Μιχαήλ Μαρμαρινός: «Υψηλή» Τέχνη και «χαμηλή» πολιτική

Γράφει ο Γιώργος Στόγιας.

Σε σχέση με το άρθρο του Σταύρου Θεοδωράκη για την συνέντευξη του σκηνοθέτη Μιχαήλ Μαρμαρινού στο Βήμα, θέλω να προσθέσω μερικές σκέψεις:

Δεν αμφισβητώ το ότι ο Μαρμαρινός είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες της τελευταίας τριακονταετίας. Θεωρώ πολλές από τις παραστάσεις του εξαιρετικές, με κορυφαίες τη Μήδεια στο Studio Ιλίσια και τον Άμλετ στο Θησείο. Από την άλλη ήταν υπεύθυνος για πολλές φόλες. Οι χειρότερες, κατά τη γνώμη μου, δουλειές του ήταν η Ηλέκτρα και οι Ικέτιδες. Σαν κάτι άσχημο να του συμβαίνει όταν σκηνοθετεί για την Επίδαυρο.

Η συζήτηση έως τώρα έχει περιστραφεί στο κατά πόσο ένας κρατικά επιχορηγούμενος καλλιτέχνης έχει δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του στην περίπτωση που αυτή κατευθύνεται ενάντια στο σύστημα που τον είχε στα ώπα-ώπα. Επίσης, ένα ζήτημα που επανέρχεται, αφορά την αναγκαιότητα ή μη της οικονομικής στήριξης της «ποιοτικής» δημιουργίας από τα χρήματα των φορολογουμένων.

Σε αυτό το σύντομο κείμενο θα προσπαθήσω  να διαβάσω τις απόψεις που υποστηρίζει μια δημόσια προσωπικότητας, όπως είναι ο Μαρμαρινός (τουλάχιστον για τους ενδιαφερόμενους περί πολιτιστικών) μέσα από το πρίσμα της όλης παρουσίας και του έργου του.

Η σχέση του Μαρμαρινού με την κρατική εξουσία, μπορεί να ενταχθεί στο μοτίβο της εξάρτησης του αναγεννησιακού καλλιτέχνη  από τον αστό μαικήνα (ή, στις γερμανικές αυλές, από τον τοπικό πρίγκιπα).  Θυμάμαι την έγγραφη ευχαριστία  στον Κώστα Λαλιώτη για την βοήθειά του στην ανέγερση του νέου τότε θεάτρου στο Θησείο, την αποδοχή των προσκλήσεων του πρωθυπουργού Σημίτη στις βραδιές όπου υποδεχόταν την «εθνική ομάδα» των καλλιτεχνών και, φυσικά, εκείνο το αμίμητο «ο Κώστας Καραμανλής πρέπει να δει αυτήν την παράσταση» για το ανέβασμα του Πεθαίνω σαν Χώρα του Δημητριάδη.

Η πολιτική διάσταση του αισθητικού στίγματος του Μαρμαρινού είναι ρευστή. Ακόμη και στις πιο ευθέως επίκαιρες δουλειές του που έχω παρακολουθήσει, τον Εθνικό Ύμνο και το 2004, το διφορούμενο στοιχείο ήταν κυρίαρχο (με επιτυχές θεατρικό αποτέλεσμα στο πρώτο και λιγότερο, κατά τη γνώμη μου, στο δεύτερο). Ήδη για την παράσταση την εμπνευσμένη από την Ολυμπιάδα και τον εθελοντισμό, είχαν ξεκινήσει οι μουρμούρες από αριστερή σκοπιά πως η προσέγγισή του είναι ουσιαστικά απολιτική. Έτσι, ενώ  την περίοδο της «ισχυρής Ελλάδας», ο Μαρμαρινός τόλμησε να φέρει στη σκηνή σύγχρονους πολιτικούς προβληματισμούς, όταν άλλαξαν τα «σημεία των καιρών»,  επιδόθηκε σε μια σειρά κρυπτικών  παραστάσεων με σκοτεινότερη την Ακρόπολη.

Το στοιχείο που πιστεύω ότι συνδέει όλο το έργο του συγκεκριμένου σκηνοθέτη είναι κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως  «το πρόταγμα μιας αισθητικοποιημένης αντιστασιακότητας».  Αντιστασιακότητα όμως από ποια θέση, ενάντια σε ποιον; Για τον θεατή των παραστάσεων του Μαρμαρινού, σε πρώτο επίπεδο η απάντηση μοιάζει ανέφικτο να αρθρωθεί. Η ρητή και η υπόρρητη «οδηγία» του δημιουργού προς το θεατή είναι να σταματήσει να σκέφτεται. Αυτό που του προτείνεται είναι να νιώθει τα τεκταινόμενα επί σκηνής όπως ο πιστός την τελετή.

Επειδή όμως υπάρχει και η ιστορία του θεάτρου, μια τέτοια αισθητική σύμβαση δεν είναι ουρανοκατέβατη, δεν προκύπτει από το πουθενά. Νομίζω ότι αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά το έργο και την πορεία των πρωτότυπων δημιουργών που επηρέασαν τον Μαρμαρινό, ίσως να έρθουμε πιο κοντά στις βασικές πολιτικές παραδοχές της αισθητικής του.  Έχω την εντύπωση ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως ο ρόλος αυτός ανήκει δικαιωματικά σε δυο εμβληματικές φιγούρες του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού θεάτρου, τον Πολωνό Γιέρζι Γκροτόφσκι και τον Γερμανό Χάινερ Μύλλερ. Χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες για τη μεγάλη τους συμβολή στις κατευθύνσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου (και με τον κίνδυνο της σχηματοποίησης), θέλω να σημειώσω, για την πολιτική διάσταση του έργου τους, τα εξής: Ο Γκροτόφσκι κατέληξε να αναζητεί την «σωτηρία» σε εξωθεατρικές μορφές αυτοέκφρασης, σε σεμινάρια πάνω στα Γκράβαλα που οι συμμετέχοντες πλήρωναν από το υστέρημά τους. Εν ολίγοις μια ιδιωτική new age φυγή προς το ουτοπικό αγκάλιασμα του όλου μέσω της εξαφάνισης της ατομικότητας.  Ο Μύλλερ έστω κι αν δεν ήταν ακριβώς το «αγαπημένο παιδί» του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας όταν εκείνο βρισκόταν στα ντουζένια του, τα κουτσόφερνε μια χαρά. Από εκείνη τη θέση προφήτευε το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπό την απειλή της αμερικάνικης λαίλαπας, χαρακτηριστική εμμονή των αντιδιαφωτιστών από τον Χέρντερ ως τον Μποντριγιάρ.

Κατά την άποψή μου ο Μαρμαρινός διακατέχεται από μια ανησυχία του να μην κατηγορηθεί για ελιτιστής. Έχει δώσει δείγματα μιας τέτοιας τάσης με παλαιότερες δηλώσεις που αναφέρονταν σε ανθρώπους του μεροκάματου, που δεν πηγαίνουν συνήθως θέατρο, και οι οποίοι έρχονται στις παραστάσεις του και συγκινούνται βαθύτατα. Επίσης με το «εύρημα» να τοποθετήσει τους οικοδόμους που εργάστηκαν για την κατασκευή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του ιδρύματος Ωνάση να περιφέρονται στυλιζαρισμένα ανάμεσα στους υψηλά ιστάμενους καλεσμένους των εγκαινίων.  Αυτή η ανησυχία του είναι παράδοξη από τη στιγμή που ο Μαρμαρινός, όπως και να το κάνουμε, είναι ο πλέον ελιτιστής Έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης, ο δημιουργός που -μεταξύ χιλίων άλλων εξεζητημένων υπερβολών- έβαλε τους ηθοποιούς του να μιλάνε για είκοσι λεπτά σε άπταιστα πολωνικά.

Η θέση μου είναι ότι ο Μαρμαρινός με τη συνέντευξη στο Βήμα (και σε αυτή του την κίνηση δεν είναι ο μόνος) προνοεί  την «ασυλία» του για παν ενδεχόμενο.  Στην περίπτωση που γίνει το μπραφ και όλα πάνε κατά διαόλου (χάος και νεκροί) θα επιπλεύσει πρώτος στο μετα-αποκαλυψιακό καθεστώς. Στην άλλη περίπτωση, εκεί όπου η ζωή θα συνεχιστεί λίγο πολύ όπως την ξέρουμε, θα ποζάρει για ευαίσθητος στην αγανάκτηση του κόσμου, ότι αποτύπωσε υπεύθυνα τις κρυφές και φανερές εντάσεις κι έτσι συνέβαλε στην ομαλότητα. Σε κάθε περίπτωση, θα έχει εξασφαλισμένη την πελατεία του και συγχρόνως την προνομιακή του σχέση με την εξουσία.

Advertisements

15 Σχόλια

  1. Έστω και μόνο γι’ αυτή τη φράση: «Ο Μύλλερ έστω κι αν δεν ήταν ακριβώς το «αγαπημένο παιδί» του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας όταν εκείνο βρισκόταν στα ντουζένια του, τα κουτσόφερνε μια χαρά. Από εκείνη τη θέση προφήτευε το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπό την απειλή της αμερικάνικης λαίλαπας, χαρακτηριστική εμμονή των αντιδιαφωτιστών από τον Χέρντερ ως τον Μποντριγιάρ», θέλω να σας ρωτήσω: νιώθετε καλά δημοσιεύοντας αυτό το κείμενο; Η πρώτη πρόταση είναι πολιτιστική κριτική επιπέδου μεσημεριανού της τηλεόρασης (ντουζένια, τα κουτσόφερνε). Τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας του άρθρου; Είναι καλός θεατρικός συγγραφέας ο Μύλλερ τελικά; Μήπως απλώς τα κουτσόφερνε; Και τι κουτσόφερνε ακριβως; Τι ύφος και τι γλώσσα είναι αυτή; Σε ποιο επίπεδο λόγου εγγράφεται; Όσο για τη δεύτερη πρόταση, πέραν του ότι θα μπορούσα να σας πω ότι η υποτιθέμενη (;) προφητεία του Μύλλερ αυτή τη στιγμή με μιαν έννοια επιβεβαιώνεται κατά γράμμα (γιατί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός κινδυνεύει πράγματι από μια λαίλαπα αμερικανικής προέλευσης, αν θεωρήσουμε τουλάχιστον ότι εκεί γεννήθηκε το φαινόμενο της υποδούλωσης στις αγορές που απειλεί σήμερα μια σειρά από αξίες στις οποίες στηρίχτηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός (κι αυτό το λέει σχεδόν και ο Γιωργάκης Παπανδρέου, όχι μόνο εγώ), ή μήπως το αρνείστε κι αυτό; Από την άλλη, αν και δεν έχω πολλά να πω για τον Μπωντριγιάρ, δεν αισθάνομαι ότι τον έχω διαβάσει επαρκώς για να εκφέρω γνώμη, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, το τσουβάλιασμα μεταξύ των αντιδιαφωτιστών και η απαξίωση που υπάρχει στην πρόταση, είναι το λιγότερο ένδειξη ελλιπούς παιδείας και ιστορικής γνώσης, για την οποία θα μπορούσα να επιχειρηματολογήσω εκτενώς, αλλά σέβομαι το χώρο σας. Για τα περί Μαρμαρινού, καθώς και για τον τίτλο του κειμένου (που ανήκει στη χειρότερη δημοσιογραφική σχολή, μιας και πρόκειται για πυροτέχνημα που δεν το στηρίζει πουθενά το κείμενο που ακολουθεί), προτιμώ να μην πω τίποτα, γιατί θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο τα πνεύματα. Αλλά πραγματικά, αναρωτιέμαι αν έχουμε φτάσει στο σημείο εκείνο που δεχόμαστε άνευ όρων οτιδήποτε συμφωνεί με την γενική μας άποψη και απαξιώνουμε άκριτα οτιδήποτε είναι από την άλλη πλευρά. Εγώ, προς το παρόν τουλάχιστον, ακόμα και με τους ανθρώπους που συμφωνούν μαζί μου αυτή την εποχή, όταν αισθάνομαι ότι κάπου δεν πατάνε γερά ή ότι λαϊκίζουν ή ότι γίνονται χυδαίοι, ε, κρατώ μια απόσταση, ίσως και να αναρωτιέμαι λίγο. Εσείς όχι;

  2. Διακρίνω ένα ελιτίστικο συντηρητισμό στα σχόλια περί γλώσσας, Έφη. Νομίζω ότι ο συγγραφέας δε διακατέχεται από το φόβο της χρήσης λέξεων από την καθομιλουμένη. Η προσπάθεια σου να μειώσεις το κείμενο στοχοποιώντας ακόμα και τη γλώσσα, (κατηγορώντας το δε ως λαϊκίστικο) παραπέμπει στην εμμονή ορισμένων που θεωρούν ότι πρέπει να χρησιμοποιούν στο λόγο τους λέξεις από την καθαρεύουσα προκειμένου να προσδώσουν μεγαλύτερο κύρος στα λεγόμενά τους. Ο διδακτισμός που αποπνέουν τα σχόλια σου δείχνουν άτομο που μάλλον δεν έχει συνηθίσει να συνδιαλέγεται. Και τελειώνω, αφήνοντας το συγγραφέα να απαντήσει στα υπόλοιπα, όταν υποθέτω θελήσει, έχεις ξαναδιαβάσει πολλά τέτοια «λαϊκίστικα», «χυδαίας δημοσιογραφίας» κείμενα στο διαδίκτυο ή στις εφημερίδες; Μακάρι να βλέπαμε συχνότερα τέτοιο επίπεδο λόγου όπως αυτό του Γιώργου.

    • αγαπητή Έφη, τίποτα το προσωπικό, αλλά θα τρίζουν τα κόκκαλα των Γληνού, Δελμούζου με τα σχόλια και το σνομπισμό σου περί γλωσσικής καθαρότητας…

    • «Ο διδακτισμός που αποπνέουν τα σχόλια σου δείχνουν άτομο που μάλλον δεν έχει συνηθίσει να συνδιαλέγεται.» Ωραίο αυτο-γκολ!

  3. Οφείλω να απαντήσω στα σχόλια της κ. Γιαννοπούλου, έστω κι αν ο απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στο κείμενο (πολιτιστική κριτική επιπέδου μεσημεριανού της τηλεόρασης, ανήκει στη χειρότερη δημοσιογραφική σχολή), δεν προδιαθέτει για διάλογο.
    «Τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας του άρθρου; Είναι καλός θεατρικός συγγραφέας ο Μύλλερ τελικά; Μήπως απλώς τα κουτσόφερνε; Και τι κουτσόφερνε ακριβώς;»
    Εννοώ ότι ένας πολιτικά κριτικός καλλιτέχνης δεν επιβιώνει σαράντα χρόνια μέσα σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ενίοτε μάλιστα με λουλούδια, τιμές και θέσεις. Ο Χάινερ Μύλλερ, με τα στατικά αινιγματικά του κείμενα, τα αγέλαστα έως σοβαροφανή, ήταν ουσιαστικά ένας απολιτικός καλλιτέχνης, ακίνδυνος για τους κρατούντες. Μετά την Πτώση του Τείχους, έγινε ένθερμα δεκτός στη νέα ενοποιημένη Γερμανία και ανέλαβε διευθυντής του Berliner Ensemble. Πλασαρίστηκε ως ο κατεξοχήν συνεχιστής του Μπρεχτικού θεάτρου, παρότι αισθητικά βρίσκεται σχεδόν στους αντίποδες. Μακάρι να γινόταν να βλέπαμε τον Μπρεχτ – του οποίου ακόμη και τα πιο στρυφνά έργα μπορούν να είναι προσπελάσιμα από μετρίως θεατρόφιλα δεκαπεντάχρονα – να σχολιάζει παράσταση του Μύλλερ. Είμαι βέβαιος ότι ο λάτρης του φωτός στη σκηνή, της ορθολογικής επίλυσης προβλημάτων, της προσέλκυσης του ενδιαφέροντος του θεατή με τη χρήση πληθώρας θεατρικών μέσων, θα κατέβαζε καντήλια παρακολουθώντας ένα θέατρο μουντό, ακατάληπτο και κατά βάση απαισιόδοξο.
    «Τι ύφος και τι γλώσσα είναι αυτή; Σε ποιο επίπεδο λόγου εγγράφεται;»
    Είναι η γλώσσα και το ύφος που χρησιμοποιώ ανάλογα με τις γνώσεις, την ευαισθησία και την ανάγκη επικοινωνίας μου, αν επιτρέπετε. Επίσης, γράφοντας για το ίδιο θέμα σε ένα άλλο μέσο, το ύφος μου θα ήταν ελαφρά διαφορετικό. Η μπλογκόσφαιρα όμως είναι θεωρητικά πιο ανεκτική σε παιχνίδια με τους κώδικες και ειδικότερα το Φελέκι είναι ιδιαίτερα φιλόξενο. Είναι κρίμα που δεν περνάω τη βάση σύμφωνα με τον μετρητή καθαρολογίας σας, αλλά, τι να κάνουμε, η αποτυχία μου αυτή στη γλώσσα πάει μαζί με τις απόψεις μου που ρίχνουν τον πήχη της υψιπετούς ορθοδοξίας σας.
    «…θα μπορούσα να σας πω ότι η υποτιθέμενη (;) προφητεία του Μύλλερ αυτή τη στιγμή με μιαν έννοια επιβεβαιώνεται κατά γράμμα (γιατί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός κινδυνεύει πράγματι από μια λαίλαπα αμερικανικής προέλευσης, αν θεωρήσουμε τουλάχιστον ότι εκεί γεννήθηκε το φαινόμενο της υποδούλωσης στις αγορές που απειλεί σήμερα μια σειρά από αξίες στις οποίες στηρίχτηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός (κι αυτό το λέει σχεδόν και ο Γιωργάκης Παπανδρέου, όχι μόνο εγώ), ή μήπως το αρνείστε κι αυτό;»
    Αυτό που με βρίσκει κάθετα αντίθετο είναι η μανιχαϊστική διάκριση ευρωπαϊκού και αμερικάνικου πολιτισμού, οι σύγχρονες εκφάνσεις του discourse της γερμανικής Kulturkritik όπου οι ΗΠΑ είναι ένας «τόπος καταστροφής» και οι Αμερικάνοι είναι «φύσει αδύνατον να παράγουν πολιτισμό», ο «μεταμοντέρνος αριστερός χαϊντεγκεριανισμός» όπως τον χαρακτηρίζει ο Richard Wolin στο βιβλίο του «Η γοητεία του ανορθολογισμού» (2004). Με τρομάζουν οι αντιφιλελεύθερες και αντισημιτικές συνηχήσεις στην εικόνα της Αμερικής ως ο «άλλος», ο «εχθρός», ο «ισοπεδωτής των ευρωπαϊκών αξιών». Επίσης, βρίσκω ανιστορική μια εικόνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού ως «θεματοφύλακα του καλού». Τέτοιες περιγραφές αγνοούν τις αλληλεπιδράσεις, τις εκατέρωθεν οφειλές μεταξύ των δυο πλευρών. Ακόμη και σήμερα, ο διάλογος είναι ενδιαφέρων και κρίσιμος για την πορεία του δυτικού πολιτισμού. Ο Γάλλος φιλόσοφος Bernard- Henri Levy στο βιβλίο του American Vertigo περιγράφει, κατά την γνώμη μου με επιτυχία, τις δυσκολίες αλλά και τις προκλήσεις τέτοιων συναντήσεων. Εκτός αν, όπως η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ πιστεύετε ότι «οι Αμερικανοί είναι ένας λαός προβάτων», ή σαν τον Μποντριγιάρ πως «η ιστορία και ο μαρξισμός είναι σαν το καλό κρασί και την κουζίνα: δεν μπορούν στ’ αλήθεια να διασχίσουν τον ωκεανό», ανήκετε στους «τυχερούς» που δεν αμφιβάλλουν για τις βεβαιότητές τους, αυτούς που ξέρουν να τοποθετούν σωστά το κάθε πραγματάκι στο κουτάκι του.
    «για τον Χέρντερ τουλάχιστον, το τσουβάλιασμα μεταξύ των αντιδιαφωτιστών και η απαξίωση που υπάρχει στην πρόταση, είναι το λιγότερο ένδειξη ελλιπούς παιδείας και ιστορικής γνώσης»
    Δεν περίμενα να υπάρχει ένσταση για μια σύνδεση που θεωρείται εγκυκλοπαιδική. Ενδεικτικά στο βιβλίο «ο Αντι-διαφωτισμός» του ιστορικού Zeen Sternhell, μεγάλο μέρος του κειμένου και ειδικότερα το τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «η εξέγερση ενάντια στον ορθό λόγο και τα φυσικά δικαιώματα» είναι αφιερωμένο στον Χέρντερ. Για τον Γερμανό φιλόσοφο «η αμφιβολία, ο σκεπτικισμός, η φιλοσοφία, οι αφηρημένες έννοιες, η φωτισμένη σκέψη σκοτώνουν τις ζωτικές δυνάμεις των ανθρώπων. Είναι ένας από τους πρωτοπόρους εισηγητές της ιδέας η οποία επρόκειτο να έχει λαμπρό μέλλον στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι δηλαδή η πρωτόγονη κατάσταση και όχι ο ορθός λόγος είναι η μεγάλη ανθρώπινη αρετή. Οι Γάλλοι του Διαφωτισμού (και, προσθέτω εγώ, οι μιμητές τους που γράφουν το αμερικάνικο Σύνταγμα) παρουσιάζουν όλα τα συμπτώματα της παρακμής… οι ιδέες τους σκοτώνουν όχι μόνο την ηθική αλλά και την κοινωνική ζωή» .
    Γενικά μιλώντας, συμφέρει να είστε μετριοπαθείς στους χαρακτηρισμούς.
    «…για τον τίτλο του κειμένου που ανήκει στη χειρότερη δημοσιογραφική σχολή, μιας και πρόκειται για πυροτέχνημα που δεν το στηρίζει πουθενά το κείμενο που ακολουθεί…»
    Ο τίτλος αναφέρεται στην διάσταση μεταξύ ενός κόσμου υψηλής «καθαρής» Τέχνης, ενός κόσμου λεπτεπίλεπτων αφαιρετικών μορφών υπό την σκέπη του «τέλους της ιστορίας» και του «βρώμικου», «χαμηλού» κόσμου συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων και των συνεπειών τους.
    Σε τελική ανάλυση, το κίνητρο που με έκανε να γράψω ένα κείμενο σχετικά επιθετικό ενάντια σε έναν σκηνοθέτη που το έργο του στο παρελθόν με έχει συγκινήσει βαθύτατα είναι αυτό που γράφει και ο Αριστείδης Χατζής στο άρθρο του με τίτλο «Το ολιγοπώλιο της βίας», στο τεύχος Ιουνίου του the books’ journal:
    «…ας μην επιτρέψουμε στη σύμπραξη της βίας να στεριώσει για πάντα το ολιγοπώλιό της. Ας μην επιτρέψουμε στους ιδεολογικούς συμπαραστάτες της να μας πείσουν ότι το ολιγοπώλιο αυτό είναι για το καλό μας. Ας μην εγκαταλείψουμε τον αγώνα για ένα κράτος δικαίου που ταιριάζει σε μια ελεύθερη και ανοικτή κοινωνία».

  4. Κατ’ αρχάς μια απάντηση σε όσους άλλους σχολίασαν, πλην του κ. Στόγια: Το πρόβλημά μου δεν είναι ούτε η καθαρολογία, ούτε το αν επιτρέπεται να χρησιμοποιούμε λέξεις της γλώσσας του δρόμου ή του πεζοδρομίου, δεν έχει να κάνει λοιπόν με τη χρήση καθαρεύουσας ή δημοτικής (ας αφήσουμε τα κόκαλα του Δελμούζου και του Γληνού να αναπαύονται εν ειρήνη λοιπόν, είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα τους προκαλούσε τριξίματα). Θεωρώ επομένως ότι ή δεν καταλάβατε τι εννοούσα (οπότε θα πρέπει να το ξαναεξηγήσω) ή ότι σκόπιμα θέτετε έτσι τα πράγματα προκειμένου να με κατηγορήσετε για «ελιτισμό», δασκαλίστικο ύφος κτλ. Λοιπόν το πρόβλημά μου δεν είναι η μη λόγια γλώσσα του κ. Στόγια, αλλά ότι με μια πρόταση η οποία παίζει με τη γλώσσα του πεζοδρομίου ξεπετάει ένα συγγραφέα με μια κριτική που στην ουσία της δεν κρίνει τίποτα. Είδατε τι ωραία που μπορεί να γράψει και αλλιώς όταν θέλει; Και να πει αυτό που θέλει να πει αφήνοντας τις αγοραίες διατυπώσεις. Το επίπεδο γλώσσας στο οποίο αναφερόμουν δεν είχε να κάνει επ’ ουδενί με το αν χρησιμοποιεί καθαρή γλώσσα ή όχι, ποσώς με ενδιαφέρει, αλλά με το αν σε μια τέτοια πρόταση ασκείται πολιτιστική κριτική ή όχι. Και εγώ θεώρησα πως όχι. Ακόμα κι αν αλλάζαμε την πρόταση αφαιρώντας τις λέξεις που επισήμανα και λέγαμε ότι: «Ο Μύλλερ παρολο που δεν ήταν το αγαπημένο παιδί της Ανατολικής Γερμανίας στην περίοδο της ακμής της (ή της παντοδυναμίας της ή και σκέτο, διότι δεν νομίζω ότι χρειάζεται τέτοιου τύπου διευκρίνιση), κατάφερε να επιβιώσει για σαράντα χρόνια σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς», και πάλι δεν θα διέθετε ούτε μια σταγόνα πολιτιστικής κριτικής, και πάλι θα έθετα το ίδιο ερώτημα που έθεσα και πριν. Ωστόσο επειδή η γλώσσα που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε δεν είναι ποτέ αθώα, λέω ότι κάποιος που επενδύει αυτό το νόημα σε λέξεις όπως «ντουζένια» και «τα κουτσόφερνε», επιθυμεί να προκαλέσει μια θυμική αντίδραση στον αναγνώστη του εντέλει λαϊκίζοντας. Με μια διατύπωση λοιπόν αγοραία (και επαναλαμβάνω ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη χρήση αγοραίας γλώσσας) απαξιώνει τον Μύλλερ χωρίς να μας πει τίποτα πραγματικά γι’ αυτόν. Και γι’ αυτόν που τον διαβάζει, από τη στιγμή που δεν υπάρχει πραγματική θέση, μένουν δύο αντιδράσεις: ή να εκνευριστεί όπως εγώ με τη γλώσσα που συγκαλύπτει την απουσία ή τουλάχιστον τη μη δήλωση θέσης, ή να συμπλεύσει θυμικά με αυτήν (να πει κάτι σαν «βρε τον μπαγάσα, κατάφερε να επιπλεύσει σαν φελλός και να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις» και να πάει παρακάτω. Αυτό όσον αφορά τον ελιτισμό μου και το δασκαλίστικο ύφος μου.

  5. Τώρα θα απαντήσω και στον κ. Στόγια:
    Αγαπητέ κ.Στόγια, όσον αφορά τη θέση σας για τον Χάινερ Μύλλερ, την οποία διατυπώνεται κάπως αναλυτικότερα στην απάντησή σας (και χαίρομαι που το σχόλιό μου σας οδήγησε σ’ αυτό), θα μπορούσα να σας πω πως πάλι μου αφήνετε αρκετά κενά. Πολλοί καλλιτέχνες επιβίωσαν στα πρώην κομμουνιστικά κράτη, χωρίς να καταλήξουν σε γκουλάγκ ή να πάρουν ένα αεροπλάνο για τη Δύση. Και το γεγονός ότι επιβίωσαν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα μπορεί να οφειλόταν σε μια σειρά από παράγοντες όπως την αξία τους, που δεν επέτρεψε στα καθεστώτα να τους «εκκαθαρίσουν» όπως έκαναν με άλλους ή στον τρόπο με τον οποίο άσκησαν την κριτική τους (υπόγεια, υπαινικτικά, «θολά» όπως λέτε εσείς πιο επικριτικά, κρυμμένοι πίσω από την πολυσημία) ή ακόμα και κάνοντας παραχωρήσεις σ’ αυτά τα καθεστώτα (τι να κάνουμε, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ήρωες, καλώς ή κακώς). Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης π.χ. έστελνε τον Στανισλάβσκι σε θριαμβευτικές περιοδείες στις ΗΠΑ και o ίδιος δεν αντέδρασε ιδιαίτερα σ’ αυτό το καθεστώς. Ωστόσο το γεγονός ότι δεν είχε την τύχη του αγαπημένου μαθητή του του Μέγιερχολντ, που εκτελέστηκε από το ίδιο καθεστώς, δεν αποτελεί κρίση για την καλλιτεχνική του προσφορά. Όσο για τον Χάινερ Μύλλερ, προσωπικά μου έχουν αρέσει και με έχουν συγκινήσει κάποια έργα του, με έχουν αφήσει αδιάφορη άλλα, και θεωρώ ότι είναι ένας συγγραφέας αρκετά daté, όπως θα λέγαμε στα γαλλικά. Το χαρακτηριστικό ωστόσο της «απαισιοδοξίας» ή της «στατικότητας», μπορεί να είναι σημαντικό κριτήριο για το προσωπικό σας γούστο, ωστόσο δεν μπορεί να οδηγεί σε αφορισμό ενός καλλιτεχνικού έργου.
    Δεύτερον, όταν μιλάμε για απειλή κατά του ευρωπαϊκού πολιτισμού από την αμερικανική λαίλαπα, προφανώς δεν μιλάμε για τον αμερικανικό πολιτισμό, έναν πολιτισμό που σε μεγάλο βαθμό ωστόσο καταξιώνεται και αναγνωρίζεται κυρίως από τους ευρωπαϊκούς πολιτιστικούς θεσμούς και όχι από τους εγχώριους. Το πρώτο παράδειγμα που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό γι’ αυτό, και είναι εύκολο, είναι ο Γούντι Άλλεν. Ωστόσο η σχηματική αυτή διατύπωση δεν αναφέρεται ακριβώς σε σύγκρουση ή σε μανιχαϊστική διάκριση ευρωπαϊκού και αμερικανικού πολιτισμού, αλλά σε κάτι το οποίο νομίζω πως ήδη κατέστησα σαφές στο σχόλιό μου, γι’ αυτό και δεν θα επεκταθώ.
    Τρίτον, όσον αφορά τον Χέρντερ, δεν είμαι σίγουρη ότι μια παραπομπή αρκεί για να τεκμηριώσει μια άποψη. Επειδή τυχαίνει να μεταφράζω αυτή τη στιγμή ένα βιβλίο που αναφέρεται επί μακρόν στον Χέρντερ και τις χερντεριανές θεωρίες, αντιπαραθέτω στην άποψη του Zeen Sternhell, την άποψη της Pascale Casanova, και όχι μόνο, ότι οι χερντεριανές θεωρίες επέτρεψαν αρχικά την ανάδυση του γερμανικού λογοτεχνικού πεδίου (μέσα από τη διεκδίκηση της απαραίτητης για ένα πεδίο παλαιότητας, που στην περίπτωση της Γερμανίας βασίστηκε στην αξιοδότηση του λαϊκού πολιτισμού με συλλογές θρύλων, παραμυθιών που τις επεξεργάστηκαν οι συγγραφείς και τις λογοτεχνικοποίησαν) και η επιρροή του υπήρξε σημαντική όχι μόνο για τον γερμανικό χώρο αλλά για πολλές ευρωπαϊκές χώρες που εκείνη την περίοδο ή αργότερα θέλησαν να εισέλθουν στο λογοτεχνικό ή γενικότερα στο πολιτιστικό πεδίο. Από τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ μέχρι τις συλλογές των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (αναφορές στον Χέρντερ θα βρείτε και στο βιβλίο του δικού μας Πολίτη για το δημοτικό τραγούδι), ένα ολόκληρο πολιτιστικό κίνημα σε όλη την Ευρώπη, και ακόμα αργότερα και σε άλλες ηπείρους, χρησιμοποίησε τις χερντεριανές θεωρίες προκειμένου να αποκτήσει λογοτεχνική ύπαρξη. Και παρόλο που αυτές οι θεσεις διατυπώθηκαν σε μια ρητή και σημείο προς σημείο αντίθεση με το γαλλικό μοντέλο που τότε ήταν κυρίαρχο, δεν είμαι βέβαιη πως εκ του αποτελέσματος τουλάχιστον θα κατέτασσα τον Χέρντερ στους αντιδιαφωτιστές. Αλλά νομίζω ότι κουράζουμε τους αναγνώστες μας.
    Τέλος, όσον αφορά το κείμενό σας, στην πραγματικότητα το ζήτημα που τίθεται όσον αφορά τον Μιχαήλ Μαρμαρινό εν προκειμένω, είναι αν έχει δικαίωμα να διατυπώνει την άποψή του. Αυτό που προσπάθησαν πολλοί τις τελευταίες μέρες είναι να του αφαιρέσουν αυτό το δικαίωμα με επιχείρημα ότι υπήρξε ευνοημένος ενός πολιτικού συστήματος. Στην πραγματικότητα, ο Μαρμαρινός έχει πάρει στοιχειώδεις επιχορηγήσεις που ίσα ίσα του επέτρεψαν να κάνει τις παραστάσεις του, κάτι που ισχύει για τους περισσότερους θεατρικούς σκηνοθέτες στην Ελλάδα σήμερα. Κατά τη γνώμη μου η ποιότητα του έργου του και η διαδρομή του του δίνουν το δικαίωμα και να χρηματοδοτείται από το σύστημα και να ασκεί κριτική σ’ αυτό, αλλιώς θα υποστηρίζαμε ότι η κρατική υποστήριξη στην τέχνη αποτελεί τρόπο εξαγοράς τον καλλιτεχνών, πράγμα με το οποίο υποθέτω δεν θα συμφωνούσατε. Η άποψή σας ή η δική μου, ωστόσο, για την ποιότητα των δουλειών του, θετική ή αρνητική, φοβάμαι ότι δεν χωράει σ’ αυτή τη συζήτηση που τοποθετείται σε άλλο επίπεδο, αυτό της ελευθερίας έκφρασης. Μου θυμίζει λίγο αυτό που συνέβη πριν από μερικά χρόνια, όταν ένα έργο του Τιερρύ ντε Κορντιέ κατεβάστηκε από την έκθεση Outlook ως βλάσβημο, και οι έλληνες καλλιτέχνες που κλήθηκαν να πουν τη γνώμη τους, καταδίκασαν φυσικά την φίμωση της καλλιτεχνικής ελευθερίας, σπεύδοντας ωστόσο να προσθέσουν ότι το έργο δεν ήταν και πολύ σπουδαίο. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι εντελώς άσχετο με το θέμα που συζητάμε, την ελευθερία έκφρασης δηλαδή. Και θεωρώ ότι ο τίτλος του κειμένου σας με εισαγωγικά μάλιστα στα δύο επίθετα, δεν υποστηρίζεται καθόλου από το περιεχόμενό του. Όσο για την ιδέα ότι ο Μαρμαρινός λέει ό,τι λέει είτε για να μαζέψει κοινό στο θέατρό του, όπως έγραψαν πολλοί (τι να το κάνει το κοινό ο ελιτιστής, κρατικοδίαιτος σκηνοθέτης άραγε;) είτε για να επιπλεύσει στην περίπτωση που «γίνει το μπραφ και όλα πάνε κατά διαόλου» (τι ακριβώς εννοείται, ότι αν γίνει επανάσταση και καταλάβει την εξουσία ο λαός, δείχνοντας τη συνέντευξη στο Βήμα, θα γίνει και πάλι αγαπημένος καλλιτέχνης του συστήματος;) μου φαίνεται και στις δύο εκδοχές της εντελώς εκτός πραγματικότητας. Θεωρείται πραγματικά ότι ο Μαρμαρινός στη συνέντευξή του προπαγανδίζει το μονοπώλιο της βίας; Όσο για την διατύπωση του κ. Χατζή με την οποία κλείνετε την απάντησή σας, θα μπορούσα και να συμφωνήσω και να την προσυπογράψω, αν διευκρινίζαμε πρώτα τους όρους που χρησιμοποιούμε, δηλαδή τι ορίζουμε ως βία, τι ως κράτος δικαίου, και επίσης τι είδους αγώνα πρέπει να κάνουμε για να το επιτύχουμε αυτό το κράτος. Ομολογώ ωστόσο ότι η πρόταση «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», μου φαίνεται αρκετά αφελής και επίσης πολιτικά ύποπτη. Πολλές φορές στην ανθρώπινη ιστορία χρειάστηκε βία για να κατακτηθεί αυτό το κράτος δικαίου που αναφέρει ο κ. Χατζής, και προφανώς αυτή τη βία δεν θα την καταδίκαζα σε καμία περίπτωση.
    Ελπίζω ότι απάντησα στην απάντησή σας και τουλάχιστον ότι απέδειξα σε άλλους σχολιαστές ότι ξέρω και κυρίως επιθυμώ να συνδιαλέγομαι.

  6. Κ. Γιαννοπούλου, είδατε που κι εσείς μπορείτε να είστε πιο ευγενική αν θέλετε; Όσο για τη γλώσσα μου, μετά τις παρατηρήσεις σας, βελτιώθηκα (κάτι εκεί με τα καντήλια του Μπρεχτ μου διέφυγε αλλά ευτυχώς, συγκαταβατικά φαντάζομαι, το παραβλέψατε).
    Για τον Μύλλερ νομίζω ότι περνάτε πολύ στο ντούκου (ωχ να ‘το, πάλι έρχεται!) την σύμπλευσή του με το ανατολικογερμανικό καθεστώς. Δηλαδή ένα σωρό καλλιτέχνες που κακοπάθανε, και ειδικότερα συγγραφείς, στη Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, τη Ρωσία και αλλού, ήταν όλοι ήρωες; Για παράδειγμα, ο Ίβαν Κλίμα, στη συνέντευξη που έδωσε στον Φίλιπ Ροθ, δε φαινόταν καθόλου να απολάμβανε την εικοσαετή κακοπάθειά του. Απλά του έμοιαζε αδιανόητο να υποστεί τη γελοιότητα του «επίσημου καλλιτέχνη» και των άπειρων μικρών και μεγάλων συμβιβασμών που μια τέτοια θέση προϋποθέτει. Ο Στανισλάβσκι, τον οποίο αναφέρετε, ήταν περισσότερο τεχνίτης του θεάτρου παρά διανοούμενος. Αντίθετα, ο Μέγιερχολντ ήταν αιρετικός το σαν σκηνοθέτης όσο και σαν προσωπικότητα. Οι σοβιετικές αρχές τον εξαφάνισαν σχεδόν προληπτικά – ενώ ακόμη ήταν διατεθειμένος να υποστεί τα πάντα αρκεί να τον αφήνανε να κάνει τη δουλειά του- γιατί θα μπορούσε κάποια στιγμή να καταστεί ανεξέλεγκτος.
    Αυτό που επιχειρώ εδώ δεν είναι να «δικάσω» την ηθική διάσταση της προσωπικότητας του Μύλλερ, δεν έχω κανένα τέτοιο δικαίωμα. Υποστηρίζω όμως ότι η πολιτική του στάση μάς λέει πιθανόν κάτι για το έργο του, ιδίως από τη στιγμή που η κυρίαρχη ερμηνευτική γραμμή αντιμετωπίζει τον Μύλλερ, ως κατεξοχήν έναν πολιτικό συγγραφέα.
    Δηλαδή, για να καταλάβω, αν επί επταετίας στην Ελλάδα, ένας πολιτικός συγγραφέας διατηρούσε σχέσεις αμοιβαίας ανοχής με το σύστημα, θα τον δικαιολογούσατε εκ των υστέρων τόσο επιεικώς και θα ψάχνατε στο έργο του για την κριτική που άσκησε υπαινικτικά και υπόγεια; Ή μήπως, άλλο ο Παπαδόπουλος, άλλο ο Χόνεκερ;
    Για τον Χέρντερ, νομίζω ότι έχετε παρεξηγήσει τον όρο «αντιδιαφωτιστής». Εσείς σπεύσατε να υποστηρίξετε τον Χέρντερ λες και τον κατηγόρησα για εγκληματία. Μας περιγράψατε τα καλά που έκανε, τη συμβολή του στη λαογραφία. Μόνο που ο όρος «αντιδιαφωτιστής» είναι περιγραφικός μιας ιδεολογίας και όχι αξιολογικός. Τα ωραία που μας λέτε για τα παραμύθια και τα τραγούδια, δεν έχουν καμία σχέση με το θέμα.
    Δε μου έφτανε που στο πρώτο σας σχόλιο μου προσάψατε ελλειπή παιδεία και ιστορική γνώση, στο δεύτερο υποστηρίζετε πως επιχειρώ να τεκμηριώσω μια άποψη με μια παραπομπή. Ο ίδιος ο Ιζάια Μπερλίν , ο φιλόσοφος που χρεώνεται την πρώτη χρήση του όρου Αντι-Διαφωτισμός και του οποίου ήταν υπέρμαχος, αναφέρεται στον Χέρντερ ως έναν από τους τρεις στοχαστές (μαζί με τον Βίκο και τον Χάμαν) που θεμελίωσαν αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα. Αν υπάρχει κάποιος ειδικότερος στο θέμα ας μας διαφωτίσει τέλος πάντων! Πάντως, ό,τι γνώσεις και πηγές έχω μου υποδεικνύουν πως ο Χέρντερ συγκαταλέγεται στους αντι-διαφωτιστές κι ας μην αρέσει στην κ. Γιαννοπούλου που τον «τσουβάλιασα» μαζί τους. (Τι έκφραση ήταν αυτή, θα σας μαλώσω, σε ποιο επίπεδο λόγου εγγράφεται;)
    Όσον αφορά την Αμερική, νομίζω ότι η παρατήρηση σας ευσταθεί μερικώς, όχι όμως για τον Γούντυ Άλλεν που από την αρχή της καριέρας του αναγνωρίστηκε το ταλέντο του στην πατρίδα του (μήπως μπερδεύετε την αγάπη του για την Ευρώπη με την επιτυχία του;). Η μη αναγνώριση από τους αμερικάνικους πολιτιστικούς θεσμούς ισχύει ίσως για μερικά ροκ συγκροτήματα, δεν πιστεύω όμως να είχατε τους Ramones στο νου σας. Από εκεί και πέρα, το αμερικάνικο σινεμά, το θέατρο, η μουσική, η λογοτεχνία, ήταν πάντα σε διάλογο με την Ευρώπη και την ιδέα της, αλλά πάντα είχαν και τους εγχώριους θεσμούς και το κοινό που τα στήριζαν.

    Το φαινόμενο της υποταγής στις αγορές είναι αμιγώς αμερικάνικο; Η Ευρώπη λειτουργούσε από πάντα αλλά και σήμερα μόνο με «ανώτερες» αξίες; Μέρος αυτής της περιγραφής της πραγματικότητας έχει βάση και αποτελεί εργαλείο ανάλυσης. Ένα άλλο όμως μέρος αποτελεί κοινοτυπίες που ανήκουν στη ρητορική της γερμανικής Kulturkritik.
    Πολύ σωστά λέτε ότι το θέμα δεν είναι αν μας αρέσει το θέατρο του Μαρμαρινού ή όχι. Φυσικά ο Μαρμαρινός έχει την ελευθερία να πει ό,τι του κατέβει στην κούτρα. Ούτε βέβαια οφείλει να λέει πράγματα αρεστά στην πολιτική εξουσία επειδή επιχορηγείται μια ζωή. (Εκεί που λέτε ότι «έχει πάρει στοιχειώδεις επιχορηγήσεις που ίσα ίσα του επέτρεψαν να κάνει τις παραστάσεις του», υπονοείτε ότι θα έπρεπε να είχε πάρει περισσότερα; Ίσως θα μπορούσε να κάνει παραστάσεις σαν του Πισκάτορ και του Ρολλάν, να κινεί πλήθη πάνω σε πλαγιές). Χωρίς πλάκα τώρα, ο Μαρμαρινός είναι από τους πιο εξωστρεφείς σκηνοθέτες που έχουμε, με συμπαραγωγές και μετακλήσεις στο εξωτερικό. Το θέμα, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι οι επιχορηγήσεις. Μακάρι όσοι τις έπαιρναν να είχαν τη μισή του εργατικότητα. Το κύρια ζητήματα που άγγιζε το αρχικό μου άρθρο ήταν , από τη μια μεριά, η ιδεολογική συμπαράσταση στη βία και την καταστροφή και ,από την άλλη, το πώς μια τέτοια πολιτική στάση σε αυτή τη συγκυρία μπορεί να συσχετιστεί με την όλη αισθητική του θεάτρου του.
    Λέτε ότι, η πρόταση «καταδικάζω τη βία από όπου και αν προέρχεται» σας φαίνεται αφελής και πολιτικά ύποπτη. Φαντάζομαι ότι τα θύματα της βίας (όσα από αυτά ζουν) και οι δικοί τους άνθρωποι, θα έχουν διαφορετική άποψη. Εσείς φαίνεται ότι ξέρετε ποια είναι τα «σωστά» θύματα, αυτά που πρέπει να θυσιαστούν – ηθελημένα ή ως παράπλευρες απώλειες- για να (επανα)κατακτηθεί το κράτος δικαίου. Χαίρομαι που δεν είμαι τόσο σίγουρος.

  7. Κύριε Στόγια, πράγματι μπορώ να είμαι πιο ευγενής όπως και πιο αγενής, αναλόγως με τους όρους της συζήτησης. Έχω την αίσθηση όμως πως κι αυτή τη φορά μου απαντήσατε διαστρέφοντας λιγάκι κάθε μου επιχείρημα. Δεν περνάω τίποτα στο ντούκου όσον αφορά τον Μύλλερ, έτσι κι αλλιώς η αντίδρασή μου ήταν στη δική σας εύκολη (νομίζω εγώ) απαξίωση, τόσο στο αρχικό σας κείμενο όσο και στην απάντησή σας μετά. Για τον Μύλλερ οι δικές μου πληροφορίες λένε ότι υπέστη λογοκρισία, απαγόρευση παράστασης έργων του, ότι πολλά από τα έργα του πρωτοπαίχτηκαν στη Δυτική Γερμανία, διαγράφηκε από την Εταιρεία Συγγραφέων στην Ανατολική Γερμανία και η επιτυχία του εκτός Ανατολικής Γερμανίας του πρόσφερε κάπως καλύτερη μεταχείριση και εντός. Και φυσικά δεν αδιαφορώ για τους ανθρώπους που κακοπάθανε, μη βάζετε στο στόμα μου κάτι που δεν είπα. Η συζήτηση αυτή θα μπορούσε να είναι τεράστια και πάλι άκρη να μη βγάλουμε.
    Για τον Χέρντερ, νομίζω ότι η συγκεκριμένη πρόταση στο αρχικό κείμενο προφανώς είναι απαξιωτική και όχι περιγραφική. Αν βάλουμε τα στοιχεία της στη σειρά, θα φανεί ολοκάθαρα, ο Μύλλερ, ένας καλλιτέχνης που τα κουτσοβολεύει μέσα σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (ξεπουλημένος και ίσως ίσως και συνένοχος κατά μία έννοια) προφητεύει το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπό την απειλή της αμερικανικής λαίλαπας όπως όλοι οι ανορθολογιστές αντιδιαφωτιστές από τον Χέρντερ μέχρι τον Μπωντριγιά. Φυσικά και εμπεριέχεται κρίση εδώ και όχι μόνο περιγραφή. Γι’ αυτό και αντέδρασα στην πρότασή σας. Ο Χέρντερ άσκησε πράγματι κριτική στο Διαφωτισμό, αλλά σε συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα. Σήμερα όταν χαρακτηρίζουμε κάποιον αντιδιαφωτιστή, εννοούμε συνήθως κάποιον άνθρωπο σκοταδιστή, ανορθολογικό και τα λοιπά. Ομολογώ πως μου φαίνεται λίγο περίεργο να είναι σκοταδιστής και υπέρμαχος του πρωτογονισμού ένας στοχαστής που έθεσε τις βάσεις της φιλοσοφίας της γλώσσας και της γλωσσολογίας, της συγκριτικής φιλολογίας και επηρέασε το σημαντικότερο ίσως λογοτεχνικό κίνημα της Γερμανίας το «Sturm und Drang». Ένας φίλος του Γκαίτε, ο οποίος και επηρεάστηκε βαθιά από τις ιδέες του. Άρα, το μόνο που λέω είναι πως όταν μέσα σε μια πρόταση τον παρουσιάζουμε ως έναν ανορθολογιστή, μάλλον τον αδικούμε. Και μην φτιάχνετε προτασούλες όπου απέναντι στον Ιζάια Μπερλίν, βάζετε την κα Γιαννοπούλου, είναι άκομψο και διαστρέφει και πάλι την πραγματικότητα. Παρεμπιπτόντως, τόσο στην wikipedia όσο και στη Stanford Encyclopedia of Philosophy, τον συνδέουν με τον γερμανικό διαφωτισμό.
    Για τα περί αναγνώρισης των αμερικανών συγγραφέων από την Ευρώπη, παρόλο που δεν ήταν αυτό το θέμα μας, πάλι έχετε άδικο. Δεν είχα στο νου μου ροκ συγκροτήματα, αλλά, αφήνοντας τον Γούντι Άλλεν (που έχω διαβάσει συνεντεύξεις του όπου λέει ότι οι ταινίες του σπάνια γίνονται επιτυχία στις ΗΠΑ σε αντίθεση με την Ευρώπη), ακόμα και συγγραφείς όπως ο Φώκνερ, αναγνωρίστηκαν πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στην πατρίδα τους. Δεν αρνήθηκα ούτε το διάλογο μεταξύ ευρωπαϊκού και αμερικανικού πολιτισμού, αλλά νομίζω ότι το ποσοστό εκείνων που γνωρίζουν συγγραφείς όπως ο Ροθ, ο Πύντσον, ο Ντελίλλο ή ο Ναμπόκοφ είναι ίσως μεγαλύτερο στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην ίδια τους τη χώρα. Αυτό που είπα όμως είναι ότι η σχηματική διατύπωση περί αμερικανικής λαίλαπας δεν αναφέρεται στον αμερικανικό πολιτισμό ούτε τον απαξιώνει, απλώς μιλάει για άλλο πράγμα. Η ρητορική δε της εποχής του Μύλλερ ή του Μπωντριγιάρ αλλά και πολλών άλλων πολύ συχνά υπέπιπτε στο αμάρτημα αυτής της σχηματικής διατύπωσης. Ήταν κι άλλοι καιροί, βλέπετε. Η Αμερική εκείνες τις εποχές ήταν υπεύθυνη για πολλά πολιτικά τέρατα και τερατωδίες σε όλο τον κόσμο.
    Τώρα για το θέμα «Μαρμαρινός» που είναι και το θέμα του κειμένου σας, το οποίο πράγματι προσπαθεί να κάνει αυτό που λέτε, να ανιχνεύσει το πολιτικό στίγμα του σκηνοθέτη Μαρμαρινού σε σχέση με τις δηλώσεις του περί καταστροφής σε πρόσφατη συνέντευξη. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να βάλετε και ως τίτλο. Το κάνατε λοιπόν καταφεύγοντας σε περισσές ευκολίες, απαξιωτικές εκφράσεις και συχνά σε ένα λεξιλόγιο λαϊκίστικο, που ρίχνει τον Μαρμαρινό στο λάκκο με τα λιοντάρια. Μπορείτε να δείτε στο facebook τα σχόλια που προκάλεσε το κείμενό σας, όπως και το κείμενο του Σταύρου Θεοδωράκη. Τον τρόπο που εκφράστηκαν πολλοί άνθρωποι για αυτόν, τόσο ως καλλιτέχνη όσο και ως άνθρωπο. Κατά τη γνώμη μου ούτε ο Μαρμαρινός προσφέρει ιδεολογική συμπαράσταση στη βία και την καταστροφή (νομίζω πως παρανοήθηκε σημαντικά το περιεχόμενο των συγκεκριμένων φράσεων) ούτε το πολιτικό του στίγμα είναι ακριβώς αυτό που υποστηρίζετε. (Και να σας πω κάτι, είμαι βέβαιη πως δεν θα αντιδρούσατε σ’ αυτή τη δήλωση αν στους δρόμους δεν βρισκόταν σήμερα ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Θα την αντιμετωπίζατε σαν μια φιλοσοφική, ολίγον σκοτεινή δήλωση και θα γυρίζατε σελίδα.) Ούτε ζητάει από το θεατή του να σταματήσει να σκέφτεται, τουλάχιστον εγώ διατηρώ την ικανότητα σκέψης όταν παρακολουθώ τις παραστάσεις του και ξέρω πολλούς άλλους που κάνουν το ίδιο. Παραστάσεις του με πολιτικό στίγμα ήταν και ο «Εθνικός ύμνος» και ο «Αγαμέμνονας» και το «Πεθαίνω σαν χώρα» και το «2004» για να αναφέρω κάποιες από τις πιο πρόσφατες. Την «Ακρόπολη» δεν την είδα και δεν έχω άποψη. Μου φαίνεται αδιανόητο να υποστηρίζει κανείς ότι μ’ αυτή τη συνέντευξη ο Μ. προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια οποιαδήποτε κι αν είναι η έκβαση της κρίσης την οποία βιώνει η ελληνική κοινωνία σήμερα ή ότι ψαρεύει θεατές. Μου φαίνεται επίσης αδιανόητο να κρίνει κανείς την εκφορά οποιασδήποτε γνώμης ρίχνοντας στην πυρά τον εκφραστή της επειδή επιχορηγήθηκε ή ευνοήθηκε από το πολιτικό σύστημα. Αυτό συνέβη πρόσφατα και με τον Μαρμαρινό και με τον Τσουκαλά, και μου φαίνεται ανεπίτρεπτο. Α, ναι, και δεν θα με χάλαγε να είχε πάρει περισσότερα χρήματα, ίσως κάποια απ’ αυτά που πήγαιναν ή και πηγαίνουν σε μίζες, τη Γιουροβίζιον, ανύπαρκτους πολιτιστικούς συλλόγους της Κάτω Κωλοπετινίτσας ή καλλιτέχνες χωρίς έργο που το μόνο τους προσόν είναι οι σχέσεις τους, πολύ πιο αφανείς, με πολιτικά πρόσωπα. Ο Μαρμαρινός το μόνο πράγμα που θέλει είναι να μπορεί να κάνει τη δουλειά του και για να το κάνει αυτό χρειάζεται χρήματα.
    Τώρα για την τελευταία σας παράγραφο, θα ξαναγίνω αγενής και θα πω πως κι εσείς γίνεστε χυδαίος. Αντεπιχειρηματολογείτε σ’ αυτό που είπα σαν να έχω υποστηρίξει εγώ νωρίτερα τη δράση της 17ης Νοέμβρη, πράγμα που φυσικά δεν έκανα. Αφήστε λοιπόν τα θύματα και τις οικογένειές τους ήσυχα, δεν μίλησα γι’ αυτά, δεν υποστήριξα αυτή τη βία, οπότε μη μου φορτώνετε ηθικά τουλάχιστον το δικό τους τραύμα το οποίο προφανώς και σέβομαι. Δεν μίλησα ούτε για καλά θύματα, ούτε για κάποιους που πρέπει να θυσιαστούν. Το μόνο που είπα είναι ότι οι άνθρωποι σε διάφορες εποχές και τόπους χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν βία για να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματά τους ενάντια στη βία, την καταστολή και την τυραννία ανελεύθερων καθεστώτων και για να μπορέσουν να ζήσουν στη συνέχεια σε κράτη δικαίου. Ότι σε κοινωνίες που ασκούν βία με πολλούς τρόπους, πολλές φορές λιγοτερο φανερή, συμβολική, οικονομική ή τη βία που συνιστά το φαινόμενο του αποκλεισμού, μου φαίνεται δικαιολογημένο κάποια στιγμή κάποιοι άνθρωποι να αντιδρούν βίαια στη βία αυτή. Αυτό εγώ δεν μπορώ παρά να το σεβαστώ και να το θεωρήσω νόμιμο. Ούτε για βεβαιότητες ηλιθίου πρόκειται λοιπόν ούτε για ιδεολογική στήριξη στην τρομοκρατία. Αν εσείς νομίζετε πως όλες οι κατακτήσεις των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ιστορίας τούς χαρίστηκαν απλόχερα, μάλλον κάτι δεν έχετε καταλάβει σωστά.

  8. Α, και σας ευχαριστώ γιατί η κουβέντα μας με έσπρωξε να ψάξω ορισμένα πράγματα κι έτσι να μάθω κάτι περισσότερο. Μεταξύ άλλων διέτρεξα και μια ενδιαφέρουσα διατριβή η οποία υποστηρίζει ότι ο Μπερλίν σε μεγάλο βαθμό παρανόησε τον Χέρντερ και τον ερμήνευσε με βάση τις δικές του απόψεις, εστιάζοντας επιλεκτικά στις θέσεις του. Όσο κι αν έψαξα ο Χέρντερ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, με πολύ σημαντική επιρροή σε κάποια από τα μεγαλύτερα μυαλά του ευρωπαϊκού πολιιτισμού. Οπότε δεν πρόκειται μόνο για παραμύθια και τραγουδάκια και λαογραφία. Διαβάστε κι εσείς λίγο παραπάνω λοιπόν.

  9. Δεν ξέρω γιατί βγήκα ως «Ανώνυμος» στα προηγούμενα σχόλια. Προφανώς καταλάβατε ποια είμαι.

  10. Κ. Γιαννοπούλου, στα θέματα τα οποία διαφωνούμε, ο καθένας έχει παρουσιάσει την άποψή του και έτσι ο αναγνώστης μπορεί να ελέγξει την επιχειρηματολογία μας, να ανατρέξει και αλλού και να διαμορφώσει τη δική του γνώμη. Από πλευράς μου, δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο αυτό το βιολί με τα εκτεταμένα σχόλια γιατί έχω βγει εντελώς εκτός των προγραμμάτων μου.
    Έτσι, εντελώς περιληπτικά, θα σχολιάσω μερικά σημεία από την τελευταία σας απάντηση, με στόχο μια συναινετική μερική απεμπλοκή.
    Πραγματικά ο Μύλλερ, όπως τα λέτε είχε τις περιπέτειές του με το καθεστώς, κάποια σκαμπανεβάσματα. Δεν αναφέρετε όμως ότι ήταν μέλος της Ακαδημίας των Τεχνών, ότι έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με το βραβείο Εθνικό βραβείο της ΛΔΓ το 1986. Επίσης μια μικρή λεπτομέρεια που ειλικρινά δεν γνώριζα αλλά ανακάλυψα προ ολίγου ήταν ότι « Το 1992 ο Μύλλερ κατηγορήθηκε από μέρος του γερμανικού Τύπου ως πληροφοριοδότης της Στάζι, της μυστικής αστυνομίας της ανατολικής Γερμανίας. Ολες οι έρευνες, που έγιναν από τις αρχές επί του θέματος αυτοχαρακτηρίστηκαν θετικές. Ο ίδιος είπε ότι απλώς επιχείρησε να αποκτήσει επιρροή στη μυστική αστυνομία, με ενέργειες που δεν έβλαψαν κανέναν». http://www.hyper.gr/makthes/960102/60102d00.html
    Υπάρχει πολύ υλικό στο διαδίκτυο για το οποίο δεν ήμουν ενήμερος. Ενδεικτικά:
    http://books.google.com/books?id=po5mBG0iPs4C&pg=PA121&lpg=PA121&dq=heiner+muller+Stasi&source=bl&ots=kosU8Jivrn&sig=Ls9afcfl5u9y06r_rh4wlj88RUY&hl=el&ei=8KUaTumAMcLBhAff5qHMBQ&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=5&ved=0CDoQ6AEwBA#v=onepage&q=heiner%20muller%20Stasi&f=false
    http://www.c-s-p.org/flyers/9781847183965-sample.pdf
    Αχ, καταραμένο Αροξόλ, καταραμένη, χυδαία και βρωμερή πραγματικότητα, δε σέβεσαι ούτε τους πιο δαφνοστεφείς των ποιητών. Αυτό που υποστηρίζω από την αρχή του διαλόγου μας είναι ότι αν ο Μύλλερ ήταν πολιτικά ριζοσπάστης όπως τον θέλει η κυρίαρχη ερμηνεία του έργου του, τότε οι αρχές της ΛΓΔ θα τον είχαν στείλει σούμπιτο.
    Σχετικά με τον Χέρντερ, εσείς διαστρέφετε τα λόγια μου. Πουθενά δεν αμφισβήτησα την σημαντικότητα του Χέρντερ ως στοχαστή. Τα περί τραγουδιών και μύθων τα ανέφερα επειδή εσείς τα επικαλεστήκατε. Συνεχίζετε να μην αντιλαμβάνεστε ότι ο όρος Αντι-διαφωτισμός είναι περιγραφικός και όχι αξιολογικός. Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες και φιλόσοφοι ήταν αντι-διαφωτιστές, αυτό όμως δεν μειώνει την αξία τους. Ο μέγιστος ίσως φιλόσοφος των δύο τελευταίων αιώνων -και σίγουρα ο πιο προκλητικός-, ο Νίτσε, ήταν αντιδιαφωτιστής (εσείς βέβαια, μπορείτε να το αμφισβητήσετε και αυτό, μπορείτε να γράψετε μια νέα ιστορία των ιδεών). Ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες ο Λαρς Φον Τρίερς είναι καραγκαγκάν αντιδιαφωτιστής (σε βαθμό εξωφρενικό μερικές φορές είναι η αλήθεια), αυτό όμως δε με εμποδίζει να «απολαμβάνω» τις ταινίες του. Σημαντική η συμβολή του Χέρντερ στην φιλοσοφία της γλώσσας αλλά και σημαντικότατη η συμβολή του στη θεμελίωση της θεωρίας του εθνικισμού (ο όρος χρεώνεται στον ίδιο). Κάθε λαός πρέπει ξέχωρα να ακολουθήσει την αποστολή του, το νόημα της οποίας υπάρχει στη γη που πατά, στη γη των νεκρών προγόνων. Δεν υπάρχει λόγος να εμμένουμε άλλο σε αυτό το ζήτημα, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το ψάξει.
    Για το Μαρμαρινό υποστηρίζετε ότι παρανοήθηκαν σημαντικά οι δηλώσεις του. Ε, άμα είναι να αντιμετωπίζουμε τις συνεντεύξεις του όπως τα έργα του και να ψάχνουμε τι εννοούσε ο ποιητής και αν είχε στο μυαλό κάτι άλλο από αυτό που λέει, τότε, με συγχωρείτε, σωθήκαμε. Η κατάσταση είναι εύφλεκτη και ο καθένας είναι υπεύθυνος των λόγων του.
    Έχει γίνει η συζήτηση πολλές φορές για τα προβλήματα που προκύπτουν όταν ξεχειλώνουμε τον ορισμό της βίας. Δε θα μπω σε αυτή τη κουβέντα, αν θέλουν ας την πιάσουν άλλοι σχολιαστές. Σας φαίνεται δικαιολογημένο λοιπόν κάποια στιγμή να αντιδρούν οι άνθρωποι με βία. Και οι ομάδες των χρυσαυγιτών που έκαναν πογκρόμ στους δρόμους και αυτοί στη βία που ένιωθαν ότι τους βασάνιζε αντιδρούσαν. Αλλά όπως μισολέει κι ο Μαρμαρινός, «μήτηρ πάντων ο πόλεμος».
    Η βασική διαφορά έγκειται στο πώς προσδιορίζουμε την σημερινή πολιτική κατάσταση. Είναι μια Χούντα, μια Κατοχή (ή για άλλους πιο νοσταλγούς μια Τουρκοκρατία) με διαφορετική μορφή που έντεχνα πάει να αποκρύψει τις δομές της; Αν η απάντηση είναι θετική – έστω με διαβαθμίσεις- τότε προκύπτει πως οι καταπιεζόμενοι νομιμοποιούνται να αντιδράσουν αναλόγως.
    Αν η απάντηση είναι αρνητική, αν συμφωνήσουμε ότι έχουμε κοινοβουλευτική δημοκρατία με σωρεία ιστορικά διαμορφωμένων προβλημάτων μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τότε η συλλογιστική αλλάζει και δεν οδηγεί σε παραδοχές όπως τις δικές σας, του Μαρμαρινού και ενός –δυστυχώς κατά τη γνώμη τη δική μου και μερικών άλλων- πλειοψηφικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία.
    Δεν τα κατάφερα να είμαι σύντομος. Επαφίεμαι σε εσάς.

  11. Κύριε Στόγια, δίκιο έχετε, μάλλον παρατράβηξε αυτός ο διάλογος. Θα ήθελα να τον κλείσω συνοψίζοντας τα δύο βασικά θέματα στα οποία διαφωνήσαμε και όπου έχει νόημα αυτή η διαφωνία.
    Πήρα λοιπόν ενδεικτικά δυο προτάσεις από το κείμενό σας για να υποστηρίξω ότι λαϊκίζετε, ότι συγκαλύπτετε πίσω από την ειρωνεία και το αγοραίο λεξιλόγιο την απουσία επιχειρημάτων για τη θέση σας. Γενικά, όταν ασκούμε αρνητική κριτική σε κάποιον, αποφεύγουμε το λεξιλόγιο του πεζοδρομίου, που κατά τα άλλα δεν με ενοχλεί καθόλου. Ξεπετάξατε σημαντικούς ανθρώπους του πνεύματος σε προτασούλες εξυπνακίστικες και χλευαστικές, που πέρα από τις μεμονωμένες λέξεις, τον τόνο έδινε κατά κύριο λόγο το ύφος σας. Δεν θα επεκταθώ όμως. Κάνετε λάθος σε μια σειρά από πράγματα. Π.χ. το πολιτικό στίγμα του Μαρμαρινού δεν είναι «το πρόταγμα μιας αισθητικοποιημένης αντιστασιακότητας» (πού ακριβώς το είδατε αυτό; πείτε μου μία παράσταση!), αλλά έγκειται στον τρόπο που χρησιμοποιεί την έννοια του χορού στις παραστάσεις του, ακόμα και εκτός τραγωδίας. Κι αυτός ο τρόπος παραπέμπει κυρίως σε κοινοτικά στοιχεία, σε μια αισθητικοποιημένη συγκρότηση κοινότητας, ενίοτε και λίγο παραπάνω από το πρέπον αισθητικοποιημένη. Το ηθελημένα θολό του στίγμα δεν μας το προσδιορίσατε ποτέ. Όσο για το συμπερασμά σας που απλώς εικάζει τα κίνητρα που τον οδήγησαν να πει όσα είπε στη συνέντευξη, με συγχωρείτε που θα σας το πω έτσι, αλλά είναι βλακώδες.
    Το δεύτερο θέμα στο οποίο διαφωνουμε, το θέσατε μια χαρά στην τελευταία απάντησή σας. Δεν θα σας πω αυτή τη στιγμή, ψύχραιμη ούσα, ότι ζούμε σε χούντα, κάτι που ίσως να σας έλεγα αυθόρμητα την Τετάρτη 29 Ιουνίου. Ωστόσο θεωρώ ότι μας έχει επιβληθεί μια κατάσταση εξαίρεσης, στην οποία εγώ αρνούμαι να υποταχτώ. Ζούμε σε μια κοινωνία που πριν από δύο χρόνια εξαπατήθηκε πολιτικά και ψήφισε μια κυβέρνηση που υλοποιεί μια πολιτική αντίθετη απ’ αυτή που υποσχέθηκε για να εκλεγεί. Που ασκεί βία, τόσο φυσική, σωματική, στους πολίτες που τολμούν να διαμαρτυρηθούν όσο και οικονομική (και επειδή το ατομικό συμφέρον κινεί επίσης τις πολιτικές αντιδράσεις, θεωρώ ότι ένας άνθρωπος σαν κι εμένα που κάνει μια δουλειά κακοπληρωμένη, σημαντική κατά τη γνώμη μου ως προς την προσφορά της στο κοινωνικό σύνολο, που δεν μπορεί να φοροδιαφύγει ούτε για ένα ευρώ και βλέπω σήμερα κάποιον να βάζει το χέρι του στην τσέπη μου και να μου παίρνει ένα χιλιάρικο το λιγότερο, ε, το μόνο που μπορώ να τον αποκαλέσω είναι ανίκανο και κλέφτη). Δεν θεωρώ ότι πρέπει να περιμένω σιωπηλή να ξανάρθουν εκλογές για να αποφασίσω με την ψήφο μου ποιος θέλω να με κυβερνά. Φοβάμαι ότι θα είναι αργά και για μένα και για την ελληνική κοινωνία. Θεωρώ ότι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία όπου λέτε πως ζούμε, έχω το δικαίωμα να συμμετέχω στην πολιτική ζωή με διάφορους τρόπους, γράφοντας τη γνώμη μου ή διαμαρτυρόμενη στους δρόμους. Και για να κλείσουμε το θέμα της βίας, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα να σας πω ότι όταν θα έχω εξαντλήσει όλα τα όρια της ειρηνικής διαμαρτυρίας και το κράτος θα έχει υπερβεί εις βάρος μου τα όρια της βίας που μπορώ να ανεχτώ, σωματικής και οικονομικής και πολιτικής, τότε και αναλόγως των συνθηκών, ενδεχομένως, δεν είμαι βέβαιη, γιατί η βία δεν αποτελεί στοιχείο της προσωπικής μου φύσης, μπορεί να καταφύγω στη χρήση βίας ή απλώς να υποστηρίξω τη βία αυτή. Και κάποιος άλλος θα με έχει εξωθήσει σ’ αυτό. Μ’ αυτή την έννοια, τη βία ούτε την απορρίπτω ούτε την αποκλείω απ’ όπου κι αν προέρχεται. Εσείς που το κάνετε γιατί προσπερνάτε τόσο εύκολα τη βία που ασκείται σε μένα στη συγκεκριμένη συγκυρία; Και μη μου λέτε για Χρυσαυγίτες, αν κάποιος εξισώνει μορφές βίας, αυτός είστε εσείς απορρίπτοντάς τες συλλήβδην, εγώ ήμουν πολύ συγκεκριμένη σε σχέση με το ποια βία μπορώ να αποδεχτώ, και δεν με αφορά τι λέει ο κάθε χρυσαυγίτης. Αυτά, και συγγνώμη που για μια ακόμα φορά, τελευταία, σας είπα πάρα πολλά.

  12. Να πω ότι με ενοχλεί ιδιαίτερα που βλέπω να διαιωνίζονται οι γνωστές παρεξηγήσεις περί «ελιτισμού». Η πραγματικά αντιλαϊκή στάση είναι η υποτίμηση της αξίας και των ικανοτήτων του «λαού» ή των «μαζών» (όπως είπε πρόσφατα σε διάγγελμα το ΚΚΕ). Δυστυχώς αυτή η βαθύτατα αντι-προοδευτική νοοτροπία συντηρείται από τους περισσότερους Έλληνες αριστερούς, λόγω αφέλειας μάλλον αλλά και επειδή βολεύει, και ιδίως από τους εκπαιδευτικούς που θα έπρεπε κανονικά να ανεβάζουν το επίπεδο του «λαού». Πρέπει να τα σκεφτείτε σοβαρά όλα αυτά…

    • ΥΓ. τρία χρόνια μετά ήρθε το σχόλιο, αλλά δεν νομίζω να έχει βελτιωθεί η κατάσταση. Μάλλον χειροτερεύει λόγω κρίσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: