Roger Waters και Αντρέας Παπανδρέου : Οι δεινόσαυροι είναι παντοτινοί

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Η βασική μου θέση σε αυτό το κείμενο είναι ότι το “fuck the government” που φώναζε ο Roger Waters στις πρόσφατες συναυλίες του στην Αθήνα και προκαλούσε πανηγύρια στο κοινό ήταν γνήσια παπανδρεϊκά λαϊκιστικό. Λυπάμαι αν θα στεναχωρήσω σεπτούς παλαιοροκάδες (οι υπόλοιποι είναι αρκετά χοντρόπετσοι ώστε να ανεμίζουν τις φωτεινές οθόνες των κινητών τους σε ένα ομοίωμα μυσταγωγίας, δε θα τους αγγίξουν οι λεπτολογίες μου).

Ομολογώ καταρχάς ότι δεν πήγα στη συναυλία του Waters, όπως και παλιότερα δεν είχα πάει στους Rolling Stones και τους U2 όταν είχαν παίξει στην Αθήνα. Για να εξηγηθώ, το πρόβλημά μου δεν είναι με τα μαζικά events (θα έβλεπα ευχαρίστως την Beyonce ή την Kylie αν το εισιτήριο έκανε δέκα ευρώ και βρισκόμουν κοντά στην είσοδο) αλλά με τους δεινόσαυρους. Επίσης, είμαι της λογικής να αποφεύγω τραγουδιστές και γκρουπ που δεν είναι καλλιτεχνικά ενεργοί, δηλαδή δεν έχουν βγάλει δίσκο της προκοπής τα τελευταία δέκα χρόνια. Έτσι, στη συνέχεια, δεν προτίθεμαι να σχολιάσω το συγκεκριμένο live –που σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες ήταν επαγγελματικά αρτιότατο- αλλά να παραθέσω μερικές σκέψεις για το THE WALL και τις χρήσεις του, τριάντα δύο χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του.

Θα αναρωτηθείτε πιθανόν: Ποιο είναι το πρόβλημά σου ρε Στόγια; Ο κόσμος πήγε, έδωσε τον οβολό του, παρακολούθησε ένα τρομερό show, άκουσε τα τραγούδια που έχει υπεραγαπήσει και έφυγε ευχαριστημένος. Σε τελική ανάλυση, περί ορέξεως κολοκυθόπιτες.

Μπορεί να είναι κι έτσι, όμως εγώ θα γίνω λίγο ψείρας.

Με το πέρασμα των χρόνων, το The Wall, από ροκ όπερα για την απομόνωση του καλλιτέχνη από την πραγματικότητα μετατράπηκε σε εύκαιρο soundtrack για πάσα «προοδευτική» πολιτική ρητορεία. Το πιθανότερο είναι ότι ο Waters δεν ευθύνεται πρωτογενώς για αυτή την μετατροπή. Αυτή μάλλον πρέπει να πιστωθεί στην «ανοικτότητα» της βασικής μεταφοράς, στο γενικότερο πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα της δεκαετίας του ’80, και φυσικά στην εμπορική επιτυχία του διπλού δίσκου και της ταινίας που τον συνόδευσε. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι ο Waters συνέναισε σε αυτή τη μετατροπή και ,από ένα σημείο και πέρα, την προέβαλλε ως το βασικό περιεχόμενο της δημόσιας παρουσίας του. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να κρατήσει τους προβολείς πάνω του, σε χρόνια που η καθεαυτή δισκογραφική παραγωγή του δεν δικαιολογούσε ανάλογη έκθεση. Η κορυφαία στιγμή αυτής της «διάχυσης» της ερμηνείας αποτελεί η σύλληψη εκ μέρους του Waters μιας συναυλίας στο ενωμένο Βερολίνο, ιδέα που πραγματοποιήθηκε οκτώ μήνες μετά την πτώση του Τείχους. Δεν υποστηρίζω ότι η επιλογή αυτή ακολουθήθηκε για βιοποριστικούς λόγους ( δίχως και αυτή ο παράγοντας να είναι αμελητέος) αλλά σημειώνω τη διάσταση μεταξύ της θεματολογίας του πρωτότυπου υλικού και της μετέπειτα αντικαπιταλιστικής, αντιμιλιταριστικής και ειδικότερα αντι-ισραηλινής ερμηνείας του.

Μία προσωπική παρέκβαση εδώ. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1994, στο Ρέθυμνο, στην φοιτητική κατάληψη του «Ξενία». Είναι μεσημέρι και αποφασίζω να κοιμηθώ στο δωμάτιο που μένω- οι κραιπάλες των προηγούμενων ημερών

μού έχουν διαλύσει σώμα και μυαλό- ευελπιστώντας ότι το νάμα ενός ύπνου σαν γομάρι θα με αναβαπτίσει. Λογαριάζω όμως χωρίς τον «ξενοδόχο». Ακριβώς δίπλα ετοιμάζεται για το βράδυ συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ. Από τα μεγάφωνα ακούγονται στη διαπασών η πρόσκληση για την εκδήλωση και καπάκι το Happiest days of our lives μαζί με το Another Brick in the Wall (Part 2). Μόλις τελειώνουν οι Pink Floyd, πάμε πάλι με την ενθουσιώδη ηχογραφημένη ανακοίνωση. Αμέσως μετά, we don’t need no education… Και αυτή η ιστορία να επαναλαμβάνεται για τρεις ώρες. Συνήθως υπερηφανεύομαι ότι κοιμάμαι ακόμη κι αν έξω γίνεται της Πόπης, αυτή τη φορά όμως στριφογυρίζω με κλειστά τα μάτια σε ιδρωμένα σεντόνια δίχως να βρίσκω ανάπαυση καμιά. Ο συγκεντρωμένος κόσμος επευφημεί για την έλευση του πολιτευτή στο βήμα. Η φωνή του Τσοχατζόπουλου να ξεκινά τον λόγο του με σηκώνει από το κρεβάτι. Βγαίνω στο μπαλκόνι με το σώβρακο και κοιτώ αποσβολωμένος το θέαμα. Ο παρατεταμένος εφιάλτης, ανεξάρτητα από το αν βρίσκομαι σε οριζόντια ή κάθετη στάση, με έχει εξουθενώσει. Υπόσχομαι στον εαυτό μου να μην ψηφίσω ποτέ ΠΑΣΟΚ και να μην ξαναβάλω ποτέ στο πικάπ το The Wall.

Μήπως, τώρα που το ΠΑΣΟΚ «πρόδωσε» την «αριστερή ψυχή» του, θα πρέπει ο Waters να απαγορέψει τη μετάδοση του το Another Brick in the Wall, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ελλήνων συναδέλφων του;

Ίσως μερικοί δεν γνωρίζουν ότι το μουσικό κίνημα της punk (ιδιαίτερα στην αγγλική εκδοχή του) χαρακτηριζόταν από τη ρητή στόχευση να αντιπαρατεθεί στα supergroup της δεκαετίας του ’70 (με συχνότερα αναφερόμενους «ενόχους» την τριάδα Pink Floyd, Yes, ELP). Σύμφωνα με την κριτική η οποία τότε ασκήθηκε έντονα, παρόμοια συγκροτήματα είχαν απομακρυνθεί από τις ρίζες, το πνεύμα και το «υγιές» κοινό της ροκ μουσικής, δίνοντας προτεραιότητα στο επιδεικτικό βιρτουόζικο παίξιμο, τα δεκάλεπτα σόλο, τις πομπώδεις concept θεματικές, τις συναυλίες στα αχανή στάδια, την jet set ζωή των «ηρώων» της ηλεκτρικής κιθάρας, τα «εσωτερικά» ζητήματα σε βάρος των πολιτικών και κοινωνικών διακυβευμάτων της εποχής. Η κριτική αυτή ήταν, κατά τη γνώμη μου, βάσιμη. Η μουσική που φτιάχτηκε σε αυτό το κλίμα αμφισβήτησης κατά την περίοδο ’77-‘82 συντέλεσε σε μια πραγματική αναγέννηση της ροκ κουλτούρας. Την έβγαλε βίαια από την ασφυξία που της προκαλούσε η προϊούσα συντηρητικοποίηση της δεκαετίας του ‘70 ως συνέπεια της διάψευσης των οραμάτων της ελευθεριακής δεκαετίας του ’60. Χαρακτηριστικό όλων αυτών ήταν το t-shirt που είχε φτιάξει και φορούσε ο Johnnie Rotten, ο τραγουδιστής των Sex Pistols, και το οποίο έγραφε το απλό και κατανοητό πλέρια εκείνη την εποχή: “I hate Pink Floyd”.

Όταν πρωτοκυκλοφόρησε το The Wall, δεν έγινε αποδεκτό με διθυράμβους. Πολλοί κριτικοί, παρότι αναγνώριζαν ότι παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, ήταν επιφυλακτικοί και το αντιμετώπισαν σαν ένα απολίθωμα μιας εποχής που είχε παρέλθει. Για να κατανοήσουμε τη στάση τους, θα πρέπει να δούμε την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση που μάστιζε την Μεγάλη Βρετανία και ειδικότερα τα κατώτερα στρώματα. Επίσης, την ίδια εποχή κυκλοφόρησε κι ένας ακόμη κλασσικός διπλός δίσκος, το “London Calling” των Clash. Ακόμη και σήμερα, κάνετε το πείραμα, να τα παίξετε σε αντιπαράσταση, ένα προς ένα τα τραγούδια. Το The Wall, κοιτάει προς τα πίσω και χάνεται σε μια ψυχεδελική αχλύ ενώ το London Сalling, με σαφή πολιτικό στίχο σε σειρά κομματιών, συνομιλεί ζωντανά με όλες τις νέες μουσικές τάσεις και προϊδεάζει για τις καλύτερες στιγμές της επερχόμενης δεκαετίας. Παρόμοια αντίδραση είχε και ο Γιάννης Πετρίδης, ο πιο έγκυρος και γνωστός για πολλά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός και αρχισυντάκτης του ΠΟΠ και ΡΟΚ: τον θυμάμαι σε πολλές εκπομπές να επαναλαμβάνει ότι η πρόσληψη του δίσκου και από τον ίδιο και από πολλούς άλλους κριτικούς ήταν (με δικά μου λόγια): « εδώ ο κόσμος χάνεται και το …….. χτενίζεται).

Πώς τώρα το the Wall κατέληξε να προσλαμβάνεται ως συνώνυμο της επαναστατικότητας και της αντι-παγκοσμιοποίησης είναι ένα μυστήριο, ένα ταξίδι που στο παρόν κείμενο μόνο ενδεικτικά αποπειράθηκα να περιγράψω. Ίσως το κλειδί να βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, στον πιο διάσημο στίχο του δίσκου: «hey, teacher, leave the kids alone». Θεωρητικά εντάσσεται στο πνεύμα του κινήματος της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης της δεκαετίας του ’60. Στα καθ’ ημάς όμως παραπέμπει περισσότερο στο πνεύμα των ψευδο-προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση που έφερε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ κατά τη δεκαετία του ’80. Έτσι λοιπόν πιστεύω ότι ο Waters στη συναυλία του στην Αθήνα, αντί να φωνάξει “fuck the government” έπρεπε, αν ήταν πιο ενήμερος, να προτιμήσει το «Andreas, you live, forever you will lead».

Advertisements

18 Σχόλια

  1. Στην αρχή της πέμπτης παραγράφου, αντί για «ροκ όπερα», διαβιάστε «concept album».

  2. Χμ, σε ποιο σημείο του live που δεν πήγατε φώναζε ο Waters «Fuck the Government»? :/

  3. Λάθος μου, προβλήθηκε στον τοίχο του σκηνικού κατά τη διάρκεια του «Mother» (με τις αντιδράσεις όμως όπως τις περιέγραψα).

  4. Tι να απαντήσεις σε έναν άσχετο που βάζει δικές του κρίσεις για γεγονότα; Θα περίμενε, τουλάχιστον, να πήγαινε στη συναυλία και να μη φαντάζεται πράγματα..

    «Όταν πρωτοκυκλοφόρησε το The Wall, δεν έγινε υποδεκτό με διθυράμβους» Και μόνο αυτή η πρόταση δείχνει πόσο ενημερωμένος είσαι!

  5. Νόμιζα ότι έκανα σαφές στο κείμενο ότι το θέμα μου δεν είναι η συναυλία του Waters ούτε το The Wall ως album. Το θέμα μου είναι οι μετασχηματισμοί της πρόσληψης του The wall στα χρόνια που πέρασαν από την κυκλοφορία του και οι διάφορες «χρήσεις» του. Βέβαια, αν κάποιος ικανοποιείται με μια κατάφαση του τύπου «γαμάει ο δίσκος, ε; Τι να συζητάμε ρε μαλάκα, είναι γεγονός!» γιατί πάει φυρί φυρί να χαλαστεί, διαβάζοντας «κρίσεις»;
    Σχετικά με την υποδοχή του The wall, αναφέρομαι φυσικά στην «κριτική» υποδοχή και όχι τις πωλήσεις. Η γενική εικόνα δεν ήταν μονομερής, υπήρχαν και θετικές αντιδράσεις αλλά σχεδόν όλος ο μουσικός τύπος της εποχής συμφωνούσε σε τέσσερα «προβληματικά» σημεία:
    Την πολύ γυαλιστερή παραγωγή, τη μεγάλη χρονική διάρκεια που δεν στηριζόταν από εξίσου καλά τραγούδια (με άλλα λόγια, μονός δεν θα έκανε κοιλιά), τη πομπώδη σοβαροφάνεια, και τον προσανατολισμό προς το παρελθόν.
    Χαρακτηριστικά αντιγράφω εδώ την κριτική του διασημότερου και most influential κριτικού της ροκ μουσικής, του Robert Christgau από το Village Voice της εποχής:
    The Wall [Columbia, 1979]
    For a dumb tribulations-of-a-rock-star epic, this isn’t bad–unlikely to arouse much pity or envy, anyway. The music is all right, too–kitschy minimal maximalism with sound effects and speech fragments. But the story is confused, «mother» and «modern life» make unconvincing villains, and if the recontextualization of «up against the wall» is intended ironically, I don’t get it. B-
    Ο Christgau βέβαια ήταν παροιμιωδώς αυστηρός, με εντονότατη υποκειμενικότητα. Ας δούμε και το μετριοπαθές, προβλέψιμο και εγκυκλοπαιδικό allmusic. H κριτική έχει γραφτεί μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία. Στο allmusic, ένας επαγγελματίας, συνήθως όχι γνωστός, αναλάμβανε να παρουσιάσει δεκάδες δίσκους. Έτσι φτιάχτηκε αυτή η πολύ βοηθητική τεράστια τράπεζα δεδομένων. Αυτό που έκανε συνήθως ο κριτικός ήταν να γράφει τη συνισταμένη των ως τότε προσλήψεων. Για αυτό και σπάνια το allmusic ξαφνιάζει με ιδιάζουσες απόψεις. Μπείτε στη δισκογραφία ενός καλλιτέχνη που ξέρετε τη δουλειά του για να το ελέγξετε. Για το The Wall γράφει τα εξής:
    Roger Waters constructed The Wall, a narcissistic, double-album rock opera about an emotionally crippled rock star who spits on an audience member daring to cheer during an acoustic song. Given its origins, it’s little wonder that The Wall paints such an unsympathetic portrait of the rock star, cleverly named «Pink,» who blames everyone — particularly women — for his neuroses. Such lyrical and thematic shortcomings may have been forgivable if the album had a killer batch of songs, but Waters took his operatic inclinations to heart, constructing the album as a series of fragments that are held together by larger numbers like «Comfortably Numb» and «Hey You.» Generally, the fully developed songs are among the finest of Pink Floyd’s later work, but The Wall is primarily a triumph of production: its seamless surface, blending melodic fragments and sound effects, makes the musical shortcomings and questionable lyrics easy to ignore. But if The Wall is examined in depth, it falls apart, since it doesn’t offer enough great songs to support its ambition, and its self-serving message and shiny production seem like relics of the late-’70s Me Generation.

  6. Σωστό είναι αυτό για την καλλιτεχνική υποδοχή του «The Wall». Όπως και για τον λαϊκισμό του, κατά την άποψη μου.
    Από την άλλη, πολλοί μου είπαν οτι είδαν μια από τις καλύτερες συναυλίες της ζωής τους..

  7. Έτερον εκάτερον κ. Δούκα. Δεν μας λέτε όμως αν εκείνοι που σας είπαν ότι είδαν μια από τις καλύτερες συναυλίες της ζωής τους θα δεχόντουσαν αδιαμαρτύρητα την άποψή σας για τον λαϊκισμό του » The Wall».
    Σας ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σας και την επιβεβαίωση σας για την καλλιτεχνική υποδοχή του εν λόγω album.

  8. Εδώ, κάτι που χρωστάω από προηγούμενο σχόλιο:
    http://www.allmusic.com/album/the-wall-r15267
    http://www.robertchristgau.com/get_artist.php?name=Pink+Floyd

  9. Σχετικά με το περιστατικό με το φτύσιμο που περιγράφεται παραπάνω, στην κριτική του allmusic:

    «[…]On numerous occasions, Waters has recalled the feeling of standing on stage while audience members either got drunk and started brawls with one another or stared up at him and the rest of the band as if they were gods rather than mere mortal musicians. These observances made Waters feel completely detached from his audience and the world, eventually causing him to take on the godlike persona that his audience was placing on him, resulting in the infamous spitting incident in which Waters spat on a fan who was climbing the security netting separating the audience from the stage. In the liner notes of the Is There Anybody Out There CD, Waters recalls being immediately shocked by his actions, saying «I realised that what had once beeen a worthwhile and manageable exchange between us (the band) and them (the audience) had been utterly perverted by scale, corporate avarice and ego…I had a very vivid image of an audience being bombed – of bombs being lobbed from the stage – and a sense that those people getting blown to bits would go absolutely wild with glee at being at the centre of the action.» Waters was obviously horrified both by his own actions and the idea of an audience so blindly obedient to the idea of celebrity that they would gladly be «blown to bits»…or even spit upon.[…]»

    Πηγή: http://www.thewallanalysis.com/main/in-the-flesh1.html

  10. Ομολογώ ότι το ποστ σας με παραξένεψε στην αρχή…Με μια 2η ματιά όμως το είδα κάπως διαφορετικά…και με εξαιρετικό ενδιαφέρον!!

    Βέβαια δεν σας κρύβω ότι με βρίσκετε πλήρως αντίθετο σε πολλές από τις απόψεις σας, μπορώντας μάλιστα να τεκμηριώσω τις αντιθέσεις μου λόγω της ενεργής μου ενασχόλησης στο εξωτερικό με τον μουσικό αυτό χώρο τον οποίο περιγράφετε, όμως δεν έχουν σημασία οι δικές μου αντιθέσεις, αλλά οι δικές σας θέσεις….

    Θέλω να μου επιτρέψετε λοιπόν να σας κάνω μια ερώτηση περί δεινοσαύρων…

    Αλήθεια, τι σχέση μπορεί να έχει κάποιος που «κατέστρεψε» (βλέπε Παπανδρέου) με κάποιον που «δημιούργησε» (βλέπε Waters)….????

    Σας ευχαριστώ πολύ

    Με τιμή
    G

  11. Η αναλογία αφορά την αντοχή τους στο χρόνο (της μουσικής του Waters, της ρητορικής του Αντρέα) και τον λαϊκισμό (populism) που χαρακτήριζε πτυχές του έργου τους. Από εκεί και πέρα, τράβηξα την αναλογία στα όρια της για να κάνω πιο παραστατικό το point μου. Για να σας απαντήσω, θα πρέπει να τη ξεχειλώσω και τότε δε θα έχει κανένα νόημα. Αυτό που θέλω να μείνει σαν ανοιχτό ερώτημα από το συγκεκριμένο κείμενο είναι το κατά πόσο «προοδευτικές» στάσεις και αντιλήψεις του σήμερα κατάγονται από ένα ‘80s σύμπαν, την ίδια σιγμή μακρινό και κοντινό .

  12. Το κείμενο έχει ενδιαφέρον… από πολλές απόψεις…
    Εγώ προσωπικά διαφωνώ σε όλα σχεδόν αλλά ο καθένας έχει την άποψή του… Απλά αυτό που δεν κατάλαβα… είναι γιατί γίνεται τέτοια παρεξήγηση της τέχνης και της πολιτικής…
    Η τέχνη, ναι μπορεί να έχει πολιτικές πτυχές… αλλά επειδή σε κάποια σημεία νομίζω πως φτάνεις σε σημείο να την ταυτίζεις και να θεωρείς ότι το The Wall είναι πολιτικό έργο και όχι έργο τέχνης, νομίζω πως το κοιτάς από λάθος πλευρά.

  13. Προσυπογράφω ολόκληρο το κείμενό σου Γιώργο… η πλάκα είναι ότι μέσω Syd Barrett οι Pink Floyd πιστώνονται με πρωτο-πανκ credits και πραγματικά, νομίζω ότι σε όποια αξιόπιστη σούμα δίσκων που «πήγαν μπροστά τη μουσική» δημοσιεύεται την τελευταία εικοσαετία μόνο το The Piper… μπορεί να χωθεί κάπου μέσα από τους Floyd.

  14. @Ζ: όσα αναφέρω σχετικά με την καλλιτεχνική υποδοχή του «The Wall» έχουν να κάνουν πρώτιστα με την αισθητική διάσταση του έργου. Από εκεί και πέρα, μιλάω για προσλήψεις και χρήσεις που εμπρόθετα εντάσονται στην πολιτική σφαίρα. Η διάκριση βέβαια δεν είναι πάντα εύκολη ούτε χρήσιμη. Γενικά πάντως, για να απαντήσω στην ουσία του σχολίου σας, δεν είναι αναγκαίο για να μας αρέσει ένας δίσκος να συμφωνούμε με τα πολιτικά του. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το συντριπτικά μεγάλο μέρος της καλής ρέγγε με όλα εκείνα περί Βαβυλώνας και Ρασταφαριανισμού). Από εκεί και πέρα όμως, δεν πιστεύω ότι μας κάνει κακό να τα γνωρίζουμε .
    Vouki, πραγματικά, πριν και μετά Syd είναι σαν να ακούς δυο διαφορετικά συγκροτήματα. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι προς τα εκεί πήγαινε το μουσικό ρεύμα της εποχής. Όμως, οι τρεις σόλο δίσκοι που ο Syd πρόλαβε να βγάλει πριν λαλήσει, άλλα μαρτυρούν. Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια ακόμη για να γονιμοποιήσει μια νέα γενιά τραγουδοποιών- με πιο εξαιρετικό τον Robyn Hitchcock – τη μουσική του κληρονομιά.

  15. θα συμφωνησω με τον Ζ ειδηκα για την ιστορια που μας ειπες με το πασοκ νομιζω οτι ειναι περιττη επειδη εβαλε ενα τραγουδι ενας παπαρας σε μια προεκλογικη συγκεντρωση δεν πρεπει το ξανακουσω?νομιζω οτι εχεις μπερδεψει λιγο τα πραγματα

  16. Η τυχη που θα εχει ενα πνευματικο δημιουργημα δεν ειναι παντα στο χερι του δημιουργου,εστω και αν τα κινητρα του ειναι και εμπορικα.Ποσο, για παραδειγμα, ευθυνεται ο Οζι ή οι Ντιπ Περπλ που τα χιτακια τους ακουγονται σε ελληναδικα στο Περιστερι?Ποσο ηθελε ο Ντα Βιντσι να δει τη μουσα του να μοστραρει σε περιτυλιγμα απο σοκολατακι? Αν το περιεχομενο ειναι ευκολο,περιεκτικο και πιασαρικο, αυτο κανει το δημιουργημα ευκολη λεια για οσους θελουν να το εκμεταλλευτουν.Αυτο δε σημαινει ομως οπως ηταν ο σκοπος εκεινου που συνελαβε την ιδεα.
    Συμφωνω μαζι σου στο σκελος του λαικιστικου συνθηματος περι κυβερνησεων η και στα βιντεο που επεφταν τα δολαρια και τα ευρω.Μαλλον στο γηπεδο επεφταν και συγκεκριμενα στην τσεπη του Ροτζερ, ο οποιος για λογους συμπονιας προς την τσεπη του θαυμαστη του εβαλε τα εισιτηρια τοσο φτηνα.

  17. Συμφωνώ με όσα γράφεις. Γράφεις επίσης πολύ ωραία και διάβασα και άλλα άρθρα σου. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να δω τους δεινοσαύρους, έστω και παρατηρώντας τα όσα γράφεις από κοντά (+δώρο το θέαμα!).

    Παρεμπιπτόντως, ίσως και να είχαμε γνωριστεί καθώς Ρέθυμνο (ψυχολογία) και κατάληψη Ξενία πέρασα λιγουλάκι. Εκεί έκανα θυμάμαι και πάρτι γενεθλίων ;-)

  18. Αργύρη, σε ευχαριστώ για το σχόλιό σου. Μεταξύ μας, θα έβλεπα κι εγώ τη συναυλία, με λίγο πιο αυστηρούς όρους από αυτούς που ανέφερα για την Kylie στο κείμενο: Τσαμπέ και με καλή παρέα για να παίρνουμε και λίγο τη φάση στο ψιλό έτσι ώστε να κρατήσουμε το νου μας και να μη χαθούμε μέσα στο γενικό θαυμασμό. Από εκεί και πέρα όμως καταλαβαίνω απόλυτα τι λες. Από τη μια πρόκειται για τραγούδια που τα έχουμε ακούσει δεκάδες φορές και έτσι κυκλοφορούν κάπου ακόμη κάτω από το δέρμα μας και, από την άλλη, ποιος μπορεί να αντισταθεί εντελώς σε ένα θέαμα υψηλού επιπέδου;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: