«Ονειρεύομαι μια πόλη που έχει θέση για όλους μας»

Η Λένα Διβάνη γράφει στην «Καμπάνια των Πολιτών«.

Ίσως να είμαι παράλογη. Στο κάτω κάτω μπορεί να είμαι και η μόνη εκ πεποιθήσεως πεζή κάτοικος της Αθήνας. Πεζή που σημαίνει εξ ορισμού απελπισμένη γιατί τα λεωφορεία δεν περνάνε, οι λεωφορειόδρομοι είναι ένα τεράστιο αστείο, τα ταξί κοστίζουν μια περιουσία πια και το σπίτι μου δεν είναι κοντά σε στάση του μετρό. Πεζή που θα πει βαδίζω.

Τις μέρες βαδίζω σε πεζοδρόμια με τρύπες, εκατοντάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τραπεζοκαρέκλες.

Τα βράδια ονειρεύομαι μια αντιτρομοκρατική οργάνωση που θα μπουκάρει σαν τον Μπάτμαν και θα σηκώνει χωρίς πολλά λόγια αυτοκίνητα, καλάθια με ευκαιρίες και τραπεζάκια, θα απελευθερώνει το δρόμο για μένα, τα καροτσάκια των μωρών και των ανάπηρων, τους τυφλούς, τα παιδιά.

Τη μέρα προσπαθώ να βρω ένα ωραίο καφενείο να κρυφτώ απ΄τα σκουπίδια που σωρεύονται σ΄αυτή την πόλη-τα ανθρώπινα και τα άλλα.

Τις νύχτες ονειρεύομαι την πόλη να ανοίγει σαν την πίσω αυλή ενός σπιτιού και να μας υποδέχεται. Να ‘χει πεζόδρομους, υπαίθρια καφενεία, μπάντες να γιορτάζουν την κάθε μέρα.

Τις μέρες παλεύω (να δώσω ή να μη δώσω ένα ευρώ) με πακιστανούς στα φανάρια, παιδάκια που ζητιανεύουν και πρεζόνια που με ικετευουν λέγοντας ασύστολα ψέμματα.

Τα βράδια ονειρεύομαι ότι κάποιος τους φρόντισε, ότι υπάρχει ένα σχέδιο, ότι δεν θα είναι αενάως αβίωτος ο βίος για όσους στραβοπάτησαν. Ονειρεύομαι δήμαρχο και δημότες που δεν έχουν την αρρωστημένη φρεναπάτη πως η πόλη είναι το τσιιφλίκι τους και θα της φερθούν όπως γουστάρουν. Ονειρεύομαι μια πόλη που έχει θέση για όλους μας: τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τα πιτσιρίκια, τους ενήλικες, τους φοιτητές, τους μαθητές, τους ξένους (τους φιλοξενούμενους θέλω να πω) τους πλούσιους και τους φτωχούς, τους υγιείς και τους άρρωστους. Ονειρεύομαι γκαράζ για τα αυτοκίνητα γύρω απ΄το δακτύλιο, ευκίνητα μικρά λεωφορεία που θα οργώνουν συχνότατα το κέντρο, την Ευριπίδου να μοσχοβολάει πάλι με τα μπαχάρια της, υπαίθρια σινεμά στα πάρκα (τι είπα; πάρκα;!), συναυλίες για μένα, επισκέψεις στα σπίτια όσων νυχτώνουν μόνοι σε τέσσερις τοίχους, στέγη για τους άστεγους (πένητες, πρόσφυγες, τσιγγάνους, δεν έχει σημασία), παιδικούς σταθμούς για τα μωρά, χρωματιστά σχολεία για τα παιδιά, ένα πιάτο φαί για τους πεινασμένους. Δε ζητάω πολλά. Δεν ζητάω την ομορφιά της Βαρκελώνης, ούτε την ευταξία της Ζυρίχης. Ζητάω μια πόλη που να μοιάζει έστω και λίγο με σπίτι όπου χωράμε όλοι μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: