Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου: Η κοινοτοπία του καλού

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας

Καλοκαίρι, χαμηλού προφίλ παραλία, οι κόρες προσέχουν η μία την άλλη και  η σύζυγος διαβάζει αφοσιωμένη τη «Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων». Ιδανικές συνθήκες για την από μέρος μου ανάγνωση ενός μυθιστορήματος! Ξεκινώ το «Ίσλα Μπόα» του Χρήστου Αστερίου με τις προσδοκίες μου στο ζενίθ. Έχουν γραφτεί διθυραμβικές κριτικές και  οι φίλοι από το Φελέκι έχουν εκδηλώσει αμφότεροι τον ενθουσιασμό τους.

Τα πρώτα κεφάλαια τα διαβάζω με ενδιαφέρον. Πράγματι, το βιβλίο κυλάει, η υπόθεση και ο τρόπος γραφής ξεφεύγουν από τα παραδεδεγμένα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όσο όμως γυρίζω τις σελίδες και αντιλαμβάνομαι σταδιακά  ότι αυτό που είχα νομίσει ως το πρώτο επίπεδο νοήματος  αποτελεί  και το μοναδικό, αρχίζω να στριφογυρίζω στην ξαπλώστρα μου. Προς το τέλος, τα απανωτά χτυπήματα δυσάρεστων εκπλήξεων, με αποκορύφωμα το επιλογικό κεφάλαιο, με κάνουν να ξεφυσώ από τα νεύρα μου. Στη συνέχεια, εδώ, μερικές σκέψεις όπως  τις κατέγραψα στο σημειωματάριό μου με το που έκλεισα το βιβλίο, πριν βουτήξω για να έρθω στα ίσα μου.

  • Η πειστικότητα των χαρακτήρων βασίζεται στο ότι σκέφτονται, λένε και κάνουν αυτό ακριβώς που περιμένει ο μέσος αναγνώστης σύμφωνα με διαδεδομένα στερεότυπα.  Το κείμενο δηλαδή έρχεται να επιβεβαιώσει έτοιμα νοητικά σχήματα που αφορούν τη χώρα καταγωγής, το φύλο, το χρώμα, τη θρησκεία  και την κοινωνική τάξη των προσώπων του μυθιστορήματος, μια τεχνική γραφής  που πρωτίστως προσιδιάζει  στη  λεγόμενη εμπορική λογοτεχνία και που ευνοεί την παθητική ανάγνωση.  Ο Αστερίου κάνει το ίδιο αλλά πολύ πιο έντεχνα, σαν ένα καλογραμμένο σενάριο του Χόλυγουντ. Το πλησιέστερο  παράδειγμα, με συγγενείς υπέρμετρες  φιλοδοξίες («η κατάσταση του κόσμου σήμερα»),  είναι το  Babel του Ιναρίτου, μια ταινία στην οποία τα γυρίσματα σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, η προσεγμένη φωτογραφία  και το πολυεθνικό cast δεν κατάφεραν να της προσδώσουν βάθος και πολυφωνικότητα ή να πουν κάτι καινούργιο περί του θέματος της παγκοσμιοποίησης.
  • Κάθε κεφάλαιο, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση συνιστά και μια «εκδρομή» σε έναν «άλλο» πολιτισμό. Τα συναισθήματα του αναγνώστη εκβιάζονται (ενίοτε με την παράθεση βίαιων σκηνών) με τον τρόπο που οι Ρόζενγκραντ και Γκίλντερστεν ήθελαν να εκμαιεύσουν αντιδράσεις από τον Άμλετ: σαν αυτός να ήταν ένας αυλός και εκείνοι οι οργανοπαίκτες. Για τον απαιτητικό αναγνώστη όμως, η ώρα είναι πια πολύ περασμένη, είναι αργά για παραμύθια (ιδίως όταν αυτά μεταμφιέζονται σε φέτες αναπαράστασης της  «πραγματικής ζωής»).  Ο Αφροκαναδός καταστρέφεται από τα αβυσσαλέα πάθη του, η αισθησιακή Λατινοαμερικάνα έχει ταλέντο στο τραγούδι, ο Μουσουλμάνος ακολουθεί τυπολατρικά τις επιταγές της θρησκείας του, η γυναίκα διευθυντικό στέλεχος σε μια εταιρεία στο Χονγκ Κονγκ έχει μόνο virtual συναισθηματική ζωή. Το άκρων άωτον του εξωτικισμού αφορά (όπως πάντα) την Αφρική. Ο Κενυάτης τρέχει «πιο συστηματικά»«ύστερα από το επεισόδιο με τα λιοντάρια» «αναζητώντας παθιασμένα εκείνο το πρώτο συναίσθημα» […], «Λες κι ένα λιονταρίσιο στόμα καραδοκούσε στη φτέρνα μου για να μ’ αρπάξει […]» (σελ. 301, 302). Οι επιδρομές των ληστών στο χωριό που κατοικεί αναβαθμίζουν την ιστορία σε ένα «κοινωνικά ευαισθητοποιημένο» National Geographic.
  • Στον κόσμο του  Ίσλα Μπόα υπάρχουν δύο ειδών χαρακτήρες: οι καλοί και οι κακοί, δίχως ενδιάμεσες διαβαθμίσεις, γκρίζες περιοχές και αντιφάσεις. Όλοι οι χαρακτήρες –  μπερδεμένοι, άτυχοι, αδικημένοι, θύματα της μοίρας, του τόπου και της εποχής τους- είναι καλοί˙  πλην ενός: του δαιμόνιου, εγκληματικά απάνθρωπου Σάμυ Κόου, Αμερικάνου, ανώτατου στελέχους τηλεοπτικού καναλιού. Από τους καλούς, τους «ναυαγούς», ελάχιστοι θα επιζήσουν. Έχοντας νιώσει στο πετσί τους τον Αρμαγεδδών (δηλαδή τις συνέπειες του ληστρικού καπιταλισμού, μπλα μπλα) αδυνατούν να μας μιλήσουν στην προ της Αποκάλυψης γλώσσα. Έτσι, ο τελευταίος ήρωας, ο καλλιεργημένος Γάλλος Φρανσουά Ντιτό (αυτός που απήγγειλε Ντύλαν Τόμας πάνω από τον τάφο των πρώτων νεκρών), είναι εκείνος ο οποίος  – ως alter ego του συγγραφέα- αναλαμβάνει να μιλήσει, να παραδώσει τη διαθήκη,  στους σωτήρες, στον μελλοντικό άνθρωπο,  δηλαδή, πιο πρακτικά, στον αναγνώστη. Σε μια ελαφρά κρυπτική και φιλοσοφικίζουσα γλώσσα, ένας (που την είδε) νέος Πρόσπερος επιβεβαιώνει την αγάπη του για την τέχνη της αφήγησης: πχ. «[…] η αφετηρία του παιχνιδιού υπήρξε για κάποιον σαν εμένα μια ακόμη ευκαιρία να θέσει τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση, να τον εκθέσει σε μια θεία εκπόρνευση με μόνο αντάλλαγμα τη θέα σε μια άλλη ζωή» (σελ. 314) και «[…] το μόνο που είχε απομείνει ήταν η δυνατότητα να […] παραχαράξω εκλεπτυσμένα αυτό που υπήρξε […] προς χάριν ενός ανώτερου αισθητικού δημιουργήματος που είναι η ίδια η αφήγηση» (σελ. 316).
  • Πολιτικά όμως εδώ έχει περισσότερη σημασία το ποιος μιλάει, ποιανών αξιών είναι φορέας . Το μυθιστόρημα τελειώνει ευαγγελιζόμενο  ότι ο πολιτισμός της Παλαιάς Ευρώπης θα νικήσει (κάποτε) το αμερικάνικο τέρας. Έτσι κι αλλιώς, λίγες σελίδες νωρίτερα, οι «καλοί»  έχουν ανακαλύψει την κρυψώνα του αδίστακτου Σάμυ Κόου, έχουν μαζέψει στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή του και  τον σημαδεύουν με ένα οπλισμένο περίστροφο. Το ηθικό δίδαγμα είναι σαφές: «Τρέμετε κουφάλες, έρχονται κρεμάλες» (με μουσική υπόκρουση το “People have the power”).  Σε μια συνέντευξή του, ο συγγραφέας υποστήριξε ότι, για τον ίδιο, ο Σάμυ Κόου προσωποποιεί μια «νέα κοινοτοπία του κακού». Κατά τη δική μου εκτίμηση, το βασικό πρόβλημα με το «Ίσλα Μπόα» είναι ότι αποτελεί παράδειγμα μιας πολιτικά και αισθητικά αφόρητης «κοινοτοπίας του καλού».
  • Στο 9ο κεφάλαιο υπάρχουν οι παράλληλες αφηγήσεις της Ελληνίδας Μάνιας και της Τερέζας από την Αργεντινή που κορυφώνονται στην προσωπική εμπειρία της καθεμιάς από τη συμμετοχή  τους στις κινητοποιήσεις και στις ταραχές  τον Δεκέμβρη του 2007 και του 2001 αντίστοιχα. Όχι, ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αναδείξει λογοτεχνικά τις ομοιότητες και τις διαφορές της πρόσφατης πολιτικοοικονομικής ιστορίας των δύο χωρών. Αρκείται στο να κατευθύνει, ρητά ή υπόρρητα, τον αναγνώστη σε μερικές – όχι ιδιαίτερα πρωτότυπες– συνδέσεις:  ΔΝΤ→ Νεοφιλελεύθερες  πολιτικές → Χρεοκοπία → Καταστολή της αντίστασης → Δολοφονία της νεότητας. Ειδικά για την ελληνική περίπτωση, δεν αμφιβάλλω ότι η συναισθηματική ένταση ήταν το στοιχείο που χαρακτήριζε τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που κατέβηκαν στους δρόμους εκείνες της ημέρες. Κι όμως, όταν διαβάζω προτάσεις όπως «Ρε σεις, αρχίζουν να σκοτώνουνε κιόλας, πετάχτηκε κάποιος φίλος της Μαρίλης από τον καναπέ. Είχαμε που είχαμε τις σκοτούρες μας, τώρα το μενού περιλάμβανε και σφαίρες» (σελ. 246) και «Κάθε τόσο μας ερχόταν να ουρλιάξουμε με όση δύναμη αντέχανε τα πνευμόνια. Έναν βαρβαρικό αλαλαγμό κατευθείαν στα αυτιά του λιονταριού μπας και σαλέψει» (σελ.248), το μυαλό μου πηγαίνει περισσότερο σε ένα μελό δραματοποιημένο ρεπορτάζ της Αυγής παρά σε ένα πολυφωνικό λογοτεχνικό κείμενο.
  • Για ένα μυθιστόρημα που είναι πολύ προσεκτικό απέναντι στις απαιτήσεις της ρεαλιστικής αναπαράστασης – ο Αστερίου φαίνεται να έχει κάνει έρευνα σε ένα σωρό ζητήματα από το πώς προσγειώνεται ένα υδροπλάνο μέχρι  τις παρενέργειες της πείνας με αξιέπαινα συγγραφικά αποτελέσματα-  κακή εντύπωση κάνει η ασάφεια της λογοτεχνικής σύμβασης  κάτω από την οποία παράγονται τα κείμενα που υποτίθεται πως συναπαρτίζουν το  Ίσλα Μπόα. Εξαίρεση αποτελούν τα θεατρικής μορφής κεφάλαια με τον Σάμυ Κόου. Από εκεί και πέρα όμως, οι συνθήκες επικοινωνίας είναι ένας αχταρμάς. Διαβάζουμε τις αφηγήσεις ανθρώπων που κατά τη διάρκεια του χρόνου του μυθιστορήματος πεθαίνουν. Πώς έφτασαν στα χέρια μας τα κείμενά τους  αφού κανένας πέρα από τη Ζέινα (κεφ. 8) δεν κάθεται να γράψει; Μήπως πρόκειται τότε για εσωτερικούς μονολόγους;  Όχι, καθώς είναι όλοι γραμμένοι με την ίδια δομή (αυτοβιογραφική αναδρομή των λόγων που τους έκαναν να λάβουν μέρος στο παιχνίδι και τα νέα γεγονότα στο νησί για να προχωράει η υπόθεση) και το ίδιο ύφος (αυτό του καλλιεπή συγγραφέα  που τακτοποιεί τα  στρωτά λόγια του στο στόμα των κενών δοχείων – χαρακτήρων του ).  Το μόνο «κλειδί» που στέκει, είναι να δεχτεί ο αναγνώστης τον επιζώντα Φρανσουά Ντιτό ως έναν παραμυθά που διηγήθηκε μια –διόλου πολιτικά «αθώα»-  εφιαλτική παραβολή. Πρόκειται για ένα κλειστό και μονοφωνικό εγχείρημα, μια ακόμη έκφανση της κυρίαρχης συριζαίικης αισθητικής (ταυτότητα και διαβατήριο ταυτόχρονα), αυτή τη φορά σε mild και σοβαροφανή εκδοχή, από την ελίτ για τις μάζες.

 

 

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Χαίρετε κανείς να διαβάζει κείμενα σαν αυτό του ποστ!

    Η παρατήρησή σας για την ασάφεια -σε βαθμό φαιδρότητας, αν κατάλαβα σωστά- της λογοτεχνικής σύμβασης στο Ίσλα Μπόα (δεν το έχω διαβάσει, ούτε πρόκειται) μού θύμισε κάτι που γράφει η ιδιοφυής Πατρίτσια Χάισμιθ στο σύντομο δοκίμιό της «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα»:

    Θεωρεί καθοριστικό στοιχείο για τη σοβαρότητα ενός μυθιστορήματος την πειστικότητα της οπτικής γωνίας του συγγραφέα -από πού μας μιλάει, πώς τα ξέρει αυτά που λέει.

    Αναφέρει ως παράδειγμα προς αποφυγήν μια ιστορία που διάβασε, με θέμα έναν πατέρα που κινδυνεύει να χάσει τη μικρή του κόρη από έναν μεγαλύτερο γοητευτικό άντρα. Η αφήγηση πηγαίνει καλά, μέχρι το σημείο όπου ο πατέρας περιγράφει ένα διάλογο μεταξύ της κοπέλας και του ώριμου άντρα, στη βεράντα, κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο. Όμως ήταν εντελώς απίθανο να ήταν ο πατέρας εκεί.

    Και καταλήγει η Χάισμιθ:
    <>.

  2. Ο δαίμων του σχολιασμού: εννοείται «χαίρεται κανείς..».

    Το συμπέρασμα της Χάισμιθ δεν καταχωρήθηκε, αλλά δεν πειράζει. Το νόημα του σχολίου προκύπτει από τα προηγούμενα.

  3. Αγαπητή Αλίκη, σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια και για το, όπως πάντα, ενδιαφέρον σχόλιο. Με παραξένεψε όμως αυτό που γράψατε: «δεν το έχω διαβάσει και ούτε πρόκειται». Γιατί είστε τόσο απόλυτη; Ελπίζω όχι εξαιτίας της κριτικής μου. Αυτές που έγραψα είναι οι δικές μου παρατηρήσεις απέναντι στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Εσείς, αν το διαβάσετε ίσως να διαμορφώσετε διαφορετικές και να διαφωνήσετε με τις δικές μου. Προσωπικά, αν δεν το έβρισκα αξιόλογο, δε θα έγραφα την κριτική, καθώς θα ένιωθα ότι δεν με αφορούσε.

    • Καλημέρα. Λέω ότι δεν πρόκειται να το διαβάσω, ακριβώς διότι έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν με αφορά (όχι μόνον από την κριτική σας, παρακολουθώ με ενδιαφέρον, όπως κι εσείς, την ελληνική πεζογραφία).

      Δυστυχώς, η ζωή είναι πολυ σύντομη για να έχει κανείς τη δυνατότητα να διαβάσει τα πάντα, και θέλω να πιστεύω ότι αυτό δεν αποτελεί απολυτότητα, αλλά πρακτική αντιμετώπιση. Βέβαια, έτσι κινδυνεύει κανείς να χάσει πράγματα που στην πορεία θα μπορούσαν να αποδειχθούν αξιόλογα, όμως έτσι δεν γίνεται σε όλους τους τομείς της ζωής μας;

      Πολύ φιλικά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: