Το (αγεφύρωτο;) χάσμα Κεντροαριστεράς και Αριστερισμού

Γράφει ο  Γιώργος Στόγιας.
Από το διάλογο που αναπτύχθηκε εδώ, μου μένει η συνήθης πικρή γεύση της ασυνεννοησίας. Παρά την εκτεταμένη ανταλλαγή επιχειρημάτων και τις πάμπολλες κοινές πολιτιστικές αναφορές, υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στις θέσεις μας και η όποια απόπειρα εξαγωγής κάποιας συναίνεσης  πέφτει μέσα του.

Έχω την εντύπωση ότι οι διαφωνίες μας, όπως αποτυπώθηκαν στα εκατέρωθεν σχόλια, δεν αφορούν μόνο τα δύο πρόσωπα που τοποθετήθηκαν σε μια σειρά θεμάτων, αλλά επαναλαμβάνουν μοτίβα που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη σχέση δύο διαφορετικών πολιτικών χώρων. Εκεί πιστεύω έγκειται και το όποιο ενδιαφέρον του παρόντος διαλόγου για τρίτους (ιδίως όλους εκείνους που δεν τρώνε ιδιαίτερο ζόρι με τον Μαρμαρινό και το πολιτικό στίγμα του έργου του).

Οι δύο πολιτικοί χώροι στους οποίους αναφέρομαι, είναι από τη μια μεριά η κεντροαριστερά (φιλελεύθερη τάση ΔΗΜ.ΑΡ., εκσυγχρονιστική πτέρυγα ΠΑΣΟΚ) τον οποίο αντιπροσώπευε ο γράφων και από την άλλη μεριά η ένα κομμάτι της εκτός ΚΚΕ αριστεράς (αριστερίστικες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, εξωκοινοβουλευτική αριστερά), τον οποίο – αν δεν σφάλλω πλήρως στις εκτιμήσεις μου- αντιπροσώπευε η κ. Γιαννοπούλου.

Αντιγράφω εδώ τις δύο διαφορετικές βασικές παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε που εντάσσεται μία άποψη. Το εργαλείο αυτό συνάντησε τουλάχιστον την αποδοχή εκ μέρους της συνομιλήτριάς μου, οπότε συμπεραίνω πως, μέχρι εδώ, υπάρχει κοινό έδαφος.
Το κριτήριο βρίσκεται στο πώς προσδιορίζουμε την σημερινή πολιτική κατάσταση. Από τη μια όσοι συμφωνούμε ότι ζούμε σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία με σωρεία ιστορικά διαμορφωμένων προβλημάτων μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Από την άλλη όσοι αντιμετωπίζουν τη σημερινή πραγματικότητα της χώρας ως μια Χούντα, μια Κατοχή (ή για άλλους πιο νοσταλγούς μια Τουρκοκρατία) και ως καταπιεζόμενοι νομιμοποιούνται να αντιδράσουν αναλόγως.

Προσωπικά αντιλαμβάνομαι μερικά από τα προβλήματα και τα όρια της δικής μου θέσης, της κεντροαριστερής θεώρησης των πραγμάτων. Μεταξύ άλλων, προσμένει την ποιοτική αναβάθμιση του συστήματος μέσα από εξελίξεις που θα λάβουν χώρα κυρίως εντός αυτού˙ χαρακτηρίζεται αναγκαστικά από μια αθεράπευτη αισιοδοξία και θετικότητα σε συνθήκες που διόλου δεν τις δικαιολογούν˙ δεν έχει ερείσματα στην πολιτική κουλτούρα της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών τα συμφέροντα των οποίων υποτίθεται ότι υποστηρίζει˙ πιστεύει ότι η εσωτερική και διεθνής νομιμότητα δεν είναι εκ προοιμίου ένα κακόγουστο ανέκδοτο, αξίζει να παλεύει κανείς για αυτή μέσα στα πλαίσια κρατικών και υπερκρατικών μηχανισμών ακόμη κι αν οι κυρίαρχοι παίχτες φαίνεται να την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια. Φαντάζομαι ότι πολλοί από τους αναγνώστες θα έχουν και μύρια άλλα να της προσάψουν. Τέλος, αναφέρω τον Γιάννη Βούλγαρη, ως ένα παράδειγμα πολιτικού αναλυτή και στοχαστή που αρθρώνει τον θεωρητικό του λόγο από μία κεντροαριστερή σκοπιά.
Ας δούμε όπως και μερικά από τα προβλήματα και τα όρια της αριστερίστικης θεώρησης των πραγμάτων (αν δεν σας ικανοποιεί ο όρος, πείτε την «υπεραριστερή», «μη κομμουνιστικογενή αριστερά» ή όπως αλλιώς θέλετε, περιέγραψα πιο πάνω τον πολιτικό χώρο στον οποίο αναφέρομαι).
Η βασική στάση απέναντι στην πολιτική ζωή είναι μια γενικευμένη, φουκοϊκή, καχυποψία για την δυνατότητα του συστήματος  (θεσμών, προσώπων, μηχανισμών) να αλλάζουν και ενίοτε να παράγουν θετικά αποτελέσματα για το σύνολο της κοινωνίας (Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κοινοβουλευτικό κόμμα βρίσκεται με τα μπούνια μέσα στο σύστημα, αποτελεί μια μικρή ενοχλητική λεπτομέρεια). Παράγωγο της καχυποψίας που ανέφερα είναι η πρόταση ανέφικτων και ουτοπικών λύσεων σχεδόν για όλα τα προβλήματα από την οικονομία ως την εκπαίδευση. Έτσι, σαν οι φορείς αυτών των προτάσεων να αναγνωρίζαν έμμεσα την αδυναμία τους να εφαρμοστούν, το βάρος του αγώνα πέφτει στην αντίσταση ενάντια στην οποιαδήποτε αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης. Αφού ό,τι θα γίνει, θα είναι σίγουρα χειρότερο, ας διατηρηθεί τουλάχιστον το προηγούμενο καθεστώς, ας «σώσουμε οτιδήποτε δε σώζεται».

Ο κόσμος όμως δε γίνεται να σταματήσει να γυρίζει επειδή έτσι το θέλησαν κάποιοι. Σε μια ταχύτατα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, χρειάζεται να αρθρωθούν πολιτικές διαχείρισης της αλλαγής  και καθημερινά προκύπτουν προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις. Με όλη την διαφθορά και την ανικανότητά τους, τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, αναφέρονται σε αυτό το πεδίο (και σίγουρα έχουν, ως ιστορικά κόμματα, το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει).

Για την αριστερίστικη προσέγγιση των πραγμάτων, κάθε αλλαγή μάς σέρνει αυτόματα σε μια «επιστροφή στο μέλλον», σε έναν «νεοφιλελεύθερο μεσαίωνα». Οπότε, αυτό που μένει είναι η ολική αντίσταση, ένας «πόλεμος» για την επιβίωση και την αξιοπρέπεια. Στον αγώνα αυτό δεν χωράνε λιποψυχίες, συναισθηματισμοί και μικροαστικές ευαισθησίες. Πιο συγκεκριμένα, αν αυτό είναι αναγκαίο, ας καούν όλα. Και το μπουρδέλο η Βουλή και ό,τι άλλο στο οποίο ομνύουν τα λαμόγια, οι εγκάθετοι, τα πιόνια και οι νοικοκυραίοι: οι τράπεζες, τα μαγαζιά, ο τουρισμός, η νομιμότητα.
Βέβαια, στο εκτυφλωτικό φως αυτού του διανοητικού άλματος, αυτού του πηδήματος στο κενό, μπορεί να καούν και μερικοί άνθρωποι. Τότε, απέναντι σε ένα τέτοιο γεγονός, η προσέγγιση που περιγράφω, νίπτει τας χείρας της, μαζεύεται και αποσύρεται προσωρινά. Για το φονικό, φταίνε οι τραμπούκοι, οι παρακρατικοί, ο καπιταλιστής, οι ίδιοι οι νεκροί, η κακούργα κοινωνία. Ποτέ η ίδια δεν θα αναλάβει τις όποιες ευθύνες της αναλογούν. Όταν κατακάτσει η σκόνη, θα επανέλθει σαν να μη συνέβη τίποτα  και θα συνεχίσει την ίδια ρητορική δικαιολόγησης της βίας ως αντιβία (πάντα αφαιρετικά και επιλεκτικά). Χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού αναλυτή αυτής της προσέγγισης, αποτελεί ο δημοσιογράφος Στάθης Σταυρόπουλος της Ελευθεροτυπίας. Αν υπάρχει άλλο παράδειγμα λαμπρότερου στοχαστή που να συγκεράζει τις διάφορες τάσεις, να είναι αναγνωρίσιμος και να κάνει τακτικά παρεμβάσεις, ας κατατεθεί.

Εντύπωση μου κάνει ότι η πλειοψηφία των ατόμων που ασπάζονται την παραπάνω προσέγγιση, ανήκουν σε μορφωμένα, μεσοαστικά στρώματα. Αντιλαμβάνομαι την εργασιακή επισφάλεια και τον φόβο της καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας αλλά δεν πιστεύω ότι μπορούν να ερμηνεύσουν πλήρως την επιλογή αυτής της πολιτικής στάσης. Έτσι και αλλιώς, πολλοί άλλοι που καταλαμβάνουν παρόμοια κοινωνική θέση, ταυτίζονται με την κεντροαριστερή θεώρηση των πραγμάτων. Επίσης, αρκετοί που συμμετέχουν στην παραγωγή και τη διάδοση του αριστερίστικου λόγου, απολαμβάνουν επαγγελματική επιτυχία. Η διάσταση μεταξύ του τρόπου που οργανώνεται η προσωπική ζωή και της πολιτικής σκέψης ενός υποκειμένου, είναι ένα φαινόμενο που δυσκολεύομαι να καταλάβω. Πώς γίνεται κάποιος να εφαρμόζει διαφορετικές μεθόδους στην αντιμετώπιση δυο αλληλένδετων σφαιρών της ζωής και να μην (δείχνει ότι) ανησυχεί από τις εσωτερικευμένες αντιφάσεις; Παρόμοιο φαινόμενο το έχω παρατηρήσει, σε διαφορετική βέβαια περίπτωση, στην Κύπρο. Εδώ, συχνά μπορείς να δεις ένα δικηγόρο, ένα γιατρό, έναν αρχιτέκτονα, έναν έμπορο που ενώ στη δουλειά του είναι ανοιχτός σε νέα ερεθίσματα, σύγχρονος και τελειομανής, ένας εξαίρετος δηλαδή επαγγελματίας, όταν η κουβέντα πάει στο κυπριακό, δηλώνει πρόθυμος να πολεμήσει τους Τούρκους ακόμη κι αν η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη, ακόμη κι αν αναγνωρίζει ότι μια ορθολογική αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος ευνοεί έναν πολιτικό συμβιβασμό.

Ποια είναι τα αίτια αυτής της διάστασης μεταξύ προσωπικού και πολιτικού στη περίπτωση των αριστεριστών φίλων μας; Θα μπορούσα ίσως να υποστηρίξω ότι σημαντικό ρόλο παίζει και η ψυχολογική δομή της κάθε προσωπικότητας όπως σχετίζεται με την οικογενειακή και προσωπική ιστορία, αναγνωρίζω όμως ότι μια τέτοια ερμηνεία – ακόμη κι αν πολλές φορές ευσταθεί εμπειρικά- είναι παρακινδυνευμένη  και ανεπαρκής. Περισσότερο βοηθητική θα μπορούσε να ήταν μια σε βάθος μελέτη αυτής της ιδεολογίας μέσα στα ιστορικά και στα επίκαιρα ελληνικά συμφραζόμενα. Το ερμηνευτικό σχήμα της  «νεκροφιλίας» που πρότεινε και επεξεργάστηκε ο Άκης Γαβριηλίδης σε σχέση με την στρατιωτική ήττα στον εμφύλιο και την απόπειρα της ελληνικής αριστεράς να επανορθώσει και να νικήσει μετεμφυλιακά στο πολιτισμικό πεδίο, αποτελεί ένα πιθανώς ένα χρήσιμο εργαλείο. Θα πρέπει να δοκιμαστεί για της ανάλυση των εξελίξεων στην ελληνική αριστερά, κοινοβουλευτική και μη, τόσο για την περίοδο μετά την πτώση του τείχους αλλά και ειδικότερα μετά τον Δεκέμβρη του 2008. Αντιλαμβάνομαι ασφαλώς ότι τα συμπεράσματα που εικάζω πως θα προκύψουν, θα απέχουν κατά πολύ από τα συμπεράσματα και τις προτιμήσεις ανά περίσταση (Γιατί είμαι με τα μπάχαλα) του αναφερθέντος συγγραφέα, αλλά αυτό για εμένα δεν αποτελεί πρόβλημα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά την προσωπική μου άποψη, το κύριο χαρακτηριστικό της αριστερίστικης θεώρησης των πραγμάτων είναι η ανευθυνότητα απέναντι στην πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που άλλοτε υπάρχει και άλλοτε όχι, ανάλογα με το αν έρχεται να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τη θεώρηση αυτή.

Αναρωτιέμαι αν θα καταφέρουμε κάποτε να γεφυρώσουμε το χάσμα των δύο χώρων που περιέγραψα στο παρόν κείμενο, πριν τουλάχιστον αναλάβει τα ηνία της χώρας η Σαμαρική δεξιά και ο Καρατζαφέρης (ΟΧΙ ΣΤΑ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ!).
Τουλάχιστον, το μπλογκ Φελέκι παρέχει ένα χώρο που αυτός ο αναγκαίος διάλογος, παρότι ουσιαστικά φυτοζωεί, συμβαίνει ακόμα.

Advertisements

14 Σχόλια

  1. Κύριε Στόγια, διαβάζω έκπληκτη το κείμενό σας και δεν πιστεύω στα μάτια μου… Ομολογώ ότι γελάω κιόλας ενθυμούμενη ότι πριν από ένα χρόνο, σε μια προσπάθεια να φτιάξουμε ένα σύλλογο μεταφραστών-επιμελητών κτλ. χρειάστηκε πάμπολλες φορές να αντιμετωπίσω αυτό που εγώ ονομάζω «αριστερίστικη» θεώρηση των πραγμάτων και πολύ συχνά κατηγορήθηκα ως «δεξιά», «γλειφτρόνι της εργοδοσίας», «ματαιόδοξη βραβευμένη» ή ότι ήθελα να φτιάξω ένα «εργοδοτικό σωματείο». Αυτού του τύπου η εξέλιξη μέσα σε ένα χρόνο μοιάζει εντυπωσιακή για έναν ανθρωπο. Θα πρέπει να σκεφτώ και να γράψω ένα κείμενο με τίτλο «Πώς μέσα σ’ ένα χρόνο έγινα αριστερίστρια»!
    Ομολογώ πως αν και κανονικά δεν θα έπρεπε να μου περάσει από το μυαλό ότι αναφέρεστε σε μένα όταν περιγράφετε τον τρόπο σκέψης του αριστερισμού, ο σύνδεσμος στην αρχή του κειμένου σας δεν μου αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Επίσης, ο αδόκητος θανατος του ψυχαναλυτή μου προ τετραετίας περίπου, με αφήνει αβοήθητη στην προσπάθειά μου να ανακαλύψω την ψυχολογική δομή της προσωπικότητάς μου που με κάνει τέτοιον άνθρωπο, που λέτε κι εσείς… Θα προσπαθήσω όμως, ίσως και να ασχοληθώ λίγο και με τη δική σας προσωπικότητα, αν μου το επιτρέψετε, γενικώ τω τρόπω φυσικά, ως μέρος μιας γενικότερης τάσης.
    Θα χρειαστώ λίγο χρόνο για να απαντήσω στο κείμενό σας. Ωστόσο κατ’ αρχάς νομίζω πως η βασική του πλάνη οφείλεται, περα από την παρεξήγηση ή διαστροφή των απόψεών μου, σε μια μικρή (αλλά όχι ασήμαντη) μετατόπιση. Ούτε εγώ είμαι αριστερίστρια ούτε εσείς κεντροαριστερός. Θα πρέπει να μετατοπίσουμε τον άξονα λίγο προς τα δεξιά, όπου εσείς θα είστε κεντρώος και εγώ απλώς αριστερή. Και μετά να ξανακουβεντιάσουμε, χωρίς ωστόσο να μου φορτώνετε πράγματα που ουδέποτε υποστήριξα και που κατά κανέναν τρόπο δεν μπορείτε να εικάζετε ότι πιστεύω. Ας αφήσουμε λοιπόν τον αριστερισμό στην άκρη. Κατά τα άλλα, αν εσείς θέλετε να εκπροσωπείστε από τον Γιάννη Βούλγαρη (κατά σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες έγραψα ένα κείμενο με αφορμή κάποιο δικό του στα Νέα, και ναι, διαφωνούσα μαζί του, αλλά κι αυτό δεν είναι τόσο απλό), είναι δικό σας θέμα. Σας παρακαλώ να απαλλάξετε εμένα από την κατηγορία ότι εκπροσωπούμαι από τον Στάθη Σταυρόπουλο, «αναλυτή» ή τέλος πάντων όπως αλλιώς θέλετε να τον προσδιορίσουμε, που μου είναι ιδιαιτέρως απεχθής και με του οποίου τις απόψεις ή τον δημόσιο λόγο διαφωνώ όσο πιο κάθετα γίνεται.
    Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό ευδοκιμεί το φαινόμενο κάποιοι να ξέρουν τι σκέφτεται ο άλλος ό,τι κι αν λέει (εδώ η Σώτη Τριανταφύλλου γνωρίζει τι σκέφτεται ο Τέρρυ Ήγκλετον!), αλλά θα ήθελα να σας βεβαιώσω ότι σε καμία περίπτωση δεν θα διάλεγα να πολεμήσω με τους Τούρκους ούτε και να βάλω κανέναν άλλον να το κάνει αυτό. Επιφυλάσσομαι να σας απαντήσω εκτενώς και με τον τρόπο που αυτό πρέπει να γίνει. Δηλαδή, όχι στα σχόλια του κειμένου σας αλλά αυτόνομα, αν το Φελέκι επιτρέψει κάτι τέτοιο.

  2. Εξαιρετικά ενδιαφέρον ο διάλογος ανάμεσα σε αυτούς τους δυο χώρους που πιθανότατα έχουν και κοινή προέλευση. Ο διάλογος βέβαια είναι το έλασσον όταν όλο και περισσότερα μεσαία εισοδήματα στην Ελλάδα μετατρέπονται σε χαμηλά. θα ήταν κρίμα λοιπόν εξ αρχής ο διάλογος να μετατραπεί σε προσωπική κόντρα.

  3. Καμία διάθεση για προσωπική κόντρα, από μένα τουλάχιστον. Φαντάζομαι όμως ότι αν παρακολουθήσατε το διάλογο θα είδατε πως πουθενά δεν λέω πράγματα που να δικαιολογούν το χαρακτηρισμό «αριστερίστρια» και πολλές από τις απόψεις που μου αποδίδει ο κύριος Στόγιας.

  4. Έφη, εννοείται, ότι είμαστε ανοιχτοί σε κείμενα.

    • Ήδη σας έγραψα σχετικά στο μέιλ σας. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας απαλλάξω απ’ αυτή την υποχρέωση. Δεν θα σας αρέσουν αυτά που θα γράψω. Οπότε αν προλάβω να το γράψω πριν μπαγιατέψει τελείως το θέμα, θα δω τι θα το κάνω.

  5. @Kon Εγώ συμφωνώ απολύτως μαζί σας και σε καμία περίπτωση δεν είδα τον διάλογο ως προσωπική κόντρα, εξάλλου δεν γνωρίζω τον κύριο Στόγια και το μόνο με το οποίο μπορώ να αντιπαρατεθώ είναι οι απόψεις του. Ωστόσο δεν μπορώ να μην αντιδράσω όταν συστηματικά βάζει στο στόμα μου πράγματα που δεν λέω και μου ζητά να απολογηθώ ή να απαντήσω σε επιχειρήματα που ποτέ δεν διατύπωσα. Με αποκορύφωμα αυτό το κείμενό του όπου βλέπετε πώς συνοψίζει τις απόψεις μου σε κάτι που ουδέποτε υποστήριξα.

  6. Έφη, επειδή γνωρίζουμε προσωπικά και αρκετά καλά τον Γιώργο σε διαβεβαιώνουμε ότι δεν έχει καμία διαθεση για προσωπική κόντρα. Εννοείται ότι το κείμενο σου θα αναρτηθεί. Σ’ ευχαριστούμε κιόλας για τη συμμετοχή σου.

  7. Κ. Γιαννοπούλου, πάντα υπάρχει κάποιος που μπορεί να στην πει από πιο αριστερά και να σου κόψει κλήση με το αριστερόμετρο. Αυτό κάνετε κι εσείς τοποθετώντας το πολιτικό μου στίγμα – «στην καλύτερη» όπως λέτε- στο κέντρο.
    Μια παρατήρηση, με όλο το σεβασμό: τα παίρνετε όλα πολύ προσωπικά. Ούτε αυτά που λέω εγώ, ούτε –αν μου επιτρέπετε- αυτά που υποστηρίζετε εσείς, είναι τόσο πρωτότυπα. Παρόμοια επιχειρήματα επαναλαμβάνονται σε αμέτρητες συζητήσεις, για αυτό μίλησα στο άρθρο για μοτίβα.
    Εξανίστασθε που έγραψα κάποιες σκέψεις για τον αριστερισμό και τις συνέδεσα με τις απόψεις τις οποίες παραθέσατε στο διάλογο που ακολούθησε του άρθρου για τον Μαρμαρινό. Καταρχάς χρησιμοποίησα τον όρο «αριστερισμός» ως ιδεότυπο για να προσδιορίσω ενδεικτικά την θεώρηση στην οποία αναφερόμουν. Γνωρίζοντας όμως ότι ο όρος ενέχει υποτιμητικές συνδηλώσεις, έδωσα τους εναλλακτικούς όρους «υπεραριστερά», τον ουδέτερο «μη κομουνιστογενή αριστερά» και τέλος άφησα τον αναγνώστη να βρει έναν άλλο όρο, αν κρίνει ότι οι παραπάνω δεν είναι ικανοποιητικοί, πάντα σε σχέση με τον περιγραφόμενο χώρο.
    Δεν βρίσκω το λόγο εδώ να αντιγράψω τις προτάσεις σας εκείνες που δικαιολογούν, κατά την άποψή μου, τη σύνδεσή τους με τη μία πλευρά του ταξινομικού σχήματος που αποπειράθηκα να παρουσιάσω στο παρόν κείμενο. Ο αναγνώστης –αν έχει υπομονή- μπορεί να ανατρέξει στον ως τώρα διάλογο και να σχηματίσει τη δική του γνώμη αν η επιχειρηματολογία σας εμπίπτει σε αυτό που καταλαβαίνει όταν ακούει την λέξη αριστερισμός. Για εμένα πάντως, οι απόψεις σας για τη «σωστή» και τη «λάθος» βία με την πρώτη να είναι δικαιολογημένη αντίδραση στη βία ( φυσική, οικονομική, πολιτικής, συμβολική, αποκλεισμού) που ασκεί το κράτος και η δηλωμένη αδιαφορία σας για το αν οποιοσδήποτε άλλος που νιώθει επίσης ότι «βιάζεται» (π.χ Χρυσαυγίτες) μπορεί να «εκφραστεί», παραπέμπουν άμεσα σε ένα πνεύμα αριστερισμού.
    Χαίρομαι πολύ που γράφετε πως απεχθάνεστε τα γραπτά και τη δημόσια παρουσία του Στάθη Σταυρόπουλου. Να λοιπόν που συμφωνούμε σε κάτι! Υπάρχει όμως το εξής μικρό ζήτημα: ο Στάθης Σταυρόπουλος, όπως γνωρίζετε, ήταν η πρώτη επιλογή για μια εξόχως συμβολική αλλά και εκλόγιμη θέση, αυτήν του επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ – τον κομματικό χώρο που, πλην των αριστερίστικων συνιστωσών, γράψατε στο facebook ότι σας εκφράζει πολιτικά, πρώτος μεταξύ άλλων. Από ό,τι είχα διαβάσει τότε, το χρίσμα αυτό ναυάγησε ύστερα από αντίδραση των «αριστερίστικων» συνιστωσών – βλέπω κι εσείς, εύκολα αποδίδετε σε άλλους τον όρο που σας εξόργισε- ή (και) της πάλαι ποτέ Ανανεωτικής Πτέρυγας. Ο «ενδιαμέσος χώρος» μεταξύ κεντροαριστεράς (ή μεταρρυθμιστικής αριστεράς για να γίνω πιο σαφής) και αριστερισμού, ο χώρος στον οποίο διατείνεστε ότι κινούνται οι απόψεις σας, είναι ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ. Η θεώρηση των πραγμάτων που περιέγραψα στο κομμάτι μου για τα προβλήματα και τα όρια του αριστερισμού, πιστεύω ότι ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη θεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πριν επεκταθώ όμως σε αυτό, σας ζητώ –όπως το έκανα και στο άρθρο- να μου υποδείξετε εσείς έναν θεωρητικό, έναν πολιτικό αναλυτή, μια φυσιογνωμία τέλος πάντων της διανόησης που, κατά τη γνώμη σας, αρθρώνει με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο στον δημόσιο χώρο, τις θέσεις και τις απόψεις σας. Γιατί δε βάζετε τον Μαρμαρινό;
    Εντάξει, είπα να γράψω και κάτι πιο ελαφρύ.
    Επιστρέφω, σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ναι, «κανονική σχίζα», για να χρησιμοποιήσω μια δική σας έκφραση. Από τη μια «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» και από την άλλη ΟΧΙ σε όλα ( με εξαίρεση, και αυτό φυσικά τον τιμά, το νομοσχέδιο για την υπηκοότητα). Από τη μια συμμετοχή στο δημοκρατικό «παιχνίδι», με όλα τα οφέλη, και από την άλλη «κλείσιμο του ματιού» ως φλερτ με εξωδημοκρατικές πρακτικές. Από τη μια καταδίκη της βίας και από την άλλη χαρακτηρισμός κάθε πραγματικού επεισοδίου ως «προβοκάτσια». Η ισοπέδωση με τις δηλώσεις Τσίπρα της σχεδιαζόμενης μεταρρύθμισης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και ο ουσιαστικός προοιωνισμός ενός χειμώνα με κλειστά τα Πανεπιστήμια, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα άκριτου απορριπτισμού και ωραιοποίησης της ισχύουσας κατάστασης, στάσεις δηλαδή που προσιδιάζουν σε συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις.
    Σε έναν πιο προσωπικό τόνο, θα σας πω ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, υποστήριζα Συνασπισμό (και έπραττα αναλόγως στην κάλπη). Μάλιστα, μου ήταν αδιανόητη οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Φωνές που ερχόντουσαν από το Συνασπισμό, με προεξάρχουσα αυτή του Μ. Παπαγιαννάκη ήταν καταφύγια λογικής σε σχέση με ένα σωρό ζητήματα όπου κυριαρχούσε η τρομακτική «εθνική ομοψυχία», όπως εύστοχα την έχει περιγράψει ο Διονύσης Γουσέτης ( Μακεδονομαχία, Ολυμπιακοί Αγώνες, Κράτος- Εκκλησία, ελληνο-τουρκικά, ρατσισμός κ.α). Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας με είχε προβληματίσει η αδυναμία διάκρισης οποιασδήποτε θετικής πτυχής στο εγχείρημα του εκσυγχρονισμού του σημιτικού ΠΑΣΟΚ. Αυτό όμως που με αποστασιοποίησε εντελώς ήταν η στάση που τήρησε σε σχέση με το Σχέδιο Ανάν, στάση χλιαρά θετική από μέρους Κωνσταντόπουλου που επιτάχυνε την ανάληψη της ηγεσίας από τον έντονα υπέρμαχο του ΟΧΙ Αλαβάνο. Η θέση αυτή που απομόνωσε τον Παπανδρέου και τον άφησε μόνο του να υποστηρίζει το ΝΑΙ από την Ελλάδα, έκανε πολύ πιο εύκολη την απόφαση του ΑΚΕΛ στην Κύπρο να συμπαραταχθεί μέχρι τέλους με τον ακραιφνώς εθνικιστή τότε Πρόεδρο Παπαδόπουλο και έτσι να θάψει οριστικά την ύστατη ευκαιρία επανένωσης και αφοπλισμού του νησιού. Πέραν των προβλημάτων που επέσυρε στην καθημερινή ζωή στην Κύπρο, η τελική επικράτηση του ΟΧΙ είχε ως συνέπεια για την Ελλάδα το βάλτωμα των ελληνοτουρκικών και τη συνέχιση των υπέρογκων δαπανών για την άμυνα.
    Για τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ στα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, ο αναγνώστης φαντάζεται τις ενστάσεις μου, ας μην γίνομαι κουραστικός (άσε που ανά πάσα στιγμή θα έχει πάλι διακοπή ρεύματος και αφού έκατσα προτιμώ να τελειώνω).
    Ο «ενδιάμεσος χώρος» που οραματίζεστε μεταξύ Κεντροαριστεράς και αριστερισμού εκφράζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, με την προϋπόθεση του συμβιβασμού με τις αντιφάσεις που περιέγραψα. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι οι υπεύθυνοι του πολιτικού σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ επιθυμούν να τις λύσουν και να τις υπερβούν. Προσδοκώ ότι έναν «ενδιάμεσο χώρο» θα μπορούσε να καταλάβει η ΔΗΜ.ΑΡ. όσο δύσκολο κι αν είναι υπό τις σημερινές περιστάσεις. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν το καταφέρει, δεν έχει νόημα ύπαρξης.

    • «Σε έναν πιο προσωπικό τόνο […] δαπανών για την άμυνα».
      Σε αυτήν την παράγραφο αναγνωρίζω τον εαυτό μου. :)

  8. Κύριε Στόγια, έχω κουραστεί να μιλάω μαζί σας. Δεν παίρνω προσωπικά τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που εσείς μου απευθύνετε προσωπικά. Και ούτε πρόκειται να απολογηθώ εγώ για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ/ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ την τελευταία εικοσαετία. Δεν είμαι οπαδός ούτε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, τον ψηφίζω από το ’90 όπως και εσείς, και εγώ τουλάχιστον εξακολουθώ να το κάνω, διατηρώντας την κριτική μου ικανότητα απέναντι στη στάση του. Ίσως είμαι εξίσου αρνητική μ’ εσάς απέναντι σ’ ένα πρόσωπο σαν τον Αλαβάνο, ίσως και περισσότερο μάλιστα. Μην αφήνεστε όμως και σ’ αυτή την τελευταία μόδα ότι «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Ούτε για το ότι οι Κϋπριοι καταψήφισαν το σχέδιο Ανάν φταίει κατά κύριο λόγο ο Αλαβάνος, ούτε ο τότε Συνασπισμός φταίει για την αποτυχία του εκσυγχρονιστικού προγράμματος Σημίτη, το οποίο κατέρρευσε κυρίως κάτω από το βάρος αυτού που τελευταία αποκαλούμε «βαθύ ΠΑΣΟΚ» και επειδή το εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα προχωρούσε χέρι χέρι με όλες τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας (μίζες, ρουσφέτια, σκάνδαλα, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και την απίστευτη ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που καταχρέωσε τη χώρα). Και για μένα αποτελεί ένα ζήτημα το γεγονός ότι η ελληνική Αριστερά πολύ συχνά αναλώνεται σε αρνητισμό χωρίς να διατυπώνει με σαφήνεια θετικές προτάσεις. Αυτή ακριβώς ήταν και η τραυματική επαφή μου μ’ αυτό που αποκαλείται «αριστερισμό» σ’ εκείνον τον σύλλογο μεταφραστών που προσπαθήσαμε να φτιάξουμε (τέλος πάντων, φτιάξαμε, αν και εγώ πια δεν συμμετέχω). Ένα παράδειγμα είναι και το τωρινό νομοσχέδιο για τα Πανεπιστήμια, που εγώ, όσο το έχω διαβάσει και με βάση κάποιες αναλυτικές κριτικές του, το θεωρώ κακό και επικίνδυνο στο βαθμό που νομίζω ότι θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται πως θέλει να λύσει. Δεν μπορώ προφανώς να καταθέσω εγώ, προσωπικά, μια θετική πρόταση για τα πανεπιστήμια, δεν είμαι άμεσα ενδιαφερόμνη ούτε γνώστρια της κατάστασης. Θα ήθελα όμως ν’ ακουσω αυτή την θετική πρόταση. Από τον ΣΥΡΙΖΑ περιμένω να ασκήσει καλύτερη και ουσιαστικότερη πολιτική μέσα στη δύσκολη σημερινή συγκυρία και επιφυλάσσομαι. Προφανώς δεν με εκφράζει ούτε ο Στάθης ούτε ο Διονύσης Τσακνής ούτε ο Αλέξης Μητρόπουλος, επιλογές που ακούστηκαν ή και έγιναν από τον ΣΥΡΙΖΑ τον τελευταίο καιρό. Υπάρχουν όμως άλλα πράγματα που με εκφράζουν, είτε σε επίπεδο προσώπων είτε πολιτικής. Για την ΔΗΜ.ΑΡ. φοβάμαι ότι δεν έχει λόγο ύπαρξης και ότι αυτό θα αποδειχτεί σύντομα. Και ξέρετε πού είναι το πρόβλημα; Στο γεγονός ότι η βασική οριοθέτηση που προσπαθεί να θέσει είναι σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο κάνετε κι εσείς εδώ εξάλλου. Αν καταφέρετε να το ξεπεράσετε αυτό, ίσως και να είναι θετικότερη η συμβολή της.
    Όσο για τη βία, εγώ δεν θεώρησα ποτέ ότι σας λέω κάτι πρωτότυπο (ούτε και γενικότερα δηλαδή), απλώς σας είπα το αυτονόητο, ότι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε τη βία συλλήβδην, είναι έξω από την ανθρώπινη φύση, το διαψεύδει η ανθρώπινη ιστορία, και πολλές φορές η βία ήταν απαραίτητη και είχε θετικά αποτελέσματα. Ίσως η μόνη βία που μπορώ να καταδικάσω χωρίς κανένα δισταγμό είναι αυτή που ασκεί ο ισχυρός στον αδύναμο. Επίσης το δεν καταδικάζω, δεν σημαίνει επικροτώ, σημαίνει ότι επιφυλάσσομαι κάθε φορά να κρίνω τους όρους εμφάνισής της.
    Εγώ σταματώ εδώ την κουβέντα μαζί σας. Δεν έχω σκοπό να ξαναπαντήσω. Νομίζω ότι το παρακάναμε και ότι αποτελεί υπερβολική αλαζονεία να θεωρούμε ότι μπορούμε να μιλάμε εγώ κι εσείς επί παντός του επιστητού σχεδόν και με ορίζοντα απείρου. Το χάσμα μπορεί να είναι αγεφύρωτο και για σας και για μένα, αλλά τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή.

  9. Κ. Γιαννοπούλου, παραδόξως σε σχέση με την ανταλλαγή απόψεων που προηγήθηκε, προσυπογράφω σχεδόν όλες τις παρατηρήσεις του τελευταίου σας σχολίου.
    Φυσικά είναι ανόητο και λάθος να κατηγορεί κάποιος για όλα τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχετε δίκιο, η εκσυγχρονιστική απόπειρα απέτυχε για τους λόγους που περιγράφετε (όχι πως θα έβλαπτε λίγη στήριξη σε όποια θετικά προσπαθούσε, π.χ. ΑΣΕΠ). Ο ι Ελληνοκύπριοι ψήφισαν ΟΧΙ για χίλιους λόγους στους οποίους δεν συγκαταλέγεται η στάση της ελλαδικής αριστεράς (αντιθέτως, η στάση της ελληνοκυπριακής αριστεράς που δηλώθηκε επιγραμματικά με το « ψηφίζουμε ΟΧΙ για να τσιμεντώσουμε το ΝΑΙ» έπαιξε τον κρισιμότερο ρόλο για την διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος). Αν σε μία περίπτωση οι κατηγορίες που απευθύνονται στον ΣΥΡΙΖΑ ευσταθούν, τουλάχιστον εν μέρει, είναι για την διάθεση που επέδειξε τον Δεκέμβρη του 2008 να εκμεταλλευτεί πολιτικά την δολοφονία Γρηγορόπουλου και την επικοινωνιακή τακτική που ακολούθησε για να το καταφέρει (ίχνη της οποίας έγιναν έκτοτε κομμάτι της ταυτότητάς του).
    Ο λόγος για τον οποίο θυμώνουμε με πολλές από τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ (και από αυτά που λέτε, σε πολλές από τις ενστάσεις μας φαίνεται να συμφωνούμε πλήρως) είναι οι υψηλές προσδοκίες που τρέφουμε για έναν πολιτικό χώρο που, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, ταυτιζόταν με αυτό που προσδιορίζουμε ιστορικά ως ανανεωτική αριστερά. Δεν περιμένουμε να βρούμε συγκλίσεις με τον ΛΑΟΣ αλλά με αυτές που παραδοσιακά ονομάζονται «προοδευτικές δυνάμεις».
    Επίσης έχετε δίκιο, σε αυτό που λέτε για την ΔΗΜΑΡ. Δεν θα βρει λόγο ύπαρξης όσο προσπαθεί να οριοθετηθεί αποκλειστικά σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο λειτουργεί υπό το φόβο του αριστερόμετρου. Το ίδιο πρόβλημα – χωρίς να θέλω να παίξουμε την κολοκυθιά- ισχύει ως ένα βαθμό και για τον ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με το ΚΚΕ. Εκεί βέβαια πια βγαίνουμε στην «Εθνική με τα μεγάλα» όπου κοντράρονται η original ουτοπία (ή δυστοπία για άλλους) με την νεολαιίστικη μεταμοντέρνα εκδοχή της.
    Για να βρει λόγο ύπαρξης η ΔΗΜΑΡ θα πρέπει να καταθέτει και να προβάλλει εναλλακτικές προτάσεις από τα αριστερά που το ΠΑΣΟΚ δεν τολμάει ή δεν μπορεί να παράξει. Οι προτάσεις αυτές όμως πρέπει να είναι υπεύθυνες, με την έννοια ότι αν η ΔΗΜΑΡ (συγ)κυβερνούσε αύριο, θα μπορούσε να εμμείνει σε αυτές.
    Για τη βία συζητήσαμε αρκετά και νομίζω ότι τα σημεία στα οποία διαφωνούμε είναι διακριτά. Τελευταία μου παρατήρηση είναι πως δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που γράφετε ότι « δεν μπορούμε να καταδικάζουμε τη βία συλλήβδην, είναι έξω από την ανθρώπινη φύση, το διαψεύδει η ανθρώπινη ιστορία…». Ούτε οι προσταγές της ανθρώπινης φύσης, ούτε τα συμπεράσματα από την ανθρώπινη ιστορία είναι κάτι στατικό. Κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού είναι να αναστοχάζεται με διάφορα μέσα και μορφές πάνω στη φύση και την ιστορία, να δοκιμάζει – σύμφωνα τουλάχιστον με τις υποθέσεις του Διαφωτιστικού σεναρίου- νέους κόσμους ελευθερίας και πλούτου των δυνατοτήτων. Επίσης, δεν μπορώ να περιμένω να «επιφυλάσσομαι κάθε φορά να κρίνω τους όρους εμφάνισής της (βίας)» όπως λέτε. Ίσως κάποια φορά να είναι πολύ αργά.
    Αρκετά όμως καταχραστήκαμε το χώρο και την υπομονή των (όποιων) αναγνωστών. Ως θετικό κρατώ (και απίστευτα χρονοβόρο) ότι άθελά μας δώσαμε ένα διαφορετικό παράδειγμα διαδικτυακού διαλόγου. Οι συνήθεις όροι κάτω από τους οποίους πραγματοποιείται, με κύριο την αποσπασματικότητα, έχουν «τοξικό» αποτέλεσμα που λέει κι ο Φ.Π. (σε εκείνη την «παραίτηση» που είχε δώσει από το Φελέκι και ευτυχώς δεν τήρησε απόλυτα), και βλάπτουν πιστεύω σοβαρά τον εγκέφαλο και την ικανότητά μας να δράσουμε.

  10. Με βάζετε σε πειρασμό να παραβώ αυτό που είπα στο τελευταίο σχόλιό μου και να πω δυο λόγια ακόμα. Είδατε που δεν είμαι τόσο αριστερίστρια όσο φαντάζεστε λοιπόν; Άλλωστε η προηγούμενη ανταλλαγή απόψεών μας δεν σας έδινε λόγους να το υποθέσετε πραγματικά. Ο αριστερισμός που περιγράφετε ή τουλάχιστον κάποια στοιχεία του, αρνητισμός, καχυποψία, είναι από τα πράγματα που κι εμένα με κάνουν έξαλλη και με τα οποία έχω «τσακωθεί» με αντίστοιχο «πάθος» μ’ αυτό που «τσακώθηκα» μαζί σας. Δύο παρατηρήσεις σ’ αυτά που λέτε. Το πρόβλημα της ΔΗΜ.ΑΡ. δεν είναι το αριστερόμετρο, αλλά ο φόβος της μήπως ταυτιστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ αφενός, και η εμμονή σχεδόν της συγκυβέρνησης αφετέρου. Το ένα είναι ανόητο, το ζήτημα δεν είναι η ΔΗΜ.ΑΡ. να μοιραστεί το ασήμαντο σχεδόν ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά να διεκδικήσει ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ. Το δεύτερο, εμένα με προδιαθέτει λίγο αρνητικά, όπως και να έχει είναι αφελές, γιατί αν ξεκινάει έτσι, το ΠΑΣΟΚ θα την κάνει μια χαψιά.
    Για το 2008 διαφωνώ μαζί σας, παρόλο που δεν θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα έκανε όλα σωστά, αλλά ας μην το κουβεντιάσουμε, γιατί δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η κουβέντα.
    Για το θέμα της βίας, νομίζω πως πάλι τοποθετούμε αλλού ο καθένας τη συζήτηση. Αυτή τη στιγμή ζούμε σε μια φάση τρομακτικής βίας, τη βλεπουμε παντού, όχι μόνο στους προπηλακισμούς των βουλευτών. Αν ανοίξετε τις εφημερίδες θα δείτε χίλιους προπαγανδιστές της βίας, που προσπαθούν να στρέψουν κάποιους από τους συμπολίτες μας εναντίον κάποιων άλλων (των πανεπιστημιακών, των φαρμακοποιών, των εφημεριδοπωλών, των δημοσίων υπαλλήλων, συλλήβδην). Βία είναι όταν λες ότι όποιος δεν συμφωνεί με τη σημερινή κυβερνητική πολιτική είναι βολεμένος, λαμόγιο, αριστεριστής. Βία είναι όταν θα με καλέσουν αύριο να πληρώσω περαίωση, θεωρώντας απριόρι ότι φοροδιαφεύγω, δηλαδή κλέβω, και προχτές κάπου διάβαζα κάποιον αρθρογράφο που έλεγε πως όποιος δεν τα πληρώσει αυτά, θα πρέπει να του στερήσουν τις στοιχειώδεις δωρεάν κοινωνικές παροχές (δρόμους, περίθαλψη, παιδεία). Βία είναι όταν με ψεκάζουν, μου ρίχουν δακρυγόνα ή μπουνιές ή γκλομπιές. Βία είναι όταν διατυπώνω μια γνώμη σήμερα στο Φελέκι, και κάποιος μου απαντά κάτι για τα Νεφελίμ. Και για να μη μιλάω μόνο για τη βία που εξοργίζει εμένα… Ενδεχομένως κι εγώ άσκησα βία σ’ εσάς σ’ αυτή τη συζήτηση. Προφανώς αν ήμασταν απέναντι δεν θα σας έριχνα σφαλιάρα ούτε γιαούρτι… Αλλά όταν λες στον άλλον ότι αυτό που λέει είναι βλακώδες, προφανώς του ασκείς μια κάποια βία. Όσο για το δίπολο κρατική και κοινωνική βία, δείτε το κείμενο του Γ. Χάρη στα χτεσινά Νέα, εμένα εν γένει με καλύπτει. Αλλά ας μην συνεχίσουμε ούτε μ’ αυτό το θέμα, γιατί είναι προφανές πως δεν θα μας βγάλει πουθενά Ας κρατήσουμε λοιπόν το θετικό του διαλόγου. Στο κάτω κάτω ένας άνθρωπος που τον γνωρίζω και προσωπικά στην αρχή ενός παρόμοιου διαλόγου μου απαγόρεψε να ξαναγράψω στον τοίχο του, υπάρχουν και χειρότερα.

  11. Γιώργο, Φ.Π., εδώ: η παραίτηση μου είναι σε ισχύ, η υπόσχεση μου τηρείται. Μου λείπει η μπλογκόσφαιρα, με λυτρώνει η αποχή από τον τοξικό λόγο.

  12. Φ.Π. σεβαστή η επιλογή σου, θα ήθελα όμως να βλέπω πού και πού κάποιο δικό σου κείμενο στο μπλογκ!
    Κ. Γιαννοπούλου, αντιλαμβάνομαι όσα γράφετε και σας βεβαιώ ότι τα πράγματα δεν είναι στο κεφάλι μου ακριβώς όπως τα γράφω, προσπαθώ κι εγώ να βγάλω μία άκρη. Όσον αφορά την άσκηση βίας, «apologies accepted» για το «βλακώδες», όμως δεν νομίζω ότι κινδύνευσα πραγματικά, όπως ούτε εσείς όταν κάποιος σας απαντάει με άσχετο και ανόητο τρόπο για τα Νεφελίμ.
    Είναι πραγματικά δύσκολο να συμφωνηθεί τι είναι βία και τι όχι, από ποιο σημείο και πέρα η επιβολή μιας δύναμης πάνω σε μία άλλη στερεί δυνατότητες ελευθερίας σε αυτόν που την υφίσταται. Αυτό το πρόβλημα δεν συναντιέται μόνο στο δικό μας διάλογο και φυσικά δε θα το λύσουμε εδώ. Απλά, να προσθέσω ότι, για να ξέρουμε που πατάμε, σίγουρα είναι σημαντική η μελέτη του φαινομένου της βίας από φιλοσοφική και ψυχολογική σκοπιά αλλά θα είναι λάθος να αγνοήσουμε την βία όπως ορίζεται από τους θεσμούς και τους νόμους. Σας έγραψα ξανά ότι η ανησυχία μου είναι πως σε περίπτωση που διαστείλουμε πολύ τον ορισμό της βίας, τότε μπορεί να χαθεί κάθε συμφωνημένη διάκριση στο τι αποτελεί βία και τι όχι. Είναι ένα θέμα που θα είναι λάθος και καταστροφικό να αφεθεί στην απόλυτη ευχέρεια υποκειμένων και συλλογικοτήτων έξω από τα πλαίσια των κρατικών θεσμών (όσο μισητές κι αν μας είναι διάφορες όψεις του κράτους).
    Για το καλό του χρόνου μας, μην υποκύψετε στον πειρασμό (αν σας έρθει) να απαντήσετε. Καλή υπόλοιπη εβδομάδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: