Μια προσωπική κριτική αναδρομή στο σκηνοθετικό έργο του Λευτέρη Βογιατζή

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Η είδηση  ότι ο Λευτέρης Βογιατζής  ανεβάζει φέτος  τον Αμφιτρύωνα του Μολιέρου με βρήκε αρχικά αδιάφορο. Τι να κάνω όμως που, παρά τις αλλεπάλληλες απογοητεύσεις και ωριμάνσεις, είμαι  ευάλωτος  στην κατά Ζιράρ  μιμητική επιθυμία! Διαβάζοντας εξαιρετικές  κριτικές, με αποκορύφωμα αυτή της Βένας Γεωργακοπούλου,  θέλησα να ήμουν κι εγώ στην Επίδαυρο. Η χαρά μου λοιπόν ήταν μεγάλη όταν πληροφορήθηκα πως η παράσταση πρόκειται να κάνει στάση στην πόλη μου. Οδηγώντας προς το θέατρο για να αγοράσω εισιτήρια, ονειροπολούσα  ενθυμούμενος  εντυπώσεις από δουλειές του ίδιου σκηνοθέτη που έχω παρακολουθήσει σε μια περίοδο περίπου είκοσι ετών. Μοιραία οι μνήμες αυτές συμπλέκονται με εκείνες που αφορούν  την προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν σε κάθε χρονική φάση, οικονομική, ψυχολογική, ερωτική , αλλά και την καλλιτεχνική μου ανάπτυξη, καθώς οι δουλειές του Βογιατζή επηρέασαν, πιστεύω καθοριστικά, το θεατρικό μου αισθητήριο. Επίσης, σκεφτόμουν και τις αρνητικές εμπειρίες μου από μια σειρά έργων του, τα τελευταία κυρίως χρόνια, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή «απομάγευσή» μου από το καλλιτεχνικό του άστρο.  Μετά από ένα απότομο φρενάρισμα, αποφάσισα – για να μην τρακάρω- να συνεχίσω αυτή την αναδρομή μου στο παρελθόν γράφοντας  μια κριτική παρουσίαση όσων παραστάσεών του έχω δει.

Προκειμένου να γίνει το κείμενο πιο ενδιαφέρον, πήρα το θάρρος  να συνοδεύσω κάθε παρουσίαση με μια βαθμολογία με άριστα το δέκα, στο πνεύμα ενός αλά Mark Prindle παθιασμένου ερασιτέχνη. Κάτι τέτοιο ευελπιστώ ότι θα δώσει και την ευκαιρία  στον αναγνώστη να σημειώσει και τις δικές του εναλλακτικές βαθμολογήσεις. Τέλος, υπόσχομαι ότι,  την επόμενη εβδομάδα, στα σχόλια στο μπλογκ θα γράψω  την άποψή μου – αφού πια θα έχω δει την παράσταση- και για τον Αμφιτρύωνα. Επιβιβαστείτε στη «χρονομηχανή» και… ξεκινάμε!

  • Ρίττερ, Ντένε, Φος  του Τόμας Μπέρνχαρντ (1991): προετοιμάζομαι για τις Πανελλαδικές και το μυαλό μου πάει να γίνει πίτουρο από την πολλή παπαγαλία. Κυριακή απόγευμα παίρνω τη φίλη μου την Αιμ. και με το τρόλεϊ φτάνουμε Κυψέλη. Μένω άναυδος από αυτό που βλέπω. Ο Βογιατζής ως Λούντβιχ να μετακινεί ψυχαναγκαστικά τα κάδρα, να μπουκώνει είκοσι ψωμάκια. Τρομακτικός πάγος με τις Κονιόρδου, Λαζαρίδου σαν αρχαίες κολώνες που συνθλίβουν το παρόν. Κατάλαβα τον Μπέρνχαρντ (και τα όριά του)  περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά στο μέλλον, σε λογοτεχνία ή θέατρο. Η Αιμ. όμως βαρέθηκε, δεν της άρεσε αυτού του τύπου η κλεισούρα (προτιμούσε όταν βλέπαμε τον  Κακλέα εκείνης της εποχής στην Πατησίων) και δεν μπορούσα να της δώσω εντελώς άδικο. 8
  • Αντιγόνη του Σοφοκλή (1993): δευτεροετής φοιτητής στο Ρέθυμνο, στην Αθήνα για τις γιορτές των Χριστουγέννων, πηγαίνω κάθε νύχτα θέατρο για να αναπληρώσω την απουσία μου από την πολιτιστική ζωή της πρωτεύουσας. Μυσταγωγία. Η μία από τις δύο φορές στη ζωή μου -η άλλη ήταν με τη Μήδεια από τον Διπλούς Έρως στο Studio Ιλίσια -που κατάλαβα αρχαία τραγωδία στο θέατρο, που ένιωσα ότι με αφορά. Δημοκρατία επί σκηνής, οι ηθοποιοί μπαίνουν στο ρόλους τους με ένα μικρό σήμα και μετά επιστρέφουν στον Χορό.  Μακριά από πόζες, πρώτα και δεύτερα ονόματα. Η καρδιά μου και το μυαλό μου ανοίγουν, νιώθω να αγαπάω τις δυνατότητες της θεατρικής τέχνης περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Μόνο μελανό σημείο της παράστασης, η μητέρα μου, που σε μια πολύ δραματική στιγμή βγάζει ένα σακουλάκι με ξηρούς καρπούς και ξεκινάει να μασουλάει. Εγώ παθαίνω νευρικό κλονισμό και ο φίλος μου ο Γιώργος Ψ. μού κάνει απέλπιδα νοήματα να ηρεμήσω. 10
  • Κατσούρμπος του Χορτάτζη (1994): στην Κρήτη έχω φτιάξει τη δική μου θεατρική ομάδα, έχουμε ήδη ανεβάσει δυο παραστάσεις. Πηγαίνω να το  δω μόνος,  με μεγάλες προσδοκίες, σαν να πηγαίνω στο μάθημα όπου παραδίδει ο καλύτερος καθηγητής. Τα σκηνικά και τα κουστούμια είναι ευφάνταστα και λειτουργικά,  έχει γίνει πολλή δουλειά στην υποκριτική  αλλά… δεν με συνεπαίρνει. Βλέποντας τις κωμικές σκηνές, το χαμόγελό μου είναι συγκαταβατικό – να γελάσω ούτε να το σκεφτώ. Σε παρόμοιο είδος, εκεί όπου το θεατρικό παιχνίδι και οι αυτοσχεδιασμοί γίνονται το πρώτο υλικό της παράστασης, είχα βρει πιο επιτυχημένες δουλειές, την ίδια πάνω κάτω εποχή, το Όνειρο θερινής νυχτός από το Ανοιχτό Θέατρο του Γ. Μιχαηλίδη και τον Μικρό Πρίγκηπα από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή. Ίσως πάντως να έφταιγε το γεγονός ότι, σε όλη τη διάρκεια του έργου,  ο Βογιατζής ήταν καθισμένος μπροστά μου, στην πρώτη σειρά, και εξηγούσε σε έναν  προσκεκλημένο του από το εξωτερικό – ο οποίος συγχρόνως προσπαθούσε να ακούσει την μετάφραση του έργου από τα ακουστικά-  τη λογική της σκηνοθεσίας του, ενθουσιαζόμενος ο ίδιος από το επίτευγμά του, αγνοώντας τους γύρω θεατές που έκαναν διστακτικές παρατηρήσεις  (λόγω σεβασμού προς το πρόσωπό του)  να μιλά πιο ήσυχα.  7
  • Με δύναμη από την Κηφισιά των Κεχαΐδη – Χαβιαρά (1995): Τελευταίο έτος στο Πανεπιστήμιο,  οι ψευδαισθήσεις μου χάνονται σε ρυθμό μία την ημέρα. Οι δυο ώρες στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων είναι η καλύτερη girl group  συναυλία που μπορώ να φανταστώ (Phil Spector  ζεις, εσύ μας οδηγείς- στο έγκλημα)!  Αποτελούσε τη συμπύκνωση της  εμπειρίας τού να κάθομαι με τις ώρες σε γυναικοπαρέα, μέχρι να ξεχάσουν την ύπαρξή μου που έχασκε πίσω από ένα βιβλίο, και να ξεκινήσουν να μιλάνε μεταξύ τους όπως το κάνουν  όταν είναι μόνες τους. Μια κλειδαρότρυπα στην καθημερινή ζωή των σύγχρονων Βακχών. Τέσσερις γυναίκες ηθοποιοί,  θεές επί σκηνής, η Μουτούση απελευθερωμένη για λίγο από τη Μαρμαριναίικη υποκριτική που την ακολουθεί σαν δεύτερο δέρμα μέχρι σήμερα, η κινησιολογία να συνορεύει με  χοροθέατρο. Θυμάμαι, μετά την παράσταση, να περπατάμε στη Συγγρού με τον Άρη Π., εκείνος να με ακούει να του λέω με θαυμασμό αλλά και με βαθιά λύπη ότι «δεν καταλαβαίνω πώς το κάνει αυτό, είναι ένα μεγαλείο που θα με ξεπερνάει για πάντα». Ένα αίσθημα ανάλογο είχα νιώσει, δυο μήνες μετά όταν βλέπαμε με τον Νίνο Σ. τον Μαρσέλ Μαρσώ στο Ηράκλειο. 10
  • Μισάνθρωπος του Μολιέρου (1996):  για είκοσι ένα μήνες υπό περιορισμό της ελευθερίας μου, «υπηρετώντας»  στο ΠΝ. Λογικά πρέπει να το είδα μόνος, δε θυμάμαι όμως καλά, εκείνο τον καιρό έπινα πολύ. Αν το θέατρο ή η ταινία δεν ήταν κάτι τρομερό, συνήθως με έπαιρνε ο ύπνος, κλασική φανταρική κατάθλιψη. Εδώ όμως ήμουν εντελώς ξύπνιος, ταυτιζόμενος κάθε στιγμή με τα δρώμενα, ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια στην άρθρωση του λόγου, στην υποκριτική, στην ατμόσφαιρα, θέλοντας να διώξω  την ανοησία και την ασχήμια του φαιού που βασίλευε στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, στο καράβι και στην ψυχή μου. Η σκηνοθεσία είναι ό,τι πιο κοντινό έχω δει στο δοκίμιο του Κλάιστ για τις μαριονέτες, εδώ όμως πρόκειται για μια καλοκουρδισμένη κοινωνική μηχανή που πετάει στα άχρηστα όποια εξαρτήματα έχουν την τάση να μπαίνουν εμπόδιο  στην απρόσκοπτη λειτουργία της. Ο Βογιατζής μεταμορφωμένος σε έναν παροπλισμένο, λόγω κακής εποχής, Nick Cave.  Ζήλευα υπαρξιακά την τύχη των ηθοποιών που συμμετείχαν.  10
  • Η νύχτα της κουκουβάγιας του Γιώργου Διαλεγμένου (1998): σε έναν χειμώνα απόγνωσης, άνεργος, με τη θεατρική μου ομάδα σε αποσύνθεση μετά το αυτοκτονικό ανέβασμα του Βίτκιεβιτς, η Ρένα, η καλύτερή μου φίλη και μετέπειτα σύζυγος, έρχεται από Κύπρο σε κλεμμένα Σαββατοκύριακα. Σε ένα από αυτά, βλέπουμε τη μια νύχτα τον Βογιατζή και την άλλη τον Άμλετ του Μαρμαρινού. Κάτι από την ομορφιά και τη δύναμη  αυτών των παραστάσεων αντανακλάται  πάνω μας (που η αλήθεια είναι ότι τότε είχαμε τα κακά μας χάλια) και πειθόμαστε ότι η ζωή μας δεν έχει τελειώσει με την αυλαία της φοιτητικής περιόδου. Ποιητικός ρεαλισμός στη σκηνοθεσία, τρομερή ένταση  στην υποκριτική, ο αξέχαστος θείος Βάκης του Χατζόπουλου και, above all, η σπαρακτική θεατρική παρουσία της Μαρίας Σκουλά στην αξεπέραστη ερμηνεία τής Πελαγίας. Ένα καλλιτεχνικός άθλος που, όπως θα έδειχναν τα επόμενα χρόνια, σχεδόν όλοι οι συντελεστές του έργου θα δυσκολευτούν να ξεπεράσουν. 10

Σύντομη  Παρέμβαση: Πλησιάζουμε προς τα τέλη της δεκαετίας, στην εποχή εκείνη όπου η φούσκα της «Ισχυρής Ελλάδας» θα επηρεάσει, έως ένα βαθμό, και το ελληνικό θέατρο. Κύριος, κατά τη γνώμη μου, φορέας αυτής της νέας καλλιτεχνικής λογικής (και της εργασιακής ηθικής που πήγαινε μαζί της), ήταν το Θέατρο του Νότου. Δυο σκηνές, εναλλαγή ρεπερτορίου, συμπαραγωγές από εδώ, μετακλήσεις από εκεί, συνεντεύξεις, προβολή και ταχύτητα. Το ξέρω ότι γενικεύω, κι ότι έγιναν πολλές αξιόλογες  παραστάσεις εκεί, αλλά πιστεύω ότι η αλλαγή αυτή έφερε μαζί της και μια σημαντική ζημιά: τη μείωση του χρόνου των προβών, το χρόνο που –  σκηνοθέτες, ηθοποιοί, παραγωγοί και κοινό-  θεωρούσαν πια λογικό να αφιερώσει κανείς για την προετοιμασία μιας παράστασης. Πιστεύω ότι αυτό το κλίμα, η τάση, είχε συνέπειες, με δική του -καλλιτεχνική τουλάχιστον-  ευθύνη, και στον Λευτέρη Βογιατζή.

  • Πέρσες του Αισχύλου (1999): Συζώ με τη Ρένα στο Θησείο, τη βγάζω οικονομικά με βοήθεια από το σπίτι και μια επιδοτούμενη επιμόρφωση. Στον άπλετο χρόνο μου διαβάζω μυθιστορήματα αγορασμένα δεύτερο χέρι από το Μοναστηράκι (και το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο δανεισμένο από τον Γιώργο Ψ.) προσπαθώντας να βρω μια σύνδεση ανάμεσα στο  ρομαντικά γιγαντωμένο στη μνήμη μου παρελθόν και  στο άγνωστο μέλλον. Με το λεωφορείο στην Επίδαυρο,  πολύ χαρούμενοι για αυτό που μας περίμενε (έχω αγοράσει και ακριβά εισιτήρια να είμαστε κοντά). Η αρχή είναι μαγική, το φως του ήλιου να λιγοστεύει,  το σκηνικό με τα πλάγια καρφωμένα στο έδαφος  δόρατα, η  είσοδος του χορού, όλα να μαρτυρούν ένα τέλος που έχει ήδη συμβεί. Ναι, αλλά μετά δε συμβαίνουν πολλά. Θα μου πείτε, έτσι είναι το έργο. Αλλά, και πάλι. Για να το επιλέξει ο σκηνοθέτης, θα πρέπει να του είχε «πει» κάτι, να «είδε» κάτι σε αυτό και να ήθελε να μας το μεταδώσει. Μιλώντας για μένα, αυτό λοιπόν δεν συνέβη. Γυρίσαμε από την Επίδαυρο αποκαμωμένοι και απογοητευμένοι (συχνό έτσι κι αλλιώς φαινόμενο για πολλά χρόνια μέχρι που αραιώσαμε τις επισκέψεις μας).  6
  • Τέφρα και σκιά του Χάρολντ Πίντερ: Οι παλιοί συμφοιτητές και φίλοι μαζεύονται σιγά σιγά στην Αθήνα. Ζω σε μια ευχάριστη μεταφοιτητική φρεναπάτη, βγαίνουμε με τη Ρένα έξω συνέχεια, η δουλειά μού απομυζεί όλη μου τη δημιουργικότητα, έχω όμως χρήματα για πρώτη φορά, και – χωρίς υποχρεώσεις ακόμη- μπορώ να ταξιδεύω και να ξοδεύω για ό,τι επιθυμώ, στα όρια πάντα ενός μέτριου μισθού. Στο θέατρο είμαστε μεγάλη παρέα, έχω κλείσει δέκα εισιτήρια, και  μετά κατευθείαν  για ποτό. Έχω αγωνία μήπως δεν αρέσει, δεν ήταν όλοι φανατικοί θεατρόφιλοι. Για κακή μου τύχη, η παράσταση είναι «λίγη». Ο Βογιατζής μπερδεύει τα λόγια του, η Πιττακή δεν έχει βρει το νόημα του ρόλου και «κουβαλά» απλώς προηγούμενες μεγάλες ερμηνείες της. Οι βιντεοπροβολές, ασύνδετες με το κύριο σώμα της παράστασης, φανέρωναν μια πρόχειρη διάθεση μίμησης της θεατρικής «μόδας», σαν ένας φόβος του σκηνοθέτη  να μη μείνει πίσω. Δεν ξέρω αν το θυμάστε, λίγο πριν το θάνατο του Βρετανού  συγγραφέα,  όλη η θεατρική Αθήνα είχε κολλήσει με τον Πίντερ (κι εγώ μέσα, ως αναγνώστης και θεατής). Βγαίνοντας από το θέατρο, ο Βασίλης Λ. μού λέει πόσο πολύ τον άγγιξε το κείμενο. Αυτό ήταν το μόνο κέρδος, μια ιδιάζουσα συνειδητοποίηση καθώς ο Βασίλης ήταν ανέκαθεν ένας πιντερικός χαρακτήρας. Ο Βογιατζής όμως δεν είχε «πιάσει» τον Πίντερ και την «ψυχική ελεφαντίαση» των ηρώων του (αντίθετα, ο Α. Αντύπας στο Απλό Θέατρο, με το Φεγγαρόφωτο παλαιότερα και  τη Νεκρή Ζώνη με τον Ηλία Λογοθέτη, είχε  δείξει σε εμένα  τον δρόμο μιας ιδανικής σκηνοθεσίας του πιντερικού κειμένου). 6
  • Καθαροί πια της Σάρα Κέιν  (2001): ετοιμαζόμαστε να παντρευτούμε, η δουλειά στα Παιδικά Χωριά ξεκινά να με ιδρυματοποιεί, ή θα φύγω άμεσα ή ποτέ, η Ρένα είναι άνεργη, σκεφτόμαστε να μετακομίσουμε Κύπρο. Γίνομαι πιο ανυπόμονος και απαιτητικός. Για τη σχέση μου με το έργο του Βογιατζή εδώ ξεκινά η σύντομη αλλά απότομη κατηφόρα. Δεν πιστεύω αυτό που βλέπω – τούτη  τη φορά με την κακή έννοια. Ντρέπομαι για λογαριασμό  των ηθοποιών, δε θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους – ένα κομμάτι μέσα τους νομίζω ότι συμφωνεί μαζί μου, κι αυτό «βγαίνει»  στο παίξιμό τους. Μου έρχεται να γελάσω αλλά ο Βογιατζής δεν έχει «πιάσει» το μαύρο χιούμορ της Σάρα Κέιν και το γέλιο μου δεν έχει χώρο για να βγει. Το γράψιμό της  –  δεν ήταν μεγάλη συγγραφέας- είναι το θεατρικό ισότοπο του Pornography. Αν οι  Joy Division και οι Cure δεν αποτελούσαν το soundtrack χιλιάδων αραχνιασμένων πρωινών σου, είναι δύσκολο να νιώσεις τη Σάρα Κέιν (εκτός άμα είσαι Ρ. Πατεράκη, με μια φυσική άνεση στην ψυχοπαθολογία). 3
  • Οι σχέσεις του Κυρίου Πίτερς του Άρθουρ Μίλλερ (2002): Αυτό  ήταν σε σκηνοθεσία Ν. Κοντούρη, με τον Βογιατζή στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα μπορούσε να μην μπει σε αυτή τη λίστα, αλλά το βάζω καθώς ήταν παραγωγή της Νέας Σκηνής. Εδώ πια αποφάσισα ότι κάτι πήγαινε πολύ στραβά. Φλυαρία, επίδειξη κόλπων ενός «παλιού καλού θεάτρου»,  μια επικρατούσα υπνηλία, μια απουσία της διάθεσης για δημιουργία, μεταμφιεσμένη σε αναστοχασμό περί του νοήματος της  ζωής και της τέχνης.  Η καημένη η Θεοδώρα Τζήμου προσπαθούσε απεγνωσμένα να πυρακτώσει με την ενέργειά το θέαμα αλλά ήταν άδικος κόπος. Είχα τσαντιστεί σοβαρά. Την επόμενη ακριβώς ημέρα είχα την πρώτη παράσταση στο Θέατρο Καρέζη με τα παιδιά από το SOS της Βάρης. Το πρωί, οι φωνές τους, η αγωνία τους, ο ενθουσιασμός τους και η σοβαρότητά τους πάνω στη σκηνή μού θύμισαν τους λόγους για τους οποίους αγαπούσα το θέατρο. Τη μεταμορφωτική του δύναμη. Μου φάνηκε ότι το χειρότερο στον κόσμο θα είναι να κάνεις Τέχνη μόνο από συνήθεια κι από επάγγελμα, γιατί απλά το κοινό περιμένει τη νέα σου δουλειά. Καταδίκη. 4
  • Σ’ εσάς που με ακούτε της Λούλας Αναγνωστάκη (2003): Τελευταία Άνοιξη πριν μετακομίσουμε Κύπρο. Γενικά η παρέα είναι σε φάση ανακατάταξης. Όλοι οι φίλοι ανασφαλείς για το μέλλον, στα τυφλά. Προσπαθούν να πιαστούν από ό,τι έχει μείνει σίγουρο, καθώς οι περισσότεροι έχουν ήδη πατήσει τα τριάντα. Τους «ξεσηκώνω»  να δούμε Βογιατζή, υπερβάλλω στη «διαφήμισή» μου ότι η παράσταση θα είναι καλή. Ουσιαστικά,  θέλω να αποτίσω φόρο τιμής στα δικά μου φαντάσματα λίγο πριν τα αποχαιρετίσω. Επιχειρηματολογώ ότι το κείμενο, μετά από τόσα χρόνια σιωπής τής συγγραφέως,  θα είναι καλό. Επίσης, ότι οι ηθοποιοί είναι διαλεχτοί. Η παρέα με ακολουθεί, πόσο άλλωστε να με αντέχουν να τους πρήζω. Θυμάμαι την Αλεξάνδρα Π. , νεότερη (πάντα)  από τους υπόλοιπους, πιο ανεξάρτητη  απέναντι στα «τερτίπια» μου,  να με κοιτά με αδημονία. Άστα να πάνε. Βγαίνουμε έξω και ψαχνόμαστε, δεν έχει κανείς διάθεση ούτε για τον καφέ της παρηγοριάς. Εγώ  δεν κατάλαβα καν αν το κείμενο από μόνο του άξιζε ή όχι. Μια υποκριτική, μια σκηνοθετική γραμμή  που δεν έστεκε από όπου και να την έπιανες. Σε μια εποχή παράλογης και απολιτικής εξιδανίκευσης της νεολαίας, ο Βογιατζής είχε γίνει το ποιοτικό αντίστοιχο του Λαζόπουλου της «Κυριακής των Παπουτσιών». Η μόνη που ξεχώριζε  ήταν η Μαρία Πρωτόπαππα. Χωρίς σκηνοθετικό στήριγμα αναδείκνυε όμως όλες τις ελλείψεις της παράστασης. Μια παραλυτική της σκέψης στατικότητα που γινόταν η ίδια το νόημα του έργου. Ίσως αυτό να ήθελε να δείξει και η Αναγνωστάκη, εδώ όμως προέκυπτε όχι από σκηνοθετική επιλογή αλλά σαν παράπλευρο αποτέλεσμα. Σύγχυση. 3
  • Το σχολείο των γυναικών του Μολιέρου (2004): Πρώτος χειμώνας στην Κύπρο με δύσκολη προσαρμογή. Ερχόμενοι στην Αθήνα, πέφτουμε με τη μούρη στα θέατρα λες κι είχαμε να δούμε δεκαετίες.  Παραβλέπουμε τις ενστάσεις μας περί Βογιατζή λόγω Μολιέρου. Η παράσταση δεν είναι κακή  αλλά, ειλικρινά, παρότι είναι πιο κοντά στο σήμερα, θυμάμαι ελάχιστα. Μόνο μια αίσθηση μιζέριας, ξαναζεσταμένης σούπας, τέλους εποχής. Ακόμη και το θέατρο στην Κυψέλη μού φαίνεται γερασμένο, να έχει χάσει κάτι από την παλιά του αίγλη. Ίσως να έπαιξε ρόλο για τη δυσκολία μου να συγκεντρωθώ  και ένα πρόβλημα  που προηγήθηκε στο ταμείο – η Νέα Σκηνή ήταν πάντα η πιο αυστηρή, χωρίς πάσο δεν έβγαζες φοιτητικό που να έκανες τούμπες.  Σε αυτή την περίσταση, δεν μου αντάλλασαν τα κανονικά εισιτήρια που είχα αγοράσει για φίλους που δεν ήρθαν με μειωμένα για αυτούς που τους αντικατέστησαν, κι έτσι θα έπρεπε να πληρώσω εγώ τη διαφορά. Ίσως να έφταιγε όμως ότι ένιωθα ξένος και η παράσταση δεν ήταν τόσο καλή ώστε να με κάνει να νιώσω πως βρισκόμουν σπίτι μου. 5

Με τα χρόνια, θα αποκτήσω δυο κόρες, θα γράψω ένα μυθιστόρημα. Θα περιορίσουμε τις εξόδους μας στο θέατρο,  προτιμώντας να αφιερώνουμε τον μειωμένο ελεύθερό μας χρόνο στην Αθήνα στους φίλους που μας λείπουν. Δίνω λίγες ευκαιρίες σε παλιούς σκηνοθέτες που γνωρίζω τη δουλειά τους, αλλά αναζητώ  τις παραστάσεις του Φεστιβάλ, ιδίως από την εποχή που ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος. Το 2005 συνειδητά δε θα πάω να δω το  Bella Venezia του Γιώργου Διαλεγμένου, αρνούμενος να παρακολουθήσω το έργο ενός συγγραφέα που στις συνεντεύξεις του έβγαζε έναν  πολιτικό λόγο στο μήκος κύματος της  Χρυσής Αυγής. Από περιέργεια, διάβασα το κείμενο αργότερα – και δεν στεναχωρήθηκα που δεν παρακολούθησα το ανέβασμά του. Για το Ύστατο σήμερα(2009 ) του Χάουαρντ Μπάρκερ άκουσα καλά λόγια άλλα δεν το κυνήγησα να πάω.

Σήμερα, σε απόσταση τόσο από τη λατρεία μου για το θέατρο του Βογιατζή όσο και από την απογοήτευσή μου σχετικά με τις, κατά τη γνώμη μου πάντα,  μέτριες  έως κακές παραστάσεις του, περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να δω το ανέβασμα  του μολιερικού Αμφιτρύωνα. Ανεξάρτητα από το πώς θα μου φανεί, χαίρομαι που έχω ακολουθήσει  όλη αυτή την πορεία ως θεατής των έργων του, παράλληλα με τη ζωή μου. Είναι τέλειο ότι αυτή η σχέση συνεχίζεται. Θέλω να πιστεύω ότι όλοι έχουμε, μέσα στα όρια που μας επιβάλλουν δομές και ιστορίες τις οποίες δεν μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα (το χειρότερο είναι όταν επιτίθεται το ίδιο το σώμα εναντίον του εαυτού του), τη δυνατότητα να αλλάζουμε και να ανταπεξερχόμαστε στις περιπέτειες.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Να λοιπόν οι εντυπώσεις μου από την παρακολούθηση, εχτές το βράδυ, της παράστασης του Αμφιτρύωνα:

    Ο Βογιατζής ανέστησε ένα «νεκρό» κείμενο και ανέδειξε τον Μολιέρο σαν έναν σύγχρονό μας. Το καλλιτεχνικό όραμα του σκηνοθέτη νοηματοδότησε κάθε οδηγία στην υποκριτική, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τη μουσική, το φωτισμό, με αποτέλεσμα μια πρωτοφανή ενότητα ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία της δημιουργίας, τέτοια που θύμιζε περισσότερο μια «καθαρή» μορφή Τέχνης, παρά θέατρο. Η θεατρικότητα παραγόταν ακριβώς από την αντίθεση μεταξύ της αίσθησης του ολοκληρωτικού σχεδίου από τη μια και της ανθρώπινης επιθυμίας για χειραφέτηση και ελεύθερη βούληση από την άλλη. Η διαλεκτική αυτή αναπτυσσόταν τόσο στο επίπεδο του κειμένου όσο και σε αυτό του συγκεκριμένου «ανεβάσματος».

    Υπήρξαν στιγμές, όπως αυτή στο κλείσιμο της αυλαίας, που η ομορφιά του θεάματος ήταν πάνω από τις αντοχές μου. Ήθελα ταυτόχρονα να εξαφανιστώ και να μείνω για πάντα εκεί, αποσβολωμένος από το θαυμασμό.

    Κι όμως, είχα την αίσθηση ενός τέλους εποχής. Ίσως γιατί το κείμενο είναι τόσο πολιτικά και φιλοσοφικά απαισιόδοξο που προκαλεί τη θλίψη και την παραίτηση. Ίσως γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τον Κουρή, τη Μουτούση, τον Ήμελλο να παίζουν σε τόσο υψηλής αισθητικής παραστάσεις στο μέλλον. Και αυτό γιατί ένα τέτοιο είδος δημιουργίας έρχεται από το βαθύ παρελθόν και είναι παραφωνία για την εποχή μας, όπου, ακόμη και στην Τέχνη, έχει άλλες προτεραιότητες.

    Μπορεί όμως απλά όλο αυτό το είδος θεάτρου με τις παράταιρες, τις αποστασιοποιητικές, μετά-τελετουργικές φωνές και κινήσεις να έχει φτάσει στα όριά του όσον αφορά την εκλέπτυνση των εκφραστικών του μέσων και τη δυνατότητά του να μεταδίδει νοήματα. Άλλωστε, οι πιο δυνατές στιγμές της χτεσινής παράστασης ήταν εκείνες μέσα στις οποίες έβλεπα περισσότερο τον Βογιατζή του «Μισάνθρωπου» (δηλαδή τον λάτρη του σανιδιού) και όχι αυτόν των «Περσών» (δηλαδή τον πειραματιστή). 8/10

  2. Διαβάστε-δείτε και το σχετικό post στο blog Μελίττα Γκουρτσογιάννη http://melittag.wordpress.com/2012/09/21/%CE%BF-%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5-%CF%83%CE%BA%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%83/. Αν θέλετε το αναδημοσιεύετε.

  3. […] Λιντς. Σχετικά με το θέατρο, έγραψα πριν ένα χρόνο ένα κείμενο στο οποίο μιλούσα για την αξεπέραστη έμπνευση που […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: