Ο Αθανάσιος Διάκος σουβλίζεται/σουβλίζει υπέροχα

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Μερικές σκέψεις σχετικά με την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου στην Πειραιώς 260 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, όπως διαμορφώθηκαν ύστερα από συζητήσεις με φίλους:

1.  Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ εμμονής και μανιέρας.  Για παράδειγμα, μια αυτοκτονία δεν κολλάει  παντού. Ενώ στο «Χαίρε Νύμφη» (την προηγούμενη δουλειά της σκηνοθέτιδας πάνω σε ένα κείμενο του Ξενόπουλου) η αυτοκτονία στηριζόταν από ολόκληρη την εξέλιξη του κειμένου και της παράστασης, στον «Αθανάσιο Διάκο» συμβαίνει περισσότερο ως εικόνα παρά ως δράμα,  εκβιάζοντας  συναισθηματικές αντιδράσεις.

2. Δεν καταλαβαίνω (και αυτό δεν αφορά μόνο τη συγκριμένη σκηνοθέτιδα) γιατί οι σκηνές σεξ και βίας  αποδίδονται κάνοντας χρήση παμπάλαιων θεατρικών τεχνασμάτων – που ξεπερασμένα καθώς είναι από τον κινηματογράφο φαντάζουν γελοία- ενώ το γυμνό σώμα αποδίδεται ως έχει. Μήπως επειδή είναι εύκολο και το δέχονται ηθοποιοί και κοινό; Εγώ πάντως λυπάμαι (και ντρέπομαι λες και βρίσκομαι εγώ στη θέση του) έναν ηθοποιό που είναι γυμνός στην σκηνή δίχως αυτή η επιλογή να με έχει πείσει ότι ήταν θεατρικά αναγκαία. Αν οι σκηνές σεξ και βίας συνέβαιναν όπως και στην εκτός θεάτρου πραγματικότητα (με σωματικές εκκρίσεις και αίμα) τότε θα καταλάβαινα την «σαν να μην τρέχει τίποτα» γυμνότητα. Από τη στιγμή που δεν γίνεται κάτι τέτοιο – και καλώς, καθώς διαφορετικά θα οδηγούμασταν στα αδιέξοδα της θεατρικής ουτοπίας-  η ακολουθούμενη μέθοδος είναι αντιφατική έως υποκριτική.

3.  Ένα μέρος της σκηνοθετικής ορμής της Κιτσοπούλου βασίζεται στο «κάψιμο» καλλιτεχνικών ταμπού, στο γκρέμισμα συνόρων μεταξύ υψηλού και χαμηλού. Ανεβάζει στη σκηνή ήρωες, τα συναισθήματά τους και τη μουσική που αυτοί ακούνε, για τα οποία το  θεωρούμενο «ποιοτικό θέατρο»  συνήθως αδιαφορεί  και κάνει σαν να μην υπάρχουν. Το ισοδύναμο του αισθητικού της οράματος είναι αυτό μιας λαϊκής τραγουδίστριας  που (αυτό)καταστρέφεται μέσα σε ένα περιβάλλον ανδροκρατούμενο, βίαιο, αδίστακτο, το οποίο  λατρεύει και μισεί με όλες της τις δυνάμεις. Η μεταφορά όμως ενός άλλου κόσμου στη σκηνή  -κάτι που από μόνο του είναι επιτυχία- δεν υπάρχει λόγος να μας κάνει να χάσουμε το μυαλό μας από τον πολύ ενθουσιασμό.  Τα στεγανά υπάρχουν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν με τις φαντασιώσεις μας. Για να το καταλάβουμε, θα αρκούσε να βλέπαμε τις – υποθέτω απαξιωτικές- αντιδράσεις ανθρώπων που ακούνε αποκλειστικά (και όχι κλείνοντας  μισοπεριπαιχτικά το μάτι) Ρίτα Σακελλαρίου και Βίσση  καθώς θα  παρακολουθούσαν μια high art παράσταση της Κιτσοπούλου. Η απενοχοποίηση είναι αναγκαία και καλή για την κατασκευή νέων συνδέσεων και νοημάτων. Όταν όμως το νόημα γίνεται η ίδια η κίνηση της απενοχοποίησης, ο καλλιτέχνης μουλιάζει σε ζεστά νερά (εκεί που πριν ήταν παγωμένα). Από ένα σημείο και πέρα όμως, αυτό είναι προσωπική υπόθεση και απόλαυση, και δεν μπορεί να έχει ευρύτερο ενδιαφέρον.

4. Σε μια Ελλάδα που ο εθνικισμός έχει γίνει το πρώτο καταφύγιο του κάθε απατεώνα από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, που οι καταγγελίες περί μειοδοτών και δοσίλογων έχουν γίνει ψωμοτύρι, που η Χρυσή Αυγή και η ρητορική της έχουν πλασαριστεί στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής, η Κιτσοπούλου επιλέγει να ασχοληθεί με ένα grand εθνικό σύμβολο. Το θέλει δε το θέλει η σκηνοθέτιδα, είναι – κατά τη γνώμη μου- αδύνατον να ειδωθεί η παράσταση (εντελώς) έξω από το παρόν πολιτικό πλαίσιο. Όμως, από ό,τι κατάλαβα από το έργο και από τη συνέντευξή της  στο περιοδικό του Φεστιβάλ, πιο πολύ την ενδιέφερε η  διάσταση του ήρωα ως τέτοιου παρά η συγκεκριμένη ιστορική προσωπικότητα. Εδώ  το πράγμα γίνεται παρεξηγήσιμο, ακόμη κι αν το προσεγγίσουμε με την θετικότερη διάθεση. Ο Διάκος του 2012, όπως τον ζωντανεύει στη σκηνή ο Καραθάνος, είναι ένας κλασικός Ελληναράς που κακοποιεί τη γυναίκα του, που αντιμετωπίζει τον μετανάστη ως φτηνό εργατικό δυναμικό και κατώτερο άνθρωπο. Όμως η κριτική για νοοτροπίες και συμπεριφορές  δεν περιλαμβάνονται στις προθέσεις της Κιτσοπούλου. Το γενικό μότο, όπως διαμορφώνεται κατά την εξέλιξη της παράστασης, θα μπορούσε να πηγαίνει κάπως έτσι: Η ζωή είναι φρίκη, οι άνθρωποι είναι κακοί όταν είναι δυνατοί, και ηλίθιοι όταν είναι αδύνατοι, κανείς δε σώζεται – μόνο στιγμές με συναισθήματα που πλημμυρίζουν το σώμα μέχρι την απώλεια του εγώ, στον έρωτα, στην απελπισία. Στο «Χαίρε Νύμφη» η Κιτσοπούλου βρήκε ένα κείμενο που ταίριαζε ακριβώς σε αυτά που ήθελε η ίδια να εκφράσει (και που της παρείχε την απόσταση να το δουλέψει όπως την εξυπηρετούσε).  Με το δικό της όμως κείμενο, βάζοντας μέσα περισσότερες μεταβλητές από όσες μπορούσε να ελέγξει, πιστεύω ότι αστόχησε. Το γενικό μότο που σχεδίασα πιο πάνω, μεταφρασμένο με τους όρους της περιρρέουσας πολιτικής ατμόσφαιρας, καταλήγει σε ένα αγκάλιασμα της ελληνικής «ιδιοπροσωπίας», σε μια παθητική αποδοχή της νεοελληνικής πραγματικότητας έτσι ακριβώς όπως είναι, σε ένα υπόρρητο μήνυμα ότι «δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα και δεν αξίζει να προσπαθήσεις». Σε μια, αν όχι δικαίωση, τουλάχιστον διάσωση του Ελληναρά.

5. Αναρωτιέμαι ποιες θα ήταν οι σκέψεις σκηνοθέτιδας και ηθοποιών στην πρώτη πρόβα που δοκιμάσανε τη μεγάλη σε διάρκεια σκηνή όπου ο Καραθάνος γονατίζει  με γυμνά προτεταμένα οπίσθια και ο Περλέγκας περιγράφει  με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη μέθοδο  θανάτωσης διά σουβλίσματος. Μου φαίνεται αδύνατον να μην πέρασε από το μυαλό τους ότι στη φαντασία των θεατών το σουβλί θα γινόταν το Μνημόνιο που μπήγεται στον κώλο του Έλληνα. Δεν κολλούσε ακριβώς με τα υπόλοιπα,  μάλλον όμως θα σήκωσαν αδιάφορα τους ώμους. Σε μια χώρα που πνίγεται στον λαϊκισμό, τι σημασία έχει λίγος παραπάνω;

6. Η Λένα Κιτσοπούλου έχει ήδη σημαντικό έργο πίσω της και μεγάλες δυνατότητες. Αγαπάει αυτό που κάνει  και ξέρει πώς να χτίζει θεατρικά όμορφες και έξυπνες σκηνές, είναι πολυτάλαντη, καλλιτεχνικά τολμηρή,  συνομιλεί με ετερόκλιτα  πολιτισμικά πεδία και έχει χιούμορ. Μετά το «Χαίρε Νύμφη», οι προσδοκίες μου (και, έχω την εντύπωση, ενός σημαντικού σε μέγεθος θεατρόφιλου κοινού) είναι αυξημένες. Ακόμη κι αν ένας δημιουργός φτιάχνει ουσιαστικά πάντα το ίδιο έργο μέχρι τελικά να του πετύχει (κάτι που στους πιο φιλόδοξους και τελειομανείς δεν συμβαίνει ποτέ με συνέπεια να βασανίζονται επιστρέφοντας αιώνια στα ίδια ανοιχτά θέματα), είναι αναγκαίο κάθε φορά να ξεκινά από την αρχή,  να αναστοχάζεται ολικά, έστω ανακαλύπτοντας ξανά την προσωπική του Αμερική. Στην αντίθετη περίπτωση, οι εμπνευσμένες ιδέες  του χτες γίνονται τα «κόλπα» του  σήμερα και η άνευρη συντήρηση του αύριο.

 

Advertisements

6 Σχόλια

  1. Το σχόλιο που έγραψε η Ρένα Χόπλαρου στον τοίχο της στο fb, με το οποίο συμφωνώ εντελώς:
    «Δεν έχω ξαναδεί παράσταση της Κιτσοπούλου. Έχω μόνο διαβάσει τα διηγήματα της, στο «Νυχτερίδες» και ακόμη τα θυμάμαι. Ορισμένες σκηνές δε εντυπώθηκαν για τα καλά στη μνήμη μου και δεν θα φύγουν, όπως αυτή του λαϊκού αδελφού που σπάει στο ξύλο την αδελφή του γιατί η μικρή κάνει το «λάθος» να ενηλικιώνεται. Αθανάσιος Διάκος: Ευφυής σκηνοθεσία, πολύ γέλιο το κείμενο, τρομερή σύλληψη η επιστροφή του Διάκου στο 2012 αλλά…έχω ένα βασικό αισθητικό θέμα με ηθικές και πολιτικές διαστάσεις. Έχω θέμα με την απώλεια του αιτήματος για νόημα ή καλύτερα με την απενοχοποίηση του αιτήματος για νόημα στο θέατρο, στην τέχνη γενικότερα. Έβλεπα κάτι πολύ δυνατό, έξυπνο, σύγχρονο αλλά δεν ξεχώριζα το Καλό από το Κακό, όλα ισοπεδωμένα, να ξεγλιστράει σαν χέλι το νόημα, ακόμα κι αυτή η φιγούρα του Διάκου που τόσο παρέπεμπε στον μακρυμάλλη, χρυσαυγίτη υποψήφιο της ΧΑ. Δεν είχε νομίζω καν την πρόθεση να δείξει το banality of evil – ή μήπως το είχε; Επίσης με χάλασε, στο τέλος, η παρουσία της ίδιας πάνω στη σκηνή, ως Εύας που αυτοκτονεί. Ναι, ξέρω ότι πολλοί σκηνοθέτες το έχουν κάνει αυτό, από τον Χίτσκοκ μέχρι τον Τζάρμους αλλά νομίζω ότι η παρουσία της δεν ήταν διακριτική ή τελοσπάντων δεν ήταν απλώς μια μικρή καλλιτεχνική διαστροφή. Είχε κάτι πιο ναρκισσιστικό που πάλι ξεπερνάει τα δικά μου όρια κατανόησης για την αναγκαιότητα αυτής της σκηνής. Σαν πιο μεγάλη σημασία να έχει το Εγώ παρά το θέμα που διαπραγματεύεται. Αυτά σαν πρώτες σκέψεις…που μες στη συζήτηση που θα κάνουμε με πειστικά επιχειρήματα μπορεί να αναιρέσω.»

  2. Ενδιαφέρον κείμενο!
    Δεν έχω δει την παράσταση και δεν σκοπευω να τη δω.

    Βρήκα όμως την με αριθ. 2 παρατήρησή σας -για τη θεατρική απόδοση των σκηνών σεξ και βίας- εξαιρετικά εύστοχη, και μπαίνω στον πειρασμό να γράψω το εξής:
    Σε κάποια επιστολή του προς νεότερο συγγραφέα (ίσως και τον αδελφό του, δεν θυμάμαι ακριβώς) ο Τσέχωφ διατυπώνει την άποψή του σε σχέση με την αληθοφάνεια και τη θεατρική σύμβαση. Λέει ότι -για ευνόητους λόγους- στη σκηνή δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν ορισμένα περιστατικά ακριβώς όπως συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Π.χ. μια αυτοκτονία με δηλητηριασμό δεν αποδίδεται αληθοφανώς, αλλά με τους περιορισμούς που επιβάλλει η θεατρική σύμβαση.
    Είναι όμως σημαντικό να διαφαίνεται από την απόδοση της σκηνής ότι ο δραματουργός δεν αγνοεί την πραγματικότητα (εν προκειμένω, την ιατρική, δεδομένου ότι ο Τσέχωφ ήταν γιατρός) του δηλητηριαμού, δεν την παρακάμπτει, αλλά την έχει λάβει υπόψιν. Πρέπει, επομένως, να καθιστά σαφές ότι αποδίδει το γεγονός όχι όπως συμβαίνει στη ζωή, αλλά όπως επιβάλλει η θεατρική σύμβαση.

    Με την αφορμή αυτή, σκέφτομαι ότι ίσως η γυμνότητα και ο υποτιθέμενος ρεαλισμός στην θεατρική εμφάνιση των σκηνών σεξ και βίας να στερεί αληθοφάνειας τις σκηνές αυτές -δεδομένου ότι η απόδοση της πραγματικότητάς τους είναι θεατρικά ανέφικτη. Αντίθετα, η τήρηση της θεατρικής σύμβασης -όπως την υπαινίσσεται ο Τσέχωφ- θα παρέπεμπε στην «πραγματική» πραγματικότητα και θα έσωζε την (όποια) παράσταση από την αμηχανία και καμιά φορά από ένα είδος γελοιοποίησης.

  3. ‎1,Δεν υπάρχει λεπτή γραμμή μεταξύ εμμονής και μανιέρας.ο Γαϊτης δεν είχε εμμονές. 2,Οι Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου μόλις έβγαλαν ένα βιβλιο που ασχολείται με το «σεξ και βία» και «εκκρίσεις και αίμα»,και λέγεται «Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ». 3,Το Θέατρο πρέπει να «παιδεύει» και να μην ασχολείται με την απόλαυση. 4,Σε μία παράσταση προς τιμήν του Σαμαράκη,(που ήταν κι αυτός εκεί),ομιλητής λέει κάποια στιγμή:»Ο συγγραφέας σ’αυτό το έργο θέλει να πει…»,και του λέει ο Σαμαράκης:»Εδώ είμαι,γιατί δεν με ρωτάς τι θέλω να πω;» . 5,Το πως φαντασιώνεται κανείς μία σούβλα είναι πολύ προσωπικό θεμα! 6,Εχω μείνει άναυδος με την ρήση:»οι εμπνευσμένες ιδέες του χτες γίνονται τα «κόλπα» του σήμερα και η άνευρη συντήρηση του αύριο.»

  4. Αλίκη, σας ευχαριστώ για το -όπως πάντα- ενδιαφέρον σχόλιο. Να παρατηρήσω ότι ακόμη και η οδηγία του Τσέχωφ στην οποία αναφερθήκατε με προβληματίζει. Σε μια εποχή όπου τεχνικά η ψευδαίσθηση που προσφέρει ο κινηματογράφος είναι ασυναγώνιστη, προτιμώ στη σκηνή να γίνεται χρήση μέσων ιδιαζόντων θεατρικών (έστω κι αν έτσι θυσιάζονται κάποιες δυνατότητες). Δηλαδή, μια αναπαράσταση που να παραπέμπει θεατρικά στο σεξ ή τη βία και όχι να προσπαθεί να πείσει ότι είναι αυτό που αναπαριστά. Το πώς μπορεί να γίνει αυτό υπόκειται στη θεατρική επινοητικότητα και φαντασία σκηνοθέτη και ηθοποιών (π.χ. κάνοντας χρήση παντομίμας, μαριονεττών, φώτων, παράλληλων προβολών κ.α.)

  5. Για κάποιους ο Αθανάσιος Διάκος είναι πρόσωπο ιερό, αλλά, φυσικά, δεν το σέβεται κανείς, μιας και είναι προχωρημένο να προσβάλλεις τα ιερά των Ελλήνων. Πρέπει να είσαι μουσουλμάνος, για να ξεσηκωθούν οι »προοδευτικοί» για το »σκισμένο κοράνι » σου, αλλιώς σε γράφουν κανονικά οι.. »προοδευτικοί»…

  6. Όταν έγραφα, πριν περίπου ένα μήνα, το παραπάνω άρθρο, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο απύθμενος συντηρητισμός της ελληνικής (ακρο)δεξιάς, η χυδαιότητα και η υποκρισία της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα» και η ανθρωποφαγική μανία των νεοναζιστικών μπλογκ, θα είχαν ως αποτέλεσμα αυτή τη μισογύνικη μισαλλόδοξη στοχοποίηση που βλέπουμε σήμερα.

    Στην περίσταση που διαπομπεύεται η (όποια) Κιτσοπούλου, δεν προέχει η ανάδειξη των αισθητικών μας διαφορών. Σε τελική ανάλυση, δε νομίζω ότι ο Κασιδιάρης θα επιλέξει τον «συνομιλητή» του με κριτήρια καλής και κακής Τέχνης.

    Ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις έχω για το έργο της σκηνοθέτιδας, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην παράσταση ο Αθανάσιος Διάκος ως ιστορικό πρόσωπο παίζει ελάχιστο ρόλο (και άρα η προσβολή που της προσάπτουν οι εθναμύντορες δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις της), καταδικάζω με βδελυγμία την επίθεση που δέχεται και τη στηρίζω απόλυτα.

    Θα μου πείτε, «και τι έγινε που καταδικάζεις και στηρίζεις; Εδώ ο κόσμος χάνεται, ποιος νοιάζεται για την όποια Κιτσοπούλου. Ας μην πήγαινε κι αυτή φυρί φυρί. Άσε που για τους ανθρώπους της «σόουμπιζ» κάθε δημοσιότητα είναι καλή δημοσιότητα». Λάθος. Οι άνθρωποι που τώρα κυνηγάνε σαν μάγισσα την Κιτσοπούλου (παλαιότερα τη Ρεπούση, τη Δραγώνα, την Αφροδίτη Αλ Σάλεχ), και οι αντιλήψεις που ψάχνουν τον σύγχρονο «Εβραίο» για αποδιοπομπαίο τράγο (ως τώρα ο ρόλος αυτός έχει δοθεί στους μετανάστες) είναι ό,τι πιο επικίνδυνο για τη δημοκρατία. Κάθε φορά που καταφέρνουν να σπείρουν το φόβο και να επιβάλουν τη σιωπή, κερδίζουν μία μάχη.

    Ας μη μασάμε. Στο δρόμο, στη δουλειά, στο σόι, στην ευρύτερη παρέα, στο διαδίκτυο. Ας μην αφήσουμε να περάσει το δικό τους. Είμαστε περισσότεροι, πιο μορφωμένοι και αξίζουμε κάτι καλύτερο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: