Μια συναυλία των Τούρκων Baba Zula στη Λευκωσία

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Βρίσκω πολύ σπαστικό όλοι να κάνουν σαν τρελοί για ένα συγκρότημα και εγώ να μην έχω προσέξει την ύπαρξή του. Έτσι, μετά από την επίδειξη ενός στοιχειώδους σνομπισμού, έψαξα στο διαδίκτυο για πληροφορίες. Ως γνήσιος απόγονος ενός προυστικού Ζυλιέν των πρώτων τόμων, με το που διάβασα με ποιες ιερές αγελάδες του διεθνούς underground έχουν συνεργαστεί, κίνησα γη και ουρανό να βρω εισιτήριο, μην τύχει και μείνω απ’ έξω. Τελικά, με 12 ευρώ βρέθηκα εντός της Pub Narnia, και πριν προλάβουν να με πιάσουν πάλι οι καχυποψίες μου – από τα ηχεία έπαιζε όλο το Legend του Marley – εμφανίστηκαν οι BaBa Zula και τα σάρωσαν όλα.

Για όσους τους ξέρετε ή τους έχετε δει ζωντανά – έχουν επισκεφτεί αρκετές φορές την Ελλάδα – οι περιγραφές του dub oriental ήχου τους και της psychebelly αισθητικής τους είναι περιττές και μοιραία κατώτερες από τη ζωντανή εμπειρία. Για τους υπόλοιπους, μια βόλτα εδώ και εδώ θα σας δώσει μια πρώτη ιδέα. Κατηγορήστε με αν θέλετε ότι εξωτικοποιώ τις εντυπώσεις μου αλλά, όπως και να έχει, σας μεταφέρω μερικά στιγμιότυπα από τη συναυλία που με έκαναν να καραγουστάρω:

  • Όπως αναδεικνυόταν με μεγάλα γράμματα στην αφίσα και με ιδιαίτερη θέρμη στη σκηνή, μαζί με τους BaBa Zula έπαιζε ο Περικλής Τσουκαλάς, γνωστός μας, μεταξύ άλλων, από την πολύχρονη συμμετοχή του στους Χαΐνηδες (ο άνθρωπος είχε βρει την υγειά του παρά τα έξτρα κιλάκια του που με ξεκόμπλαραν για τη δική μου μπάκα. Ρόκαρε με το ούτι του και κουνούσε το μακρύκωμο κρανίο του σαν έφηβος που πρωτοανακάλυψε τους Led Zeppelin). Όταν ο  frontman του γκρουπ, ο Murat Ertel, τον παρουσίασε στο κατά πλειοψηφία τουρκοκυπριακό κοινό, σχολίασε στα αγγλικά ότι «the duty of the artist is to erase borders». Αν σας ακούγεται ναΐβ, αναρωτηθείτε ποιο ελληνικό σχήμα θα τολμούσε να φέρει μαζί του έναν Τούρκο μουσικό για να το συνοδεύσει σε μια εμφάνιση του στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία.
  • Σε άλλο σημείο ο Murat Ertel αναφέρθηκε στο πολιτικό όραμα ενός διαφορετικού τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, Ιουδαϊστές και άλλοι, θα ζούσαν μαζί, δίχως κάποια ομάδα να κυριαρχεί στις υπόλοιπες. Ανεξάρτητα πάλι από ενστάσεις περί απλοϊκότητας, θέλει μεγάλα κότσια να πηγαίνεις ενάντια στα θέσφατα της «εθνικής ομοψυχίας». Οι σύγχρονοι Τούρκοι, περισσότερο ακόμη κι από τους Έλληνες, δεν φημίζονται για  τον φιλο-εβραϊσμό τους.
  • Τέλος, όλοι χόρευαν. Λυκειόπαιδα, φρικονίδια, κυριλέ γκόμενες, πενηντάρηδες διανοούμενοι και άλλοι του πολύγλωσσου επαναπροσεγγιστικού κυπριακού κλαν, ακόμη και «δύσκολοι που πλένουν μόνο με Essex», όπως η αφεντιά μου. Δεν είδα κανέναν να βιντεοσκοπεί με το κινητό του για να «σώσει» τη συγκίνηση που δεν ένιωσε. Είδα πρόσωπα αναψοκοκκινισμένα από τη χαρά της μουσικής και το δέος του θορύβου.

Στο δρόμο της επιστροφής, μετά που πέρασα το καταθλιπτικό check point, πήραν μια πρώτη μορφή οι παρακάτω σκέψεις. Όσο έπαιζαν τα όργανα είχα σοβαρό λόγο να τις αγνοώ, στη σιωπή όμως της Νεκρής Ζώνης φτούρησαν και μου κράτησαν παρέα μέχρι να επιστρέψω στη φαινομενική ασφάλεια των «ελεύθερων περιοχών». Σε αντίθεση με ό,τι πιθανόν να σκεφτόταν στη θέση μου ένας από τους ελληνοκύπριους φίλους μου, το στοιχειωμένο δηλαδή «κυπριακό πρόβλημα», το δικό μου μυαλό βουρλιζόταν με την αποτυχία της σύγχρονης ελληνικής μουσικής να δημιουργήσει κάτι τόσο μεγαλειώδες όπως αυτό που μόλις είχα παρακολουθήσει.

Δύο είναι οι βασικές διαδρομές πάνω στις οποίες κινείται το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι: Από τη μια το πένθιμο, λαϊκοφανές, πατριωτικό, αντισεξουαλικό και ηθικοπλαστικό έντεχνο, πάντα αγχωμένο αν θα περάσει τις εξετάσεις, αν θα το αφήσουν τελικά να παίξει στο φεστιβάλ μιας αιώνιας ΚΝΕ. Από την άλλη, ο παρεΐστικος χαβαλές, η αισθητική της αντιπάθειας προς το «υψηλό» και της λατρείας προς το «χαμηλό» (όπου η κενότητα, η μετριότητα και η ανοησία αναβαπτίζονται ως cult και λειτουργούν σαν πρότυπα), ένας επιφανειακός μουσικός υβριδισμός με πνεύμα λυκειακής κατάληψης  και NO LOGO. Ενοποιητικό στοιχείο των δύο διαδρομών αποτελεί ο αντιδυτικισμός, στάση που συνενώνει τις αρκετά διαφορετικές μορφές εντός ενός προβλέψιμου φάσματος. Το θέμα της καχυποψίας της ελληνικής αριστεράς απέναντι στο φαινόμενο της ροκ κουλτούρας το έχει μελετήσει και αναλύσει σε βάθος ο Νίκος Μποζίνης στο εξαιρετικό βιβλίο του «Ροκ Παγκοσμιότητα και Ελληνική Τοπικότητα» (2007). Σε πιο πρόσφατους καιρούς η ελληνική αριστερά των κινημάτων αντικατέστησε την αναχρονιστική δυσανεξία στο ροκ, με την – αμφίσημα διεθνιστική – ρητορική (και αισθητική) της αντι-παγκοσμιοποίησης.

Οι BaBa Zula, πέρα από την πολιτική τους τόλμη να φέρουν μαζί τους έναν Έλληνα μουσικό στην «Βόρεια Κύπρο», υπερτερούν και καλλιτεχνικά από τους Έλληνες ομότεχνούς τους. Αυτό συμβαίνει επειδή είχαν την γνώση και το ανοιχτό πνεύμα να ακούσουν, να «πειράξουν» και εντέλει να ανανεώσουν  την τουρκική μουσική παράδοση μέσα από τον χημικό καταλύτη μιας πειραματικής ροκ αντίληψης σε διάλογο με σύγχρονα δυτικά μουσικά ρεύματα. Έτσι, οι Baba Zula γίνονται ανάρπαστοι στα διάφορα ψαγμένα φεστιβάλ ανά την υφήλιο, την ίδια στιγμή που οι δικοί μας περιορίζονται κατά βάση στην Κερατέα. Όταν ο Mad Professor κάνει παραγωγή στους Ιστανμπουλπουλιώτες και ο   Alexander Hacke ενεργεί ως πολιτιστικός τους πρόξενος στην Ευρώπη (για να αναφέρω δύο μόνο από τα μεγάλα ονόματα με τα οποία έχουν συνεργαστεί), ακόμη και οι πιο ενδιαφέροντες ντόπιοι μουσικοί εξακολουθούν να προσανατολίζονται ενδογαμικά απευθυνόμενοι αποκλειστικά στο ελληνικό κοινό.

Advertisements

6 Σχόλια

  1. Κύριε Στόγια, επιτέλους πρέπει να την κοιτάξετε αυτή την αριστεροφοβία σας, το έντεχνο ελληνικό τραγούδι έχει ξεπεράσει προ πολλού την σχέση του με τα φεστιβάλ της ΚΝΕ, πώς είναι δυνατόν να μην το έχετε προσέξει; Εξάλλου έντεχνα ήταν τα τραγούδια του Χατζιδάκι, έντεχνος είναι ο Κραουνάκης, ο Θάνος Μικρούτσικος (του παρελθόντος αλλά και των τελευταίων χρόνων), ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ο Κότσιρας κτλ. κτλ. Πείτε λοιπόν αυτά που θέλετε να πείτε και αφήστε την αντιαριστερή κριτική σας για εκεί που αρμόζει τουλάχιστον. Πάντως αν θέλετε να αναζητήσετε τις αιτίες που η ελληνική μουσική δεν έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, όπως και η λογοτεχνία εξάλλου (δεν έχουμε κανέναν συγγραφέα της ακτινοβολίας του Ορχάν Παμούκ παραδείγματος χάρη, δεδομένου ότι οι νομπελίστες ποιητές δεν έχουν αντίστοιχη αναγνώριση με τους πεζογράφους), θα πρέπει να σκεφτείτε λίγο πιο σύνθετα και να μην περιορίζεστε στη σχέση των δημιουργών με την Αριστερά και τα φεστιβάλ της ΚΝΕ.
    Παρεμπιπτόντως και επειδή σας σκεφτόμουν πολύ προχτές στην Επίδαυρο, ήθελα να σχολιάσω ένα ακόμα faux pas της κατά του Μαρμαρινού κριτικής σας: ένας πραγματικός καλλιτέχνης, και τέτοιος είναι ο Μιχαήλ Μαρμαρινος, δεν κάνει «φόλες», ενίοτε αποτυγχάνει αλλά στη λογική της ρήσης του Μπέκετ: «Ever tried. Ever failed. No matter. Try Again. Fail again. Fail better». Και πάλι παρεμπιπτόντως, αυτή τη φορά πέτυχε, και ο «Ηρακλής μαινόμενος» είναι μια πραγματικά σπουδαία παράσταση. Αληθινή, συγκινητική, πρωτοποριακή, ουσιαστικά πολιτική, με έναν από τους καλύτερους χορούς αρχαίας τραγωδίας που έχουμε δει ποτέ και μερικές εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του.

    • Κ. Γιαννοπούλου, η σχέση που περιγράφω του ελληνικού τραγουδιού με την ελληνική αριστερά είναι περισσότερο ψυχολογική παρά ευθέως κομματική ή άμεσα εμφανής στους στίχους και τη μουσική. Είναι σαν οι καλλιτέχνες, ως ένα βαθμό ανεξάρτητα από τις φόρμες που επιλέγουν, να δημιουργούν υπό του άγχους του αριστερόμετρου.
      Από εκεί και πέρα, η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συναρμόζει διαφορετικά και ενίοτε αντιφατικά στοιχεία δίχως όμως, πιστεύω, να τοποθετείται έξω από το πεδίο που όρισα με το τρίπτυχο «ορθόφρωνα κλαψούρα – άρπα κόλλα αντιελιτισμός – ΟΧΙ στους Φραγκολεβαντίνους και τα Mc Donald’s». Εμβληματική δήλωση που συμπυκνώνει τα παραπάνω είναι η απάντηση που είχε δώσει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας σε ερώτηση για τα οικονομικά του: «Είμαι αριστερός, όχι μαλάκας».
      Επιτρέψτε μου να γράψω αναλυτικά για συγκεκριμένους έλληνες μουσικούς σε επόμενο άρθρο. Το ίδιο θα κάνω για το ζήτημα της αδυναμίας να γίνει αισθητή η φωνή τους στο εξωτερικό. Ειδικά για τον Χατζιδάκι, νομίζω ότι η κληρονομιά του είναι ακόμη ουσιαστικά ανεκμετάλλευτη. Παρά την επιτυχία και την αξία του έργου του, παρά τον «Σείριο», νομίζω ότι η επιρροή του έχει πολλά ακόμη να προσφέρει, κάτι που μερικοί νέοι καλλιτέχνες δείχνουν να το αντιλαμβάνονται. Πραγματικά, ο Χατζιδάκις βρίσκεται εκτός του σχήματος που περιέγραψα αλλά οι κυρίαρχες ιδεολογικές και αισθητικές αγκυλώσεις είναι υπεύθυνες για τα φίλτρα με τα οποία προσλαμβάνεται. Επιτρέψτε μου όμως να αναπτύξω τη θέση μου σε επόμενο κείμενο. Για τον Λουδοβίκο που επαναλαμβάνει σαχλά ανέκδοτα μεταξύ ερωτικών μοιρολογιών ή για τις αριστεροδέξιες ανακοινώσεις του Κότσιρα, εμπνευσμένου σαφέστατα από τον σερ Μαρκεζίνη (ακολουθήστε αν θέλετε τον τελευταίο δεσμό στο άρθρο μου), δεν χρειάζεται να σχολιάσω τίποτα, κάνουν όλη τη δουλειά από μόνοι τους.
      Όσο για τον Μαρμαρινό, πραγματικά χαίρομαι που λέτε ότι έκανε τόσο καλή δουλειά. Έχω αγαπήσει πολύ το έργο του και ποτέ δεν αμφέβαλα για το ταλέντο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι διστάζω να κρίνω παραστάσεις ή δηλώσεις του.

      • Εννοείται πως τα ονόματα που ανέφερα αποτελούσαν δειγματοληπτικό υλικό και όχι το «γούστο» μου. Εγώ πάλι αντί για αριστερόμετρο, βλέπω έναν εξαιρετικά μπανάλ μετρητή «ευαισθησίας», αλλά δεν ταυτίζω την ευαισθησία αυτή με την αριστερά. Γράψτε και για συγκεκριμένους μουσικούς, και για την αδυναμία να γίνει αισθητή η φωνή τους στο εξωτερικό. Αν δε γράφοντας, αφήσετε στην άκρη την Αριστερά και την παρούσα πολιτική συγκυρία, είμαι σίγουρη ότι θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον αυτό που θα γράψετε.

  2. Σωστές οι παρατηρήσεις για την σύγκριση των μουσικής σκηνών Ελλάδας – Τουρκίας. Αν έχεις δει το Crossing the Bridge του Fatih Akin
    («ο ήχος της Πόλης»), τότε θα ξέρεις ότι ο Hacke των Einstürzende Neubauten, μέσω και αυτής της ταινίας, προωθεί ωραίες μπάντες από διαφορετικά είδη μουσικών. Το σημαντικότερο, όμως, με την τουρκική μουσική σκηνή είναι ότι δεν έχει τα κόμπλεξ που έχει η ελληνική με την παράδοσή της, τα οποία προσπαθεί ακόμη να υπερβεί.

    Για τους καλλιτέχνες της αντίδρασης συμφωνώ γενικά. Η περίπτωση της Κερατέας, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη, από όσο παρουσιάστηκε από τα ΜΜΕ και κατέληξε να είναι (με τα επεισόδια και τον αντιμνημονιακό της μανδύα εννοώ).

  3. Συμφωνώ μαζί σας ότι το «Ο ήχος της Πόλης» ήταν ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ. Αναρωτιέμαι πόσοι Έλληνες μουσικοί το έχουν δει. Επίσης, όταν είχα πάει στην Τουρκία, μου είχε κάνει εντύπωση ότι αρκετοί Τούρκοι γνώριζαν σε βάθος τη σύγχρονη ελληνική μουσική, σε σημείο μάλιστα που με έκαναν να ντρέπομαι για τη δική μου ασχετοσύνη. Υπάρχει ένα πολύ διαφωτιστικό αφιέρωμα σχετικά με την σύγχρονη τουρκική μουσική από τον Δημήτρη Κάζη εδώ:
    http://www.mic.gr/team.asp?id=15219

    Έχετε δίκιο σε αυτό που λέτε για την αντιμετώπιση της παράδοσης, εκεί πιστεύω και εγώ πως βρίσκεται μεγάλο μέρος του προβλήματος. Τα διανοητικά σχήματα με τα οποία οι έλληνες μουσικοί κοιτάνε το παρελθόν μπορεί να έδωσαν καρπούς στην εποχή τους (αριστερό πατριωτικό στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, νεορθόδοξο από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στη δεκαετία του ’90), αλλά σήμερα δεν έχουν κάτι περισσότερο να προσφέρουν. Αφού αναφέρετε και εσείς τον Alexander Hacke, να σημειώσω ότι στην περίπτωση των BaBa Zula, έχουμε να κάνουμε με ένα βλέμμα στην τουρκική μουσική παράδοση μέσα από τα μάτια των Einstürzende Neubauten και πιο πίσω από αυτούς του krautrock των Can, των Cluster, των Kraftwerk και φυσικά πιο πίσω από αυτούς, του Stockhausen και των Beatles ΜΑΖΙ. Εκλεκτικές επιρροές δηλαδή από τα πιο διεθνιστικά και ανατρεπτικά στοιχεία της σύγχρονης δυτικής μουσικής. Σαν την διαδρομή που διάλεξαν οι BaBa Zula υπάρχουν και άλλες πολλές εναλλακτικές, δεν θέλω να υπονοήσω ότι αποτελεί μονόδρομο. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ΚΑΙ η διάθεση συνομιλίας με σύγχρονα μουσικά ρεύματα ΚΑΙ το μέγεθος της φιλοδοξίας να «παίξουν» και να γίνουν σημαντικοί σε ένα διεθνές επίπεδο, ένας συνδυασμός που λείπει εντελώς σήμερα από το εσωστρεφές ελληνικό μουσικό τοπίο.
    Σχετικά με την Κερατέα, δεν μπορώ να κρίνω τις επιστημονικές όψεις του ζητήματος σχετικά με την καλύτερη διαχείριση των απορριμμάτων (και είναι ένα μεγάλο θέμα πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε ή όχι τους ειδικούς σε τέτοια κρίσιμα ζητήματα). Όσον αφορά όμως τις πολιτικές, το επεισόδιο αυτό πέρασε στην ζωή του τόπου με τον μανδύα που περιγράφετε και αποτέλεσε ορόσημο στον αντιμνημονιακό αγώνα με ευθύνη των εμπλεκομένων.

  4. Άσχετο σχόλιο με το κεντρικό θέμα: Πάντως το βίντεο με τους Baba Zula, δείχνει πάνω δεξιά ότι κανείς προφήτης στον τόπο του. Αν
    προσέξατε το FB – GS: 1-0, σημαίνει ότι το δείξανε την ώρα του ντέρμπυ που έπαιζε σε άλλο κανάλι (Φενέρ Μπαχτσέ – Γαλατά Σαράι).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: