Η κρίση και η Αθήνα (όπως λέμε «Ο θάνατος και η κόρη»)

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Περπατώ στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου κάτω από τον  πρωινό ήλιο και βλέπω τους τουρίστες να ανεβαίνουν στην Ακρόπολη (ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ισπανών αποσπάται από το γκρουπ και μπαίνει εσπευσμένα λόγω ζέστης  σε ένα ταξί).  Ότι επέλεξαν την Αθήνα για προορισμό τους παρά την όλη αρνητική σχετική ειδησιογραφία με κάνει να τους κοιτώ με ιδιαίτερη απορία αλλά και συμπάθεια. Βλέπω το Μουσείο στα αριστερά μου, μια μικρή ουρά που έχει σχηματιστεί στην είσοδο και νιώθω – κόντρα στις αλλεργίες μου- εθνικά υπερήφανος για την ύπαρξή του.

Το ίδιο βράδυ, σε μια ταράτσα στο Θησείο με μαγική θέα στην πόλη, με αφορμή την περιγραφή που σας μετέφερα κι εδώ, κουβεντιάζουμε με φίλους σχετικά με το αν η Αθήνα είναι μια όμορφη ή μια άσχημη πόλη για να ζεις σε αυτή ή να την επισκέπτεσαι, σε σύγκριση μάλιστα με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Επιγραμματικά, οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης,  έλεγαν πως είναι μια πόλη ζωντανή, με κατοίκους ανοιχτούς στην επικοινωνία, απρόβλεπτη μέσα στις πολλαπλές εκφάνσεις της. Σε αντίθεση με άλλες πρωτεύουσες όπου το κέντρο έχει μεταμορφωθεί σε ένα θεματικό πάρκο προς τουριστική κατανάλωση (και τιμές ενοικίων απαγορευτικές για άλλη χρήση), το κέντρο της Αθήνας ανήκει στους κατοίκους της. Προβλήματα και βέβαια υπάρχουν, αλλά οποιαδήποτε αλλαγή  πρέπει να είναι σαφώς μικρής κλίμακας και να αποφασίζεται σε επίπεδο γειτονιάς, το πολύ Δήμου, από τους ανθρώπους που άμεσα αφορά. Όχι στα μεγάλα έργα με αποφάσεις της κυβέρνησης – εδώ η κουβέντα πήγε στην τύχη του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό. Αν οι επισκέπτες ωφεληθούν παραπλεύρως από ένα έργο έχει καλώς, ο γνώμονας όμως πρέπει πάντα και αποκλειστικά να είναι οι ανάγκες των μόνιμων κατοίκων της πόλης. Μια μεγάλη αύξηση του αριθμού των τουριστών θα κατέστρεφε τη γοητεία της Αθήνας, αυτή που αφήνει ενθουσιασμένους όσους ξένους έρχονται εκτός των μεγάλων γκρουπ και των τουριστικών πακέτων.

Άλλοι της παρέας, μεταξύ των οποίων και ο γράφων (όσο κι αν ο καθένας για δικούς του λόγους την αγαπάει βαθιά), υποστηρίζαμε ότι όχι μόνο είναι αφιλόξενη για τους επισκέπτες, αλλά, η ζωή στην Αθήνα συνιστά άθλο, ενίοτε μάλιστα και εφιάλτη. Αυτοί που δεν έχουν χρήματα αλλά έχουν παιδιά αποτελούν μια κατηγορία κατοίκων που καταλαβαίνει ακριβώς για τι πράγμα μιλούσαμε: μεταξύ άλλων, το κυνήγι μιας θέσης στον Δημοτικό Παιδικό Σταθμό και μιας άδειας κούνιας στην εγκαταλελειμμένη παιδική χαρά.  Η ανομία  (από το κάπνισμα μέσα στα μαγαζιά και τη μουσική στη διαπασών έως την αύξηση της παραβατικότητας), η πολιτική βία (από το κάψιμο του Κέντρου από τους μπαχαλάκηδες έως τις επιθέσεις των νεοναζί σε μετανάστες) και η  συνολική εικόνα της πόλης είναι στοιχεία που συνδέονται. Για πολλούς – από τα δεξιά και τα αριστερά- το τοπίο, η ζωή όπως συμβαίνει, είναι η ελληνική ιδιοπροσωπία  εν εξελίξει. Take it or leave it, τα ανοιχτά της θέματα θα προχωρήσουν εσωτερικά. Κάθε κριτική που έρχεται εξωτερικά, συνήθως υπό τα προτάγματα του εκσυγχρονισμού, του ορθολογισμού και του ευρωπαϊσμού, είναι ύποπτη νεοφιλελεύθερων και νεοαποικιακών στοχεύσεων. Αντίθετα, για εμένα, κατάφαση στα πιο υπέροχα στοιχεία της πόλης (την κρυμμένη δημιουργικότητα, τα πολύχρωμα νήματα, την αιώνια επιτυχημένη επιλογή της τοποθεσίας) δε σημαίνει μοιρολατρική αποδοχή των μύριων ατελειών της.

Τα τελευταία χρόνια, μετά την παράδοση και των τελευταίων σταθμών του Μετρό, τα μεγάλα έργα στην πόλη έχουν σταματήσει. Μερικές φορές μου φαίνεται ότι δε θα αλλάξει τίποτα ξανά, όπως σε ένα σπίτι που μια πτωχεύσασα οικογένεια αδυνατεί να το φροντίσει. Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, η πολιτική εξουσία, μέσα σε όλες τις μπαγαποντιές της, απολάμβανε μια μίνιμουμ εμπιστοσύνη εκ μέρους των πολιτών που της επέτρεψε να διεκπεραιώσει μια σειρά έργων  (Ελευθέριος Βενιζέλος, Μετρό, Αττική Οδός, Ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, για να αναφέρω τα μεγαλύτερα αλλά όχι τα μόνα). Στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, καμία ανάλογη απόφαση – ακόμη κι αν υπήρχαν τα χρήματα- δεν θα μπορούσε να ληφθεί (θυμηθείτε πόσο και γιατί καθυστέρησε το Μουσείο της Ακρόπολης, και φανταστείτε την ανάλογη αντίσταση, στις σημερινές συνθήκες).

Θα ήθελα πολύ να κλείσω με μια αισιόδοξη νότα το κείμενο. Μου το ζήτησε και ο Βασίλης από το Φελέκι (που ήταν παρών στην κουβέντα και προσπάθησε να συγκεράσει τις δυο αντιπαρατιθέμενες αντιλήψεις ) όταν του είπα για ποιο θέμα έγραφα. Δυστυχώς δε το καταφέρνω. Τα κλειστά μαγαζιά, το γεμάτο φόβο μούδιασμα των  ανθρώπων – είναι ιδέα μου ή την αγανάκτηση την αντικαθιστά προοδευτικά η ατονία;- παραλύουν την πίστη για ένα καλύτερο αύριο. Πώς θα προχωρήσουμε; Για πολλούς (πάλι τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά), η μόνη λύση περνάει μέσα από την ολική καταστροφή. Υποστηρίζουν ότι το σύστημα και οι άνθρωποι που μας έφερε έως εδώ είναι αδύνατον να μας βγάλει. Κι όμως, εγώ νομίζω ότι τα κύρια θύματα της ολικής καταστροφής θα είναι πάλι οι πιο αδύναμοι, ενώ οι ισχυροί – πέρα από κάποιους άτυχους που θα βρεθούν στη λάθος θέση τη λάθος στιγμή- θα επιπλεύσουν ξανά. Έτσι κι αλλιώς, η ολική καταστροφή είναι ένα παλιό έργο που το έχουμε δει πολλές φορές στην ιστορία με πολύ κατώτερα των προσδοκιών αποτελέσματα.  Μπορούμε να πιστέψουμε  ξανά στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία;  Δεν έχω κάτι καλύτερο να προτείνω. Με βάση την ατομική ευθύνη, να βγάλουμε τον καλύτερο εαυτό μας και να απαιτήσουμε το ίδιο από τους άλλους, ακόμη και ενάντια στην ίδια τη λογική.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Ωραίο το κείμενό σας.

    Μία παρατήρηση και μια ερώτηση:

    Δεν βλέπω να υπάρχει αντίστιξη ανάμεσα στο να γίνει η Αθήνα υποφερτή για τους ξένους και στο να γίνει για τους κατοίκους της. Μια πόλη είτε είναι υποφερτή -ή και ελκυστική- είτε δεν είναι.
    Εκτός αν θέλουμε να πουλήσουμε τα χάλια μας και την υποβάθμισή μας ως τουριστική ατραξιόν (δε νομίζω ότι θα έχουμε και μεγάλη επιτυχία).

    Κατά τα άλα, γιατί η πίστη στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η ατομική ευθύνη και η απαίτηση κι από τους άλλους να κάνουν το ίδιο αντιβαίνουν στην ίδια τη λογική; Δεν είναι -αντίθετα- η μόνη λογική αντιμετώπιση αυτού που ζούμε;

    ΥΓ: Όσο για το Ελληνικό, αν τολμήσουμε να το αξιοποιήσουμε για να βγάλουμε κάνα φράγκο θα κάνουμε τη ζωή μας χειρότερη -δεν το συζητώ. Ενώ όσο το αφήνουμε γεμάτο μπάζα και τσιμέντα, η ζωή μας κερδίζει σε ποιότητα -αυτό είναι βέβαιο! Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το παράδειγμα άλλων χωρών (βλ.Μονακό), που δεν είχαν τη δική μας διορατικότητα και ευθυκρισία, με αποτέλεσμα να αξιοποιήσουν τη δημόσια περιουσία τους τους και να γίνει η ζωή τους κόλαση!

  2. Αγαπητή Αλίκη, στο κείμενό μου προσπάθησα να μεταφέρω – όσο μπορούσα πιο πιστά- τις γενικές γραμμές των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Νομίζω ότι στην τέταρτη παράγραφο γίνεται σαφές ποιες ήταν οι θέσεις που προσωπικά υποστήριξα. Συνεπώς, συμμερίζομαι την παρατήρησή σας.

    Σχετικά με την ερώτησή σας, νομίζω ότι χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από τη λογική για να ξεπεράσουμε το άθροισμα των αστοχιών (και των συνεπαγόμενων απογοητεύσεων) που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια από το πολιτικό προσωπικό. Από την άλλη μεριά, έχετε δίκιο υπό την έννοια πως, λογικά πάλι μιλώντας, τα εναλλακτικά πολιτεύματα έναντι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κατά πολύ χειρότερα. Με το ρητορικό μου σχήμα ήθελα απλά να τονίσω την ανάγκη της πίστης στις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες παρά την απελπισία που μπορούν να γεννήσουν οι υπάρχουσες συνθήκες.

  3. […] feleki.wordpress.com […]

  4. «Όχι στα μεγάλα έργα με αποφάσεις της κυβέρνησης»; Αυτό δε θα υποστηριζόταν ούτε σε αφρικανική χώρα. Ακόμη και σε χώρες με «επαναστατικό» παρελθόν (για να μην πω, ι δ ί ω ς σε αυτές), πχ Γαλλία, το κράτος και η κεντρική κυβέρνηση αναλαμβάνουν διαχρονικά έργα μεγάλης κλίμακας για την αναβάθμιση της πρωτεύουσας. Στους περισσότερους δείκτες αστικής ανάπτυξης, η Αθήνα σκοράρει χαμηλά, εδώ και πολύ καιρό. Υπό καλύτερες οικονομικές συνθήκες, θα συζητούσαμε, απλώς, αν θα συμμετέχει και ο ιδιωτικός τομέας ή αν τα έργα θα είναι οριακά βιώσιμα ή θα στοχεύουν στο μέγιστο κέρδος. Τώρα, δεν έχουμε ούτε καν αυτή την πολυτέλεια. Τώρα, π ρ έ π ε ι να συμμετέχει ο ιδιωτικός τομέας και τα έργα να βγάλουν σίγουρα τα λεφτά τους. Οι στόχοι τους οφείλουν να περιλαμβάνουν τις ξένες επενδύσεις (και την ισότητα πρόσβασης στα δημόσια αγαθά φυσικά) -οι τουρίστες είναι ένα μόνο μέρος των επισκεπτών μιας πόλης. Όχι ότι τρέφω αυταπάτες… Ξέρω ότι μάλλον δε θα γίνουν αυτά, αφού η επίσημη ιδεολογία (κρατικά χρηματοδοτούμενη πάντα) προτιμά μια θεατρική πόζα αντίστασης σε καπιταλισμό, ιμπεριαλισμό, εργοδοσία κλπ, όσο ακριβά κι αν κοστίζει, παρά έργα που θα κάνουν τη ζωή των Αθηναίων ευκολότερη.

  5. Η φράση περί «φροντίδας» και της έλλειψης της αποτυπώνει ίσως καλύτερα τη γενικότερη εντύπωση για το κέντρο αλλά και τις γειτονιές της Αθήνας.

    Η ανάγκη για την φροντίδα και την επιμέλεια που απαιτεί ένα νοικοκυριό δεν αναιρεί την άποψη μιας θα λέγαμε ημιτελούς, ολιστικής αισθητικής αντίληψης, αυτών που σύμφωνα με το άρθρο φοβουντε μη χαθεί η «γοητεία της Αθήνας, αυτή που αφήνει ενθουσιασμένους όσους ξένους έρχονται εκτός των μεγάλων γκρουπ και των τουριστικών πακέτων». Ούτε βέβαια η ανάγκη για φροντίδα παραπέμπει ή συνδέεται με μια αισθητική τέλειων φινιρισμάτων και επενδύσεων μιας (λαμέ) ψευτοαισθητικής, επικρατούσα τα τελευταία χρόνια. Η φροντίδα αφορά ένα νιάσιμο, μια μη λησμονιά για ένα έμψυχο ή άψυχο ον.

    Η έλλειψη φροντίδας, έννοιας, μέριμνας που σημειώνεται σημαίνει καταρχήν και γενικά την έλλειψη ενδιαφέροντος, προσωπικής συνδεσης του καθένα με το χώρο που κατοικεί, την πόλη εν προκειμένω. Ειναι μεγάλο εγχείρημα η ανάλυση για τις αιτίες της αποσύνδεσης της προσωπικής έννοιας, συμμετοχής από το συλλογικό, τις συλλογικές δράσεις και καταστάσεις. Σίγουρα όμως τα αίτια της αποσύνδεσης έχουν να κάνουν με την αποσύνδεση από τις διαδικασίες παραγωγής.

    Η αποσύνδεση παρατηρείται απο τα μικρά συμβάντα και φροντίδες όπως συμβαίνει με τη φροντίδα μιας γλάστρας που δεν ξέρουμε αν θα ανθίσει η θα ξεραθεί, αν θα παράγει δηλαδή οξυγόνο, χρώμα και άρωμα, στον έμπορο ή υπάλληλο και την περιποίηση της βιτρίνας, του πεζοδρομίου μια εργασία που δεν γράφεται στη σύμβαση εργασίας και που δεν εγγυάται την αύξηση ή όχι των πελατών, έως τα πιο μεγάλα και τη φροντιδα της πόλης.

    Η φροντίδα σε μεγαλύτερη κλίμακα είναι αναμφίβολα απούσα και τα απλά παραδείγματα που αναφέραμε και η παροχή φροντίδας σκοντάφτουν διαρκώς και .η αντιπροσωπευτική δημοκρατία κλονίζεται. χαρακτηριστικό παράδειγμα το ελληνικό όπου το τελευταίο νομοσχέδιο παραπέμπει οποιαδήποτε μελέτη και μετατρέπει σε πολη τη δημοσια γη προορισμένη για πράσινο! Και τα παραδείγματα και οι παρακάμψεις είναι πολλές… αμφίβολος σε πολλά σημεία ηταν ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το μουσείο της ακρόπολης, αμφίβολος θεσμικά ο πρόσφατος διαγωνισμός για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου.

    Οι θεσμοθετημένοι μέθοδοι σχεδιασμού φροντίδας του δημοσίου χώρου παρακάμπτονται διαρκώς εδώ και χρόνια ενώ την ίδια στιγμή ζητούν την ανανέωσή τους.

    Το ρίσκο δεν βρίσκεται σε παραδείγματα τύπου Μονακό, ούτε μπορούμε να δεχόμαστε τον ιδιωτικό τομέα (που χωρίς αμφιβολία χρειάζεται) να παραπέμπει και να αποδυναμώνει διαρκώς τις θεσμοθετημένες διαδικασίες σχεδιασμού. Ρίσκο ωστόσο και φροντίδα με αμφιβολα αποτελέσματα χρειάζεται αυτή η σχέση μεταξύ πόλης, πολιτών, πολιτείας….Τα δοχεία -πολίτες, πολιτεία- μοιάζει να μην επικοινωνούν…είναι ωστόσο σαφές ότι το ένα χρειάζεται το άλλο και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μοιάζει να μας ζητά, σαν το κέντρο της Αθήνας τη φροντίδα της, τη σύνδεση της….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: