Δημοκρατική πανστρατιά κατά του φόβου

Αναδημοσίευση από το αντίφωνο.

Ο φόβος κατατρώει το κοινωνικό φάσμα κάνοντας τους ανθρώπους να κρύβονται. Στο ένα άκρο του κοινωνικού φάσματος κρύβονται γιατί είναι ξένοι. Οι μετανάστες, όσοι μπορούν, έχουν κλειστεί στα σπίτια τους. Κλείνουν τα μαγαζιά τους νωρίς για να μην τα σπάσουν οι «καθαροί Έλληνες» που έχουν αναλάβει χρέη εθνοφρουράς. Στην ίδια πλευρά του φάσματος, λίγο πάνω από τους προηγούμενους, οι γείτονες των μεταναστών κλειδώνονται στα σπίτια τους από το φόβο της εγκληματικότητας. Κάποιοι φοβούνται να ανοίξουν την πόρτα τους ακόμα και στους απογραφείς και να πουν «εδώ είμαι, μετρήστε με». Αυτόν τον πρώτο φόβο ας τον ονομάσουμε «φόβο της βάσης».

Στο άλλο άκρο του κοινωνικού φάσματος κρύβονται τμήματα της πολιτικής μας «ελίτ». Βουλευτές και υπουργοί φοβούνται να βγουν από το περιστύλιο της Βουλής, να βρεθούν σε μια δημόσια τελετή ή σε μια ταβέρνα από το φόβο φραστικής ή ακόμα χειρότερα σωματικής «αποδοκιμασίας». Το πολιτικό προσωπικό πληρώνει συλλογικά το δόγμα «το νόμιμο είναι και ηθικό» και την πρόκληση «μαζί τα φάγαμε».

Επιπλέον, τμήματα της πνευματικής ελίτ της χώρας κυκλοφορούν με φόβο. Άλλοι γιατί οι απόψεις τους για «καυτά» ζητήματα (όπως ακαδημαϊκό άσυλο, κρίση στο Πανεπιστήμιο, βία των αντιεξουσιαστών) δεν αρέσουν στην επαναστατική ροπαλοφόρα πρωτοπορία. Άλλοι γιατί προκαλούν αντιδράσεις οι θέσεις τους για θέματα «εθνικά ευαίσθητα» (έτσι αποκαλούν οι υπερπατριώτες τα θέματα, από τα μειονοτικά μέχρι το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, στα οποία δεν επιτρέπεται άλλη άποψη από τη δική τους).

Έντονος φόβος διακατέχει και το υψηλό μιντιακό προσωπικό, εκείνα τα μέλη της δημοσιογραφικής ελίτ που θεωρείται,δικαίως ή αδίκως, ότι δεν αρκέστηκαν στο ρόλο του αναμεταδότη και σχολιαστή των γεγονότων αλλά επιδιώκουν να τα συνδιαμορφώνουν. Τέλος, περιττό να πούμε ότι τα πρόσωπα – σύμβολα οικονομικής ισχύος έχουν πολλά χρόνια να κυκλοφορήσουν άφοβα και ασυνόδευτα σε πεζοδρόμιο της πρωτεύουσας. Αυτόν τον δεύτερο φόβο ας τον πούμε «φόβο της κορυφής».

Η βάση και η κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας κρύβονται, οι πρώτοι γιατί δεν είναι γνωστοί και οι δεύτεροι γιατί είναι. Όμως μια κοινωνία που φοβάται να δείξει το πρόσωπό της δεν έχει μέλλον ως ανοιχτή κοινωνία. Και μια πόλη που παρακολουθεί τρομαγμένη τη βία να πυκνώνει με πρωτοφανή ρυθμό δεν έχει μέλλον ως πόλη των πολιτών. Η Αθήνα την τελευταία εβδομάδα απέκτησε πολλές εμβληματικές μορφές του φόβου, πολλές πληγές στον δημόσιο χώρο της.
Τον στυγερά δολοφονημένο οικογενειάρχη της οδού Γ΄Σεπτεμβρίου, θύμα της εγκληματικότητας και της εξαθλίωσης του κέντρου της πόλης.
Τους μαχαιρωμένους μετανάστες, θύματα της νεοναζιστικής βίας και της εκμετάλλευσης των εγκληματικών δικτύων.
Τον βαρύτατα τραυματισμένο διαδηλωτή, θύμα της ακραίας αστυνομικής βίας.
Τον καμένο βιοπαλαιστή της λαϊκής αγοράς, θύμα της φονικής «αντιεξουσιαστικής» βίας των κρανοφόρων.

Κάθε τέτοιο σύμβολο τροφοδοτεί επάλληλα κύματα μίσους, έναν χορό συλλογικής ευθύνης. Πλησιάζουμε το σημείο μηδέν που θα σημάνει γενίκευση της βίας χωρίς εύκολη επιστροφή. Όσοι έχουν επίγνωση της κατάστασης καλούνται να κινηθούν κατά του φόβου. Χρειαζόμαστε μια δημοκρατική κινητοποίηση ανθρώπων που θα δείξουν το πρόσωπό τους στη βία. Το μεγαλύτερο βάρος ανήκει σε όσους αισθάνονται ότι όντως αποτελούν ηγεσίες της χώρας, πολιτικές και πνευματικές. Πρέπει να δείξουν το πρόσωπό τους, να σταθούν στα καυτά σημεία της φοβισμένης πόλης και να δηλώσουν με την παρουσία τους ότι ο φόβος δεν είναι ανεκτός σε μια δημοκρατία. Ότι δεν υπάρχουν άβατα, δεν νοούνται στο κέντρο της πόλης συνοριακά φυλάκια με παρακρατικές νεοναζιστικές εθνοφρουρές ούτε χουλιγκανικές συμμορίες με ονειρώξεις αντάρτικου πόλεων. Ότι η χρήση βίας από τα σώματα ασφαλείας διέπεται από κανόνες απαράβατους. Εντέλει, ότι είναι ευθύνη της πολιτείας να απαναφέρει το αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες και παράλληλα ευθύνη των πολιτών να πολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις τον φόβο.

Υγ. Η οικογένεια του Μανόλη Καντάρη που δολοφονήθηκε στην οδό Γ΄Σεπτεμβρίου δίνει πολύτιμο μάθημα τι σημαίνει να δείχνει κανείς το πρόσωπό του στον φόβο. Όπως πληροφορούμαστε, επέστρεψε ως απαράδεκτο το στεφάνι της Χρυσής Αυγής και την κατήγγειλε για καπηλεία και βεβήλωση μνήμης του νεκρού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: