Ομορφάντρα μου, αρχίζει το ματς!

Με αφορμή τη διαφήμιση που έχει κάνει πάταγο, ξέρετε αυτή με τον τυπάκο που πουλάει βρώμικο έξω από το γήπεδο, αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο που είχαμε γράψει το 2009 για το ποδόσφαιρο και τις ποικίλες προεκτάσεις του.

Υπάρχουν άνθρωποι στη Βόρειο Κορέα, που δεν πληροφορήθηκαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου; Πιθανότατα, ναι, και είναι μάλλον περισσότεροι από τους κατοίκους του πλανήτη, που δεν άκουσαν ποτέ για το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν άλλα τόσο μαζικά και τόσο συναισθηματικά φορτισμένα εβδομαδιαία θεάματα, όσο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας; Με βεβαιότητα, όχι. Το ποδόσφαιρο έχει ανακηρυχθεί «βασιλιάς των σπορ», ταυτίζεται με το μεταφυσικό (ο Μέσι είναι θεός) και ενισχύει την αρρενωπότητα (σε κάθε άντρα πρέπει να αρέσει το ποδόσφαιρο. Και σ’ αυτούς που δεν αρέσει; Μάλλον θα αισθάνονται, όπως λέει ο Ουμπέρτο Έκο, σαν τρομοκρατημένοι ομοφυλόφιλοι που επαναλαμβάνουν συνέχεια ότι «πρέπει» να τους αρέσουν οι κοπέλες).

Σίγουρα το ποδόσφαιρο είναι ένα εντυπωσιακό άθλημα, αν κρίνουμε από τον αριθμό των φανατικών, που παθαίνουν κάθε Κυριακή έμφραγμα· από τους διαιτητές, οι οποίοι στη γοητεία της πρόσκαιρης διασημότητας ανέχονται χυδαία υβρεολόγια· από τους οπαδούς, οι οποίοι «χύνουν» το αίμα τους για το δίκαιο της ομάδας τους· από τους εθνικοσωτήρες, οι οποίοι εν ονόματι της ανώτερης ποδοσφαιρικής αξίας της ομάδας τους, χτυπούν αλλοεθνείς· από τους ίδιους τους αθλητές, των οποίων η σωματική και ψυχολογική υγεία είναι κατεστραμμένη από τα αναβολικά. Θα συνέβαιναν όλα αυτά, εάν επρόκειτο απλώς για ένα δημοφιλές ομαδικό αγώνισμα; Ασφαλώς όχι.  Η ποικιλία των θέματων προς συζήτηση που ανακύπτουν από τον απλό στοχασμό πάνω στο ζήτημα, το αποδεικνύει με ευκολία: ψυχολογία της μάζας, χρήματα, βία, αναβολικά, εθνικισμοί.  Το παρόν άρθρο, ωστόσο, θα ασχοληθεί με την αναφορά των ποικίλων ιδεολογικών συμβολισμών που προσφέρει το ποδόσφαιρο αλλά και τελικά με την πραγματική του θέση στην οικονομία του θεάματος.

Έχει αποδειχθεί επανειλλημένα ότι ο απόλυτος και ξεκάθαρος διαχωρισμός μεταξύ των αθλημάτων γενικά και της πολιτικής είναι αδύνατον να υπάρξει. Η ναζιστική Ολυμπιάδα του 1936, τα μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών αγώνων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και η τρομοκρατική επίθεση στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972 το αποδεικνύουν περίτρανα. Και τα παραδείγματα δε σταματάνε μόνο στους Ολυμπιακούς. Ο Μουσολίνι χρησιμοποίησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 για την προώθηση του φασιστικού ιδεώδους και της προσωπικής του ισχύος. Το 1970 ξέσπασε πόλεμος με χιλιάδες νεκρούς μεταξύ Ονδούρας και Σαλβαδόρ στα προκριματικά του Μουντιάλ.

Με την σταδιακή μαζικοποίησή του, το ποδόσφαιρο μετεξελίχθηκε σε μέσο κοινωνικής εκτόνωσης και ενίοτε σε μηχανισμό εκδήλωσης περιφερειακού ή και εθνικού φανατισμού και υπερηφάνειας. Οι εθνικοί συμβολισμοί κυριαρχούν μέσα στο γήπεδο και οι παραδοσιακοί και «προαιώνιοι εχθροί» ξαναζωντανεύουν, μέσα από τον ποδοσφαιρικό αγώνα, την αντιπαράθεσή τους. Η πιο «αδύναμη» πλευρά βρίσκει την ευκαιρία να νικήσει και ενδεχομένως να ταπεινώσει τον πιο «ισχυρό». Το γκολ αποκτά πια την υπόσταση μίας πράξης εθνικής αξιοπρέπειας ή και υπερηφάνειας.

Εξάλλου η όλη οργάνωση του παιχνιδιού παραπέμπει σε πόλεμο· εικόνα που ενισχύεται από τη δημοσιογραφική αναμετάδωσή του, κατά την οποία αφήνεται να εννοηθεί ότι το γήπεδο είναι ένα πεδίο μάχης, μια «ρωμαϊκή αρένα». Μόνο που σε μια ποδοσφαιρική μονομαχία απουσιάζουν τα λιοντάρια και οι σκλάβοι. Τη θέση τους έχουν πάρει οι αντίπαλοι αθλητές, οι δύο ομάδες-στρατοί. Η κάθε ομάδα έχει τα δικά της διακριτικά σύμβολα, απαραίτητα για τη διεξαγωγή του παιχνιδιού. Ο κάθε παίχτης «κουβαλάει» το συγκεκριμένο νούμερο και αγωνίζεται στη συγκεκριμένη θέση. Έχει συγκεκριμένο ρόλο και ακολουθεί με πειθαρχία την τακτική-διαταγή του στρατηγού- προπονητή. Στόχος είναι η νίκη με κάθε τρόπο, ας σπάσουν και κάνα δυο πόδια αντιπάλων, έτσι κι αλλιώς τα πλήθη αλαλάζουν, όταν το πόδι του δύσμοιρου παίχτη βρεθεί στην  παρακείμενη εξέδρα.

Ο ρόλος όμως των διακριτικών, δεν περιορίζεται μόνο μέσα στο γήπεδο. Αποκτά έκφραση και υπόσταση  την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Οι οπαδοί υποστηρίζουν μία ομάδα, όχι μόνο γιατί παίζει καλό ποδόσφαιρο (άρα «ψυχαγωγούνται»), αλλά γιατί η ίδια η ομάδα αποτελεί κάτι παραπάνω από ένα αθλητικό σύλλογο. Είναι για παράδειγμα η «φτωχή» και αδύναμη ομάδα που τα βάζει με το κατεστημένο (π.χ. η Νάπολι του Μαραντόνα εναντίον των ομάδων του ιταλικού βορρά), η «επαναστατική» ομάδα που αντιπαλεύει το συντηρητισμό (π.χ. η «αριστερή» Μπαρτσελόνα, που δε δέχεται σπόνσορες στη φανέλα της εναντίον της «βασιλικής» Ρεάλ Μαδρίτης), η «αυτοκρατορική» ομάδα που θέλει νέες αποικίες (η εθνική ομάδα της Αγγλίας εναντίον της εθνικής Αργεντινής και το αμοιβαίο μίσος μετά τον πόλεμο των νησιών Φώκλαντ), η «καθολική» ομάδα εναντίον της «προτεσταντικής» (Σέλτικ εναντίον Ρεήντζερς) κ.ο.κ.

Ο χώρος, λοιπόν, του ποδοσφαίρου γίνεται συχνά χώρος κοινωνικής διαμαρτυρίας και έκφρασης ή εκτόνωσης κοινωνικών κρίσεων και πιέσεων. Εύκολα συνδέεται με πολιτικά κόμματα και ακόμα πιο εύκολα αντανακλά εθνικιστικά ιδεώδη (ας μη ξεχνάμε την ήττα της εθνικής Ελλάδας από την Αλβανία και τις ρατσιστικές εκδηλώσεις εναντίον των μεταναστών στους δρόμους γύρω από την Ομόνοια).

Ταυτόχρονα, το ποδόσφαιρο παρακολουθείται κυρίως από άνδρες, καθώς είναι από τους κυρίαρχους τόπους κατασκευής της ανδρικής ταυτότητας και της διαμόρφωσης της αρρενωπότητας. Ο κάθε άνδρας, ως γνήσιο μέλος μιας μαζικής αγέλης αρσενικών, αποκτά δικαίωμα στην παραβατικότητα, με λεκτικό τρόπο (υβριστικές εκφράσεις) αλλά και χειροδικώντας, είτε απέναντι στους φορείς της εξουσίας (αστυνομία), είτε απέναντι στους αντιπάλους οπαδούς. Παράλληλα επιβεβαιώνει την υπόσταση του φύλου του όταν σε κάθε γκολ αγκαλιάζεται με τον άγνωστο άρρενα, διπλανό του.

Μετά απ’ όλα αυτά αναρρωτιέται κανείς αν το ποδόσφαιρο θα μπορέσει ποτέ να χρησιμοποιηθεί σε μια διαδικασία ενίσχυσης της φιλειρηνικής πολιτικής ή προώθησης διμερών σχέσεων συνεργασίας. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της Ελλάδας και της Τουρκίας για τη συνδιοργάνωση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Αν δεν υπάρχει όμως, η εκ των προτέρων πολιτική βούληση και η ανάλογη άσκηση πολιτικής, το ποδόσφαιρο δε μπορεί από μόνο του να ενώσει λαούς και να αμβλύνει τις οποιεσδήποτε διαφορές. Εξάλλου, ο «διονυσιασμός» των οπαδών δε γίνεται με το σαβουάρ βιβρ στο χέρι. Ο οπαδός θέλει να νικήσει, να ταπεινώσει τον αντίπαλο, να ζήσει την εμπειρία του θεάματος και της συμμετοχής σε μια εντελώς ιδιαίτερη συλλογικότητα.

Θα ήταν όμως, σημαντική παράλειψη να παρουσιαστεί το θέμα «ποδόσφαιρο» μόνο στο πλαίσιο που ήδη έχει αναλυθεί. Τα τελευταία χρόνια το ποδόσφαιρο από παραδοσιακό λαϊκό άθλημα έχει μετατραπεί σε υψηλού επιπέδου επιχειρηματική δραστηριότητα. Από χώρο εκτόνωσης έχει μεταμορφωθεί σε πηγή πλούτου για τις εθνικές οικονομίες. Οι ποδοσφαιρικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στα χρηματιστήρια, ενώ συμβάλλουν στην ενίσχυση του κύκλου εμπορικής δράσης των τηλεοπτικών και των κατασκευαστικών επιχειρήσεων καθώς και της βιομηχανίας ρούχων. Στο χώρο του θεάματος το ποδόσφαιρο έχει αρχίσει ήδη να ανταγωνίζεται τον κινηματογράφο και να καλύπτει περισσότερο το διαθέσιμο για ψυχαγωγία χρόνο των θεατών. Το ποδόσφαιρο αρχίζει να απευθύνεται ολοένα και περισσότερο στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο θέαμα και πολύ λιγότερη στο φανατισμό (ιδιαίτερα στα «ακριβά» πρωταθλήματα της Αγγλίας, της Ισπανίας, κλπ).

Το ποδόσφαιρο, ως θέαμα, έχει αρχίσει να απευθύνεται σε θεατές-πελάτες παντού, όπου κι αν βρίσκονται. Δεν έχει σημασία αν έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις ομάδες, που θαυμάζουν, μέσα στο γήπεδο. Η τηλεόραση εκμηδενίζει τις αποστάσεις, κάνει το απόμακρο οικείο, εξαφανίζει το στοιχείο της οπαδοποίησης και της εντοπιότητας, ενισχύει το θέαμα και την προώθηση των σχετικών εμπορικών προϊόντων: Η μεγάλη πλειοψηφία για παράδειγμα, των οπαδών της Μάντσεστερ Γιουνάιντεντ, που βρίσκονται στα τέσσερα σημεία της γης, δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους στο γήπεδό της, το Όλντ Τράφορντ. Ακόμα και η δυνατότητα μεταγραφών αθλητών σε όλη περίπου τη διάρκεια της περιόδου μαζί και με την ελεύθερη, χωρίς αριθμητικό όριο απόκτηση ποδοσφαιριστών από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετέτρεψε το ποδόσφαιρο σε ένα υψηλής εμπορικότητας υπερθέαμα με τεράστιες οικονομικές προοπτικές.

Στο πλαίσιο λοιπόν, μιας διεθνοποιημένης οικονομίας με τα σύνορα ανοιχτά στο ελεύθερο εμπόριο, το ποδόσφαιρο σαν επιχείρηση έχει πάψει να αντιμετωπίζεται ως προστατευόμενο «εθνικό» προϊόν. Η επιχείρηση «ποδόσφαιρο» για να ανταπεξέλθει σ’ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον χρειάζεται θεαματικές επενδυτικές κινήσεις με κύριο άξονα την αναβάθμιση του θεάματος. Η συνταγή πάντως έχει πετύχει, αφού το ποδόσφαιρο παίζεται, όπου φυτρώνει χορτάρι, αλλά κι εκεί που δεν φυτρώνει, το σπέρνουν για να παίξουν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: