδιά ευτυχισμένα.  Γιατί τότε δεν επέλεξαν για όλη αυτή την φανφάρα τον Τζακ και τη Φασολιά που έχει και καλύτερο στόρι; Ανάψτε ένα σπίρτο και ελάτε μαζί μου να φωτίσουμε μια “happy family” από κοντά: Καθ’ όλη τη διάρκεια του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου,  ο Άγιος Βασίλης έχει τρελά hits.  Οι γονείς τον επικαλούνται και  προστρέχουν στις υπηρεσίες του  δια πάσα νόσον  και μαλακία των τέκνων τους. Μεταθέτουν δικές τους εξουσίες και υπευθυνότητες στη  δύναμη του brand name του.  Τρέμουν  μην αποκαλυφτεί  το επίπλαστο της ιστορίας και επιδίδονται στου κόσμο τα χονδροειδή κόλπα για να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση.

Δοκιμάστε, έστω και υπαινικτικά, να σχετικοποιήσετε ενώπιων των παιδιών την ύπαρξη του Άγιου  Βασίλη: τότε θα δείτε στο πρόσωπο των γονιών μια θανάσιμη σοβαρότητα και θα αντιληφθείτε πως αυτό που διακυβεύεται ξεπερνάει κατά πολύ τις διαστάσεις ενός καλοκάγαθου εθίμου.  Κάθε απόφαση για το τι θα κάνουμε στην οικογένεια ή στο σχολείο  έχει παιδαγωγικές συνέπειες. Το παιδί που θα εθιστεί στην ύπαρξη ενός Άγιου Βασίλη αόρατου  μπάστακα μαθαίνει ότι  υπάρχει μια ζώνη πέρα από την καθημερινή του εμπειρία στην οποία τα πράγματα συμβαίνουν με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που έχει συνηθίσει. Αφού λοιπόν το παιδί, με τρομερή προσπάθεια, έμαθε να περπατάει, να μιλάει, να συγκρατεί τις ανάγκες του, έρχονται οι ίδιοι οι  ενήλικες να το αποπροσανατολίσουν, προκαλώντας του σύγχυση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.

«Μα γιατί να βιαστούμε να τραυματίσουμε την παιδική ψυχή;» ακούω την ένσταση από γονείς όταν συζητάμε το θέμα. Πρώτον, η «παιδική ψυχή» δεν είναι από ζάχαρη άχνη. Τραυματίζεται από ιδιαίτερα δραματικά γεγονότα – όπως ακριβώς και η «ενήλικη» – και όχι από το σκάσιμο ενός μπαλονιού. Δεύτερο, άμα η γενική φιλοσοφία των γονιών συνοψίζεται στο “Life sucks… and then you die” (οπότε, άσε τα δόλια να χαρούν λίγο πριν μπουν στα βάσανα), με συγχωρείτε, αλλά δεν καταλαβαίνω το λόγο της τεκνοποίησης. Οι ήρωες των βιβλίων και των ταινιών είναι φανταστικοί – το ξέρουν κι οι κότες-  δίχως αυτό να μειώνει στο παραμικρό  τις συγκινήσεις  που προκαλούν.

Τα παιδιά πιστεύουν ό,τι τους λένε εκείνοι οι μεγάλοι που είναι σημαντικοί για αυτά (εκτός αν δοθεί σαφές σήμα ότι είναι  θέατρο, δηλαδή κάνουμε «σαν να …»).  Δηλαδή, αν λέτε σε ένα παιδί συστηματικά  πως «κάτω από το κρεβάτι έχει πλάσματα που τρώνε πόδια», το πιθανότερο είναι πως θα  το τρελάνετε. Βέβαια σε αυτή την  περίπτωση  βάζετε σοβαρή υποψηφιότητα να σας κατηγορήσουν για κακοποίηση, ενώ αν κάνετε κάτι παρόμοιο μαζί με πολλούς άλλους γονείς … τότε είναι Χριστούγεννα! Συνέχεια

Θρησκευτική αγωγή: μόνιμος ξενιστής στο δημόσιο σχολείο του Διαφωτισμού

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας. Το κείμενο δημοσιεύτηκε σήμερα στον Πολίτη της Κύπρου και πέραν της κριτικής σ’ ένα συγκεκριμένο εγχειρίδιο διδασκαλίας Θρησκευτικών κυπροαριστερής κοπής, ασχολείται με μια σερά δημοφιλών «ιερών» παραλογισμών που στοιχειώνουν και τη δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα

Από το πουθενά προέκυψε ένα θέμα με το βιβλίο Θρησκευτικών της Α’ Γυμνασίου.  Η ΟΕΛΜΕΚ και ο Αρχιεπίσκοπος αντιδρούν για το περιεχόμενό του υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι είναι περισσότερο «ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα, παρά θρησκευτικού».  Στο πρώτο άκουσμα κοντοστάθηκα με ενδιαφέρον: Λες η – κατ’  όνομα-  αριστερή μας κυβέρνηση να αποφάσισε (καθυστερημένα) να προκαλέσει τα θέσφατα της ελληνοχριστιανικής μας παιδείας; Δυστυχώς, η ανάγνωση του επίμαχου εγχειριδίου όπως και η είδηση της υπαναχώρησης του Υπουργού Παιδείας, μού θύμισαν ότι βρισκόμαστε στην Κύπρο, στην χώρα όπου τίποτα πραγματικά δε συμβαίνει (εκτός από εκρήξεις πυρομαχικών).

Ανάμεσα σε ένα ΑΚΕΛίζον βιβλίο θρησκευτικών και σε ένα παραδοσιακό, όπως αυτά που έρχονται από τη «μήτρα», την Ελλάδα (άλλο λουλούδι της Δύσης και του Διαφωτισμού), υπάρχουν πράγματι διαφορές. Μη με αναγκάσετε όμως να διαλέξω, είναι σαν να με ρωτάτε ποιο προτιμούσα, το ΟΧΙ του Τάσσου ή του Χριστόφια. Ουσιαστικά λένε το ίδιο πράγμα.  Το δεύτερο, όμως,  είναι τόσο κατάφωρα σχιζοφρενικό που, επιτείνοντας τις εσωτερικές αντιφάσεις ενός εγχειρήματος μεταστοιχείωσης της πίστης σε γνωστικό αντικείμενο, τις κάνει ορατές ακόμη και στον ανυποψίαστο θεατή.

Το βιβλίο είναι γραμμένο επιστημονικοφανώς. Προσπαθεί  να ακολουθήσει τις μεθόδους των επιστημών της Ιστορίας και της Κοινωνιολογίας, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνεται η συγγραφική ομάδα.  Έτσι  όμως, τα «θαύματα» αποτελούν πρόβλημα. Σε πολλά σημεία διακόπτουν τη ροή της αφήγησης σαν ξένο σώμα.  Σε ένα σημείο (σελ. 10), φιγουράρει μια ταξική πυραμίδα της Ρωμαϊκής Κύπρο πριν την έλευση του Χριστιανισμού  και λίγο μετά (σελ.26), περνάει μια νεκρή, την αγγίζουν με τον σωστό Σταυρό και ανασταίνεται.  Γεγονότα που ελέγχονται με επιστημονικές μεθόδους και γεγονότα που «ελέγχονται» από την παράδοση και την πίστη εγγράφονται στο ίδιο επίπεδο. Να πατάς σε δυο βάρκες είναι επικίνδυνο, ιδίως στην περίπτωση που γι’ αλλού αρμενίζει η κάθε μια. Πιο συγκεκριμένα, το αποτέλεσμα θα είναι η σύγχυση των μαθητών ή η απαξίωση του μαθήματος από τους πιο υποψιασμένους. Συνέχεια

«Αλλαγή» κατά λάθος

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς. Αναδημοσίευση από Τα Νέα (11/11/2011).

Το έντονο τετραήμερο μεταξύ 26 και 29 Οκτωβρίου αποτέλεσε την αρχή του τέλους μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου. Μία σειρά ιδεοληπτικών ή τακτικών σφαλμάτων καθόρισαν τις ραγδαίες εξελίξεις. Το πολυαναμενόμενο κούρεμα του ελληνικού χρέους εύσχημα παρερμηνεύθηκε από ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δυνάμεων και των ΜΜΕ ως νέο ενδεχόμενο κούρεμα των μισθών και των συντάξεων, δίνοντας αφορμή για νέα βίαια επεισόδια στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου απέναντι σε βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η απάντηση του Γ. Παπανδρέου σε αυτό το έκρυθμο κλίμα ήταν η εξαγγελία του δημοψηφίσματος που από τη μια, στο εσωτερικό της χώρας, έδινε νέα διάσταση στις μέχρι τότε τοποθετήσεις των άλλων κομμάτων απέναντι στη νέα δανειακή σύμβαση, ενώ από την άλλη έσπαγε οριστικά τους δεσμούς εμπιστοσύνης με τους ευρωπαίους εταίρους. Η εικόνα των δεκάδων ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων την Κυριακή το βράδυ να μαζεύουν έξω από το Προεδρικό Μέγαρο τα σκισμένα χαρτιά με την ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ Παπανδρέου και Σαμαρά για μεταβατική κυβέρνηση σκιαγραφεί με τον καλύτερο τρόπο την κορύφωση ενός εθνικού αλλά και παγκόσμιου δράματος, που ουσιαστικά εκτυλίσσεται εδώ και δύο χρόνια.

Πολλοί σηματοδοτούν ήδη τις τελευταίες 15 ημέρες ως το οριστικό τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου, ενώ δεν λείπουν οι καυστικές και απαξιωτικές εκφράσεις για τη δυνατότητα της εγχώριας πολιτικής ελίτ να διαχειριστεί την κατάσταση. Είναι γεγονός ότι αυτή η εξέλιξη δρομολογήθηκε όχι με συντεταγμένο και συνειδητό τρόπο αλλά σπασμωδικά, ασχεδίαστα, τραγελαφικά. Το πολιτικό σύστημα επιχείρησε να διαχειριστεί μια πρωτόγνωρη συνθήκη, η οποία φανέρωσε στο έπακρο τις ενδογενείς του ανεπάρκειες, τις αρχαϊκές του αδράνειες και κρατικιστικές εμμονές. Είναι σχετικά πρόσφατος ο ανεξήγητος τρόπος με τον οποίο ναυάγησε το καλοκαίρι η προσπάθεια συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μέσα σε έναν κυκεώνα διαρροών και επικοινωνιακών ελιγμών. Λίγους μήνες αργότερα και κάτω από την πολύπλευρη πίεση (εξωτερικός παράγων, κοινωνική πίεση, οργανωμένη πολιτική βία, μιντιακές απαιτήσεις) που δέχτηκε, ο δικομματισμός έδειξε το τελευταίο αντανακλαστικό επικοινωνίας με το περιβάλλον του: την επιλογή της συνεννόησης πάνω στη δανειακή συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και την επιλογή πρωθυπουργού που οι κομματικοί συσχετισμοί και οι αρχηγικές στρατηγικές απέτρεπαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Συνέχεια

Το μεγάλο δελτίο των οκτώ

Γράφει η Ελίνα Τζανουδάκη. Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο τεύχος Νοεμβρίου στο περιοδικό  «The Book’s Journal«.

Μπείτε στην ουσία των γεγονότων. Ενημερωθείτε για όσα σημαντικά συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον κόσμο, με αξιοπιστία και εγκυρότητα. Από την πιο ισχυρή δημοσιογραφική ομάδα. Με προσήλωση και σεβασμό στις αξίες της ενημέρωσης.

Εδώ και δυο χρόνια βλέπω τηλεόραση χωρίς τηλεκοντρόλ. Στις 8, την ώρα των ειδήσεων βάζω Μέγκα και παρακολουθώ ολόκληρο το δελτίο χωρίς ζάπινγκ. Νομίζω ότι το κάνω περισσότερο από συνήθεια και λιγότερο για ενημέρωση. Σε καμία περίπτωση δεν περιμένω το δελτίο για να ενημερωθώ, ούτε αισθάνομαι παρακολουθώντας το ότι «μπαίνω στην ουσία των γεγονότων» όπως με καλεί να κάνω το διαφημιστικό κείμενο του δελτίου. Αν μπαίνω κάπου είναι στα ντεσού των γεγονότων: ποιος υπουργός βρίσκεται σε κόντρα με ποιον, τι κρύβεται πίσω από την αναβολή του ταξιδιού του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, θα παραιτηθεί ο Ρομπόπουλος, θα ψηφίσει η Βάσω Παπανδρέου το νομοσχέδιο, γιατί ο Ροντούλης είπε «γομάρια» τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και πάει λέγοντας. Το κουτσομπολιό της πολιτικής στο προσκήνιο και ο ουσιαστικός και νηφάλιος διάλογος στο περιθώριο.

Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε η συζήτηση στις 13/10/2011 μεταξύ των δημοσιογράφων και του καλεσμένου υπουργού Εσωτερικών Χάρη Καστανίδη για το ζήτημα της αποκομιδής των σκουπιδιών. Ο διάλογος ξεκίνησε με τη διαπίστωση της παρουσιάστριας Όλγας Τρέμη ότι τα σκουπίδια μάς έχουν πνίξει, ότι ο κόσμος έχει απηυδήσει και ότι πρέπει επιτέλους κάτι να γίνει γιατί υπάρχει θέμα δημόσιας υγείας. Ο Καστανίδης απάντησε ότι το πρόβλημα θα λυθεί με την ανάθεση της αποκομιδής των σκουπιδιών σε ιδιωτικές εταιρείες. Ποιό ήταν το σχόλιο της Τρέμη; «Α, οι εργαζόμενοι δηλαδή θα χάσουν την δουλειά τους. Αυτό μας λέτε;»

Χωρίς να θέλω να υπερασπιστώ τον Καστανίδη, αναρωτιέμαι αν υπάρχει απάντηση που θα ικανοποιούσε τους δημοσιογράφους του Μέγκα. Στον δικό τους κόσμο ο σκύλος είναι εσαεί χορτάτος και η πίτα πάντα ολόκληρη. Υπάρχει δηλαδή μια μαγική λύση που αν εφαρμοστεί και τα σκουπίδια θα μαζευτούν από ιδιωτικές εταιρείες και οι υπάλληλοι του Δήμου θα μπορούν να απεργούν χωρίς συνέπειες. Με τον ίδιο μαγικό τρόπο θα γίνουν όλες οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ανώδυνα και χωρίς συγκρούσεις, θα ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα χωρίς να θιγεί κανείς – και γενικά καλύτερα πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και άρρωστος. Γιατί όχι εδώ που τα λέμε; Η κοινωνική ευαισθησία στην τηλεόραση, στο προσκήνιο γενικώς, είναι –ανέκαθεν ήταν– τζάμπα. Συνέχεια

Το «γιατί όχι;» στον φασισμό

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς. Αναδημοσίευση από τα Νέα (31/10).

Ο διαγωνισμός εθνικοπατριωτικής έξαρσης που ξέσπασε από την εποχή της ψήφισης του Μνημονίου και της επιτήρησης από την τρόικα βρήκε κατάλληλο έδαφος να κλιμακωθεί στον θεσμό με τους πιο ολοκληρωτικούς και συντηρητικούς συμβολισμούς: τη μαθητική και στρατιωτική παρέλαση. Το ποιος δικαιούται να κρατά την ελληνική σημαία ή το ποιος εκφράζει γνήσια το «όχι» έχει μια σύντομη αλλά ενδιαφέρουσα ιστορία. Δεν είναι μακριά το 2002 όταν, με αποκορύφωμα την περίπτωση του Οδυσσέα Τσενάι στη Νέα Μηχανιώνα, το «δίκαιο του αίματος» απαγόρευε στους αριστούχους μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης να γίνουν σημαιοφόροι. Εκτοτε οι παρελάσεις έχασαν το ρατσιστικό τους διακύβευμα και εντάχθηκαν σταδιακά στον αστερισμό των αντιιμπεριαλιστικών και συνδικαλιστικών διαδηλώσεων. Η παρέλαση ουσιαστικά έγινε μέρος των χιλιάδων μικρών ή μεγάλων πορειών διαμαρτυρίας που ετησίως δημιουργούν τις προϋποθέσεις εικονικής ή πραγματικής σύγκρουσης περί πίστεως, πατρίδος και συντεχνιακών συμφερόντων (πού να φανταζόταν ο Μεταξάς ότι ο καταναγκαστικός χαρακτήρας των εργατικών παρελάσεων την Πρωτομαγιά επί του καθεστώτος του θα έχει «εθελοντικό» χαρακτήρα τον 21ο αιώνα…). Συνέχεια

Ελλάδα: ο δρόμος προς τα εμπρός

Στις 14 και 15 Οκτωβρίου 2011 πραγματοποιήθηκε στο London Business School συνάντηση με θέμα την ελληνική κρίση. Οι προτάσεις που παρουσιάζονται περιληπτικά παρακάτω απηχούν τις απόψεις των Μ. Ιακωβίδη (Sir Donald Gordon Chair, Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας, London Business School), Δ. Βαγιανού (London School of Economics and Political Science), Richard Portes (Καθηγητής Οικονομικών London Business School Πρόεδρος, CEPR)

Μπορείτε να διαβάσετε με λεπτομέρεια τις προτάσεις εδώ:  Greece Looking Ahead JPV Greek White Paper LBS Oct 27 released(2)

Αξιοσημείωτες είναι οι εισηγήσεις για κατάργηση των ΔΟΥ και για άμεση δημιουργία Μόνιμων Υφυπουργών. Οι θέσεις τους δίνουν μια καλή αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό, είτε συμφωνούμε, είτε όχι.

Ευχαριστούμε τον κύριο Μ. Ιακωβίδη που μας έστειλε το κείμενο των προτάσεων.

Περίληψη

Η Ελλάδα βρίσκεται στη κόψη του ξυραφιού, αντιμέτωπη με μια αδύναμη δημόσια διοίκηση, φιλόδοξους στόχους για μείωση του ελλείματος και συρρίκνωση των μακροοικονομικών μεγεθών. Θεωρούμε ότι μια δέσμη νέων προτεραιοτήτων για την Τρόικα, την ελληνική κυβέρνηση αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις θα μπορούσε να βοηθήσει στην άμεση αντιμετώπιση της κρίση και την μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, με τα ακόλουθα:

  • Προτείνουμε τη δημιουργία ανεξάρτητων αρχών με ξεκάθαρες αρμοδιότητες, που θα αξιολογούνται με βάση δείκτες παραγωγικότητας (Βασικούς Δείκτες Απόδοσης, ΒΔΑ). Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: Αρχή Βεβαίωσης και Είσπραξης Φόρων, η Αρχή Μεταρρυθμίσεων; η Αρχή Δημόσιας Υγείας και η Αρχή Πάταξης της Διαφθοράς. Οι ανεξάρτητες αρχές θα λογοδοτούν στη Βουλή των Ελλήνων και θα ενημερώνουν τους δανειστές και την κυβέρνηση.
  • Ταυτόχρονα οι δανειστές και η Ελλάδα θα επικεντρωθούν στον εξορθολογισμό της δημόσιαςδιοίκησης, με ευρεία χρήση νέων ψηφιακών υποδομών, και στην ενσωμάτωση των ΒΔΑ στη διαδικασία κατανομής των πόρων εντός της δημόσιας διοίκησης. Πρέπει να προβλεφθεί η απόλυση των δημοσίων υπαλλήλων που εμφανίζουν μειωμένη απόδοση. Για να βελτιωθούν οι οργανωτικές ικανότητες και να εξασφαλιστεί η συνέχεια της διοίκησης, προτείνουμε την άμεση δημιουργία θέσεων Μόνιμων Υφυπουργών.
  • Η φοροδιαφυγή όπως και η μη καταβολή τελωνειακών δασμών πρέπει να αντιμετωπιστεί με δραστικά μέτρα. Οι υφιστάμενες δομές δεν είναι λειτουργικές, πρέπει να καταργηθούν οι ΔΟΥ και να δημιουργηθούν νέες υπηρεσίες. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως ευέλικτες προμήθειες μέσω διαδικτύου, η αναδιάρθρωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και οι συμβάσεις απασχόλησης με κριτήριο την απόδοση, είναι επίσης απαραίτητες. Συνέχεια

Όπως παλιά

Γράφει ο Αχιλλέας Αναστασόπουλος.

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί σε περιοδικό για αυτοκίνητα και μας το έστειλε ο καλός μας φίλος Αχιλλέας. Μπορείτε να το βρείτε κι εδώ)

«Αδελφέ, θα ήθελα να έχω ένα κανόνι στην οροφή και να ανατινάζω όλους όσους έχουν πολυτελή αυτοκίνητα», είπε ο προσηνής ταξιτζής. Λίγο νωρίτερα είχε κλείσει το κινητό, στο οποίο μιλούσε άνευ μπλουτούθ, με το ρομαντικό χαιρετισμό «Ζήτω το Έθνος». Το κεφαλαίο «Ε» το βάζω εγώ, έτσι φαντάζομαι το ονειρεύεται. Κι ας μη συνάδει με τις προσταγές τις γραμματικής. Όλα όσα σιχαίνομαι κάθονται δίπλα μου, κρατάνε τιμόνι, βρωμάνε τσιγάρο και μιλάνε.

Πόσο εύκολη είναι η γενίκευση! Πόσο αθωωτικό είναι για τα κρίματά μας να τοποθετούμε τους «άλλους» σε κάποια ομάδα και να τους λιθοβολούμε. Ακόμα και την κρίση ο Έλληνας τη βιώνει με το δικό του τρόπο που, κατά κανόνα, περιλαμβάνει όχι καλοπέραση όπως επιτάσσει το ρητό, αλλά γκρίνια, ξενοφοβία, εθνικισμό και μεταφορά ευθυνών. Μέσα στο ζόρισμα που όλοι μας περνάμε, μέσα από τις –απόλυτα πραγματικές– δυσκολίες και τη μοναξιά που νιώθουμε πλέον στα δύσκολα, μοιάζει να μην μπορούμε να δούμε καμία αχτίδα φωτός, καμία δημιουργική διέξοδο, κανένα θετικό πρόσημο για τις πράξεις μας.

Πρώτη φορά στη ζωή μου συναντώ τόσο πολύ αχταρμά, τόσο συχνό ρατσισμό, τόσο εύκολες υποχωρήσεις. Κι όπως ετούτη η σελίδα έγραφε τον προηγούμενο μήνα, τόσα νεύρα και μυρουθκιά μπαρουτιού. Αυτό που με προβληματίζει είναι πως όλα αυτά τα βλέπω από ανθρώπους που δεν το περίμενα. Ανθρώπους έξυπνους, ανθρώπους κοντινούς. Και να σου ο ένας μου λέει ότι θέλει να τραβήξει τα λεφτά του από την τράπεζα, να σου ο άλλος λέει ότι θα ψηφίσει τους χρυσαυγίτες, αφού «το πράγμα στην Αθήνα δεν πάει άλλο». Είναι φανερό ότι καθένας ψάχνει από κάπου να πιαστεί… Αυτό το καταλαβαίνω. Είναι μια περίοδος που δεν έχεις από πού να πιαστείς. Μια στιγμή ζοφερής μοναξιάς που κανένας λαός δεν αξίζει να ζήσει, αλλά και που εμείς οι ίδιοι δεν κάναμε τίποτα για να αποφύγουμε. Και δεν κάνουμε και τίποτα για να διορθώσουμε. Συνέχεια

Σχολιάζοντας μία Ληστεία στα Βόρεια Προάστεια

Γράφει ο Στράτος Σαφιολέας. Το κείμενο αναρτήθηκε στο facebook και αναδημοσιεύεται μετά από άδεια του συγγραφέα.

Επειδή διαβάζω διάφορα σχόλια για την ληστεία στην οποία ήμουν μάρτυρας, σήμερα μεσημέρι, στο σούπερ-μάρκετ ΑΒ στον παράδρομο της Εθνικής Αθηνών-Λαμίας, θέλω να πώ δύο κουβέντες:

Η ληστεία, όπως είπα, έγινε μέρα μεσημέρι Σαββάτου, όταν δηλαδή το σουπερμάρκετ ήταν γεμάτο με ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ και ΠΑΙΔΙΑ.

Επειδή ο ληστής που φώναξε ληστεία ήταν στα πέντε μέτρα δεξιά μου, κρατώντας το καλάσνικοφ, σας λέω ότι δεν είναι όπως τις ταινίες. Παρακαλώ τα μέλη των ειδικών δυνάμεων και της ελίτ ομάδας της αστυνομίας να σταματήσουν να διαβάζουν εδώ. Για τους υπόλοιπους σας πληροφορώ ότι δεν είναι σαν τις ταινίες. Είναι ένα πραγματικό όπλο με πραγματικές σφαίρες και πραγματική πιθανότητα να φας μια από αυτές.

Ή να φάει μια το παιδί σου. Ή η μάνα σου. Ή ο σύντροφός σου. Οπότε δεν υπάρχει τίποτα το αστείο εδώ.

Κάποιοι διάβασαν «Εκάλη» και αισθάνθηκαν κάποιου τύπου δικαίωση. Λυπάμαι πολύ για μια τόσο επιπόλαιη και χαζή αντίδραση. Εξηγώ:

1-Η ληστεία θεωρείται έγκλημα στη κοινωνία μας. Τελεία. Δεν δικαιώνει τίποτα. Δεν ισοφαρίζει τίποτα. Δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Συχνά καταλήγει δε πολύ άσχημα. Δυστυχώς πια και στην Ελλάδα έχουμε νεκρούς από ληστείες.

2-Για όσους δεν το ξέρουν, το σούπερ μάρκετ στην «Εκάλη» δεν είναι ανάμεσα στις βίλλες, αλλά πλάι στην Εθνική και εξυπηρετεί εκτός από την Εκάλη τη Νέας Ερυθραίας, την Κάτω Κηφισσιά, τον Άγιο Στέφανο, την Δροσιά, τις Αδάμες και το Κρυονέρι. Συνέχεια

Μνήμες από μια κατάληψη του κενού

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Τη χρονιά ‘90-‘91 πήγαινα τρίτη Λυκείου στο 6ο Λύκειο Καλλιθέας.  Μια μέρα, είκοσι λεπτά πριν το κουδούνι, έρχεται μια φίλη Κνίτισσα, με διακόπτει από το μπάσκετ, μου ανακοινώνει ότι θα κάνουμε κατάληψη και μου ζητάει να γράψω 10 αιτήματα για να τα παραδώσω στους καθηγητές. Στην ερώτησή μου «τι να λένε;», πήρα την απάντηση «εσύ τα γράφεις ωραία, κάνε γρήγορα». Έκατσα σε μια γωνιά και ολοκλήρωσα εντός χρονοδιαγράμματος έναν πρόχειρο κατάλογο. Όταν τον τελείωσα ένιωσα αποκαμωμένος από την υπερπροσπάθεια. Είχα δώσει ρεσιτάλ νεφελώδους εφηβικής οργής με καθωσπρεπίστικες εκφράσεις, ούτε στα χειρότερα ποιήματά μου (και το γνώριζα). Ως ο θεωρητικός πια της κατάληψης, βρέθηκα στην πρώτη γραμμή. Από τη μεριά των υποκινητών ήταν καλό να έχουν για βιτρίνα κάποιον που διάβαζε (ολόκληρα) βιβλία και περνούσε για σχετικά καλός μαθητής.  Από τη μεριά μου, δεν ήθελα να κατηγορηθώ πως ήμουν μειωμένης αγωνιστικότητας (άσε που ήταν καλή ευκαιρία να ανεβάσω  τη δημοφιλία μου η οποία είχαν πάρει την κατιούσα και έβαινε προς επίπεδο «freak»). Έτσι, ήμουν εγώ που διάβασα το κείμενο φωναχτά στην συγκέντρωση -πολύ φοβάμαι ότι μπορεί να σήκωσα και την γροθιά μου- και στη συνέχεια το παρέδωσα στην Διεύθυνση  ζητώντας από το Σύλλογο να αποχωρήσει από το χώρο του σχολείου. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ανακούφιση και απογοήτευση ταυτόχρονα, δεν επέδειξε την παραμικρή αντίσταση.

Μόνο ένας καθηγητής ήρθε και με έπιασε παράμερα κρατώντας στο χέρι του το πόνημά μου. «Τι μαλακίες είναι αυτές, ρε Στόγια;» με ρώτησε. Ήταν ο καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας που μας είχε συνηθίσει στο μάθημα σε εκρήξεις θυμού και ειρωνείας αλλά αρκετοί τον εκτιμούσαμε γιατί   προσπαθούσε με αλλεπάλληλα  shock treatment να μας μεταφέρει μια ιδέα του τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε όταν σύντομα θα αφήναμε οριστικά πίσω μας την πόρτα του σχολείου,  ένας εντέλει ευπρόσδεκτος ρεαλισμός μέσα στην εκτός τόπου και χρόνου επικρατούσα φιλολογίζουσα ρητορική *. Το συνήθως λαμπερό περιπαιχτικό βλέμμα του ήταν έμπλεο περιφρόνησης. Δεν έκατσε να ακούσει τα ψελλίσματά μου βγάζοντάς με έτσι από τη δύσκολη θέση να θέλω να με καταπιεί η γη και αυτή να μην ανοίγει. Συνέχεια

Τα τύμπανα του πολέμου (Coming soon in a theatre near you)

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Όσο δεν επιτυγχάνεται συμφωνημένη λύση στο Κυπριακό, προβλήματα σαν αυτό που προέκυψε με τις έρευνες για φυσικό αέριο στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, είναι αναπόφευκτα. Για την ώρα, λίγες είναι οι φωνές σε Κύπρο και Ελλάδα που επισημαίνουν τους πιθανούς κινδύνους που εγκυμονεί η υπόθεση. Ειδικά στην Κύπρο, πίσω από τη σεμνότυφη επίσημη ρητορική , επικρατεί ένας αφελής ενθουσιασμός τόσο για τα προβλεπόμενα οικονομικά οφέλη όσο – και αυτό είναι το πιο εξωφρενικό – για μια νίκη γοήτρου (τους την φέραμε των Τούρκων τούτη τη φορά!). Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι θα ήταν το κλίμα και το ’63 μετά τα 13 σημεία του Μακαρίου και το ’74 μετά το πραξικόπημα, μαεστρικές για πολλούς τότε διπλωματικές και πολιτικές κινήσεις, με τα γνωστά μετέπειτα ολέθρια αποτελέσματα.

Πέρα από τις βαθυστόχαστες γεωπολιτικές αναλύσεις που διαβάζω με δυσθυμία ημισχετικού (από μικρός δεν μου άρεσε το Stratego, εκεί που τα άλλα αγόρια τρελαινόντουσαν), έχω νομίζω αρκετό νου για να καταλαβαίνω πως Τουρκία και Ισραήλ «παίζουν» σε άλλη κατηγορία. Σε αυτήν, η στρατιωτική απειλή και δράση, αποτελούν επιλογές ανάμεσα σε άλλες μεθόδους της εξωτερικής τους πολιτικής. Αντίθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία, με νομικίστικη λογική, εργαλειοποιεί αποφάσεις διεθνών οργανισμών και ψάχνει το δίκιο της σαν ο κόσμος όλος να ήταν ένα ελληνοκυπριακό δικαστήριο. Η παρούσα κυβέρνηση Χριστόφια, με την υποτιθέμενη στήριξη από τη Ρωσία και με την αφόρητη πίεση που νιώθει στο εσωτερικό μετά το έγκλημα στο Μαρί, είναι «σαν έτοιμη από καιρό» για κινήσεις πανικού που μπορούν να της εγγυηθούν μια ηρωική έξοδο με τη μικρότερη κομματική ζημιά (και τη μεγαλύτερη εθνική).

Τι θα μπορούσε να είχε γίνει για να μην φτάναμε στο επαπειλούμενο αδιέξοδο; Ό,τι απορρίπτουν μετά βδελυγμίας οι μαξιμαλιστές όλων των αποχρώσεων: Ένας πολιτικός συμβιβασμός. Και αφού είναι πια πολύ αργά για ένα γενικό σχέδιο λύσης (μια προοπτική που θάφτηκε και από πάνω τσιμεντώθηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις σε Κύπρο και Ελλάδα πλην ΔΗΣΥ, ΕΔΗ και ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα), θα μπορούσε να είχε βρεθεί μια φόρμουλα για το επί μέρους αυτό ζήτημα. Συγκεκριμένα, από την αρχή των ενεργειών για την διερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου, θα έπρεπε να είχε κληθεί μια αντιπροσωπεία από την τουρκοκυπριακή κοινότητα για να συμμετέχει σε όλες τις αποφάσεις και τις διαπραγματεύσεις. Επίσης, να είχε ανοιχτεί ένα ταμείο το οποίο θα προορίζονταν για την κατάθεση σε αυτό μέρους των καθαρών κερδών σε ποσοστό γύρω στα 20%. Υποθέτω ότι υπάρχουν πολλές πολιτικές και τεχνικές δυσκολίες που θα έπρεπε να ξεπεραστούν. Συνέχεια