Ελάσσονα μουντιαλικά

Περιμένοντας τη Σακίρα, οπλιζόμενοι με υπομονή για το  ηχητικό εφέ της βουβουζέλας, ανησυχώντας για την κατατονία του Θεοφιλόπουλου και τις τσιρίδες του Πουρουπουπού και πάνω απ’όλα προσμένοντας σαν μικρά παιδιά την πρεμιέρα του νοτιαφρικάνικου μουντιάλ δίνουμε το λόγο στον καλό φίλο (και συνεργάτη του «Ταχυδρόμου») Ανδρέα Κίκηρα για να μας αφηγηθεί άγνωστες ή φαινομενικά δευτερεύουσες πτυχές της μουντιαλικής ιστορίες, όπως την πρώτη άξια λόγου προσπάθεια της Ελλάδας να περάσει  στα τελικά, το 1954, τις περήφανες χαίτες που άφησαν το στίγμα τους, τους μεγάλους απόντες και τις μεγάλες εκπλήξεις των παγκοσμίων κυπέλλων.

1954: Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας

-«Θα με αποκλείσουν από την Εθνική Ομάδα, το καταλαβαίνεις;»

-«Είπαν δηλαδή ότι δεν είσαι εθνικόφρων;».

Ο χαριτωμένος αυτός διάλογος, γραμμένος από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, αποτυπώθηκε στο σελιλόιντ από τον Ανδρέα Μουράτη και την κινηματογραφική του «σύζυγο» Σούλα Αθανασιάδου, στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Βασίλη Γεωργιάδη, που είχε τίτλο «Κυριακάτικοι Ήρωες». «Αληθινή σαν παραμύθι και παραμύθι σαν την αλήθεια», όπως διατεινόταν στην εισαγωγή της, η ταινία απηχούσε την πραγματική ιστορία της «ανταρσίας» των Ελλήνων διεθνών, την παραμονή του αγώνα τους με το Ισραήλ για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954. Ήταν τη νύχτα της 31ης Οκτωβρίου του 1953, όταν το ξενοδοχείο της Εκάλης άδειαζε ξαφνικά από 15 διεθνείς ποδοσφαιριστές, ασφαλώς ερασιτέχνες, οι οποίοι θέλησαν με τον τρόπο αυτό να διαμαρτυρηθούν γιά τη μη καταβολή ενός μικροποσού που θα τους αποζημίωνε για τα χαμένα τους «μεροκάματα» προς όφελος της Εθνικής. Την επόμενη μέρα οι «αντάρτες» έδωσαν κανονικά το παρών στο κατάμεστο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Μάλιστα, χάρη σ’ ένα γκολ του Θανάση Μπέμπη, πέτυχαν μια μεγάλη νίκη απέναντι στο Ισραήλ, με 1-0. Κι όμως, παρά το ευτυχές αποτέλεσμα, ο Τύπος της εποχής εστίασε στην συμπεριφορά των παικτών: «η ψυχή των έχει αυτοτραυματιστεί από τας περιπετειώδεις, αψυχολογήτους και οικονομικής φύσεως διεκδικήσεις των». Έτσι δόθηκε πάτημα στην Ε.Π.Ο., παρά την αθέτηση της από μέρους της υπόσχεσης, ώστε οι «αντάρτες» να τιμωρηθούν. Ο Μουράτης θεωρήθηκε εγκέφαλος του όλου σχεδίου και τιμωρήθηκε με διαγραφή από τα μητρώα της ομοσπονδίας, ενώ η ποινή για τους 14 υπόλοιπους ήταν ισόβιος αποκλεισμός από την Εθνική Ομάδα. Εκείνος που επιβίωσε, και μάλιστα πήρε άμεσα το περιβραχιόνιο του αρχηγού, ήταν ο Ηλίας Ρωσίδης, ο μόνος που έμεινε στο ξενοδοχείο το βράδυ του «κινήματος». Ο αμυντικός του Ολυμπιακού ήταν ουσιαστικά ο συνδετικός κρίκος των δύο διαφορετικών ομάδων που παρουσίασε η Ελλάδα στους τέσσερις συνολικά αγώνες της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954. Πριν από το περιβόητο παιχνίδι με το Ισραήλ η Εθνική είχε ηττηθεί στο Βελιγράδι από την πανίσχυρη τότε Γιουγκοσλαβία, με 1-0. Με τη νέα της σύνθεση η ομάδα ταξίδεψε στο Τελ Αβίβ στις αρχές Μαρτίου του 1954 και κατάφερε να ξανανικήσει το Ισραήλ (2-0, με γκολ των Κοκκινάκη και Γιώργου Καμάρα), έχοντας στον πάγκο της τον Γιάννη Χέλμη, τον τρίτο δηλαδή προπονητή για ισάριθμους αγώνες, μετά τους Αντώνη Μηγιάκη και Κώστα Νεγρεπόντη!

Στις 28 Μαρτίου του 1954, οι Γιουγκοσλάβοι παρατάχθηκαν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας για τον καθοριστικό αγώνα. Μολονότι εκείνη την Κυριακή το παιχνίδι άρχιζε στις 4.15 το απόγευμα, ο κόσμος συνέρρεε στο γήπεδο από τις 10 το πρωί. Με οποιοδήποτε σκορ νίκης η Εθνική Ελλάδας, μια ομάδα που ουσιαστικά δεν υπήρχε στον διεθνή ποδοσφαιρικό χάρτη, θα μπορούσε να προκριθεί. Νεότατοι ακόμη σε ηλικία, γεννημένοι οι περισσότεροι στη δεκαετία του ‘30 (Γ. Καμάρας, Κοκκινάκης, Κουρτζίδης, Λινοξυλάκης, Πανάκης, Σταματιάδης, Ταουξής), οι Έλληνες παίκτες ήταν φανερά κατώτεροι από τους αντίπαλούς τους, πολλοί από τους οποίους (Μπόμπεκ, Τσαϊκόσφκι, Μιλουτίνοβιτς, Χόρβατ, Μπόσκοφ, Στάνκοβιτς, Βεσελίνοβιτς), εξελίχθηκαν στη συνέχεια και σε σπουδαίους προπονητές. Διατηρώντας το παραδοσιακό –πλέον- στιλ της «ηρωικής» άμυνας, η Ελλάδα άντεξε μέχρι το 51ο λεπτό, όταν και δέχτηκε το «μοιραίο» γκολ, από τον Βεσελίνοβιτς.

«Η δική μας ομάς δεν κατόρθωσε να συνδυαστεί εις την επιθετική της πεντάδα», μονολογεί περιγράφοντας ποδοσφαιρικές εικόνες στους «Κυριακάτικους Ήρωες» ο σπορτκάστερ της εποχής Μιχάλης Γιαννακάκος, αναμειγνύοντας το σινεμά με την πραγματικότητα. «Αντιθέτως η άμυνά μας, θαυμάσια, έπαιξε με εξαιρετική αυτοθυσία, δραστηριότητα και δυναμισμόν». Επιχειρώντας να ξαναγράψει την ιστορία, η ταινία του Β. Γεωργιάδη παρουσίασε τέσσερις από τους αντάρτες-«παλιοσειρές» (Μουράτης, Μανταλόζης, Πετρόπουλος, Πούλης) να υποδύονται τους εαυτούς τους τόσο στο γήπεδο, όσο και στα καθημερινά τους προβλήματα επιβίωσης. Μαζί τους, σε ειδικό ρόλο, ήταν και ο Κώστας Λινοξυλάκης. Η περιπέτεια του αγώνα Ελλάδας-Ισραήλ αναπαριστάθηκε μέσ’ από την ταινία μυθοπλαστικά, με τον Μουράτη να ξυλοκοπεί μέσα στ’ αποδυτήρια έναν Ισραηλινό παίκτη που λίγο πριν τη λήξη χτύπησε αντιαθλητικά τον Λινοξυλάκη, σπάζοντάς του τα πλευρά. Αμέσως μετά, βλέπουμε το κονκλάβιο της Ε.Π.Ο. να συνεδριάζει και τελικά ν’ αποκλείει τον  Μουράτη από την Εθνική, λόγω «ανάρμοστης συμπεριφοράς». Οι υπόλοιποι τρεις δηλώνουν στους ανθρώπους της Ομοσπονδίας ότι «αν διώξετε τον Μουράτη, τότε φεύγουμε και μεις». Η περίφημη «ανταρσία» αποδιδόταν πια με τη μορφή μιας απόλυτης συντροφικής αλληλεγγύης. Η ταινία ολοκληρώνεται με την αποκατάσταση των αθλητών έπειτα από γενικό ξεσηκωμό, που άφηνε υπονοούμενα ακόμη και για πολιτικές σκοπιμότητες στο ζήτημα της ενοχοποίησης του Μουράτη. Κάτι αντίστοιχο έγινε και στην πραγματικότητα. Ωστόσο το ερώτημα «τι θα γινόταν εάν…», μέσα στο ρημαγμένο μετεμφυλιακό σκηνικό, η Εθνική παρέμενε πλήρης στα προκριματικά του ΄54, παραμένει μετέωρο…

Οι  Περήφανες Χαίτες

Το καλοκαίρι του 1978 ο 12χρονος Ρενέ Χιγκίτα πουλούσε εφημερίδες στους δρόμους του Μεντεγίν και αποφάσιζε ν’ αφήσει τα μαλλιά του να μακρύνουν, ώστε να μοιάζει στους αγαπημένους του ποδοσφαιριστές, τους Αργεντινούς παγκόσμιους πρωταθλητές. Ήταν τα πρώτα χρόνια που παίκτες σαν τον Μάριο Κέμπες, τον πρώτο σκόρερ του Μουντιάλ της ίδιας χρονιάς με τη μελαχρινή αλογίσια χαίτη, μαγνήτιζαν τα βλέμματα παραπέμποντας τόσο σε ροκ σταρ, όσο και σε επαναστάτες μαχητές από συγκρούσεις περασμένων αιώνων. Ήδη από τη διοργάνωση του 1974, η αύξηση στο μήκος των μαλλιών ήταν ευδιάκριτη ακόμα και στους Ευρωπαίους. Ειδικά οι «ιπτάμενοι» Ολλανδοί, συνδύαζαν ιδανικά το ελευθέριο, επιθετικό παιχνίδι τους με ατημέλητες μπούκλες και ευτραφείς φαβορίτες, κερδίζοντας όλο και περισσότερους φίλους, όμως ήταν κυρίως Λατίνοι παίκτες σαν τον Αργεντινό επιθετικό Ρουμπέν Αγιάλα που έμειναν στη μνήμη περισσότερο χάρη στο προωθημένο τους λουκ, παρά σε σχέση με όσα έκαναν στο γήπεδο. Από το Μουντιάλ του 1978 σχεδόν κανείς δεν θυμάται την αποκαρδιωτική παρουσία της ομάδας του Μεξικού, όμως η μορφή του χαφ Λεονάρντο Κουέγιαρ, που έμοιαζε πολύ με του Αρχαίου Βαβυλώνιου βασιλιά Χαμουραμπί, εξακολουθεί να στολίζει μέχρι σήμερα έντυπα και ιστοσελίδες, ως ταυτόσημη της έννοιας του ποδοσφαιρικού «καλτ».

Το καλοκαίρι του 1990, ο Ρενέ Χιγκίτα έπαιρνε θέση κάτω από τα δοκάρια της Εθνικής Κολομβίας, υπερασπιζόμενος την εστία μιας ιδιαίτερα φιλόδοξης εθνικής ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας. Γνωστός στη χώρα του με το προσωνύμιο «El Loco» («Ο Τρελός»), ο Χιγκίτα είχε συζητηθεί πριν από τη διοργάνωση εξαιτίας του τρόπου παιχνιδιού του, που παρέπεμπε αρκετά στο παιδικό «μπακότερμα», στην τάση δηλαδή του τερματοφύλακα να βγαίνει από την εστία του και να συμμετέχει παράλληλα στο παιχνίδι ως κανονικός παίκτης. Οι μακριές μπούκλες και το μουστάκι «Τζένγκις Χαν» επέτειναν το σκηνικό της «τρέλας» του Χιγκίτα, το οποίο αποτυπώθηκε παραστατικά με το απερίσκεπτο παιχνίδι του κόντρα στο Καμερούν, όταν και τα καθοριστικά του λάθη συντέλεσαν στον θρίαμβο του Ροζέ Μιλά και των υπόλοιπων «λιονταριών».

Ελάχιστοι πάντως θυμούνται ότι πριν από τον Χιγκίτα, στο Μουντιάλ του 1982, είχε κάνει την εμφάνισή του ένας τερματοφύλακας που του έμοιαζε καταπληκτικά, ο οποίος επίσης πήρε το παρατσούκλι «El Loco». Ήταν ο Λουίς Ρικάρντο Γκεβάρα Μόρα, ο τερματοφύλακας της Εθνικής του Ελ Σαλβαδόρ στα ισπανικά γήπεδα. Με μορφή αντάρτη του μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί, ο Μόρα ήταν τότε 21 μόλις ετών, θεωρούταν όμως ένα τεράστιο ταλέντο και μετρούσε ήδη πάνω από 50 διεθνείς συμμετοχές. Το πρώτο παιχνίδι, κόντρα στην Ουγγαρία, ήταν σκέτη καταστροφή: οι Ούγγροι διέλυσαν το Σαλβαδόρ με 10-1 και ο Μόρα γινόταν ο πρώτος, και μόνος μέχρι σήμερα, τερματοφύλακας που δεχόταν διψήφιο αριθμό τερμάτων σε αγώνα Μουντιάλ. «Τι ήθελαν να κάνω, ήμουν ένας πιτσιρικάς που βρέθηκα να παίζω τερματοφύλακας στο Παγκόσμιο Κύπελλο δίχως να έχω γεννηθεί ούτε στην Αργεντινή, ούτε στη Βραζιλία, αλλά στο Ελ Σαλβαδόρ. Το μόνο που σκεφτόμουν μετά τον αγώνα ήταν να πάμε γερά να πάρουμε την πρόκριση στα δύο παιχνίδια που απέμεναν, με Αργεντινή και Βέλγιο, που θα ξεκινούσαν και πάλι από το 0-0», δηλώνει σήμερα σχετικά με το κυνηγητό που υπέστη επιστρέφοντας στη χώρα ως κύριος υπεύθυνος της «εθνκής ταπείνωσης». Ευερέθιστος, καυγατζής, αλλά και πείσμονας, ο «καταραμένος» Μόρα επέστρεψε στην Εθνική του Σαλβαδόρ δυο χρόνια αργότερα, το 1984 και έπαιξε ποδόσφαιρο μέχρι τα βαθιά ποδοσφαιρικά «γεράματα», διακόπτοντας και επαναρχίζοντας τη σταδιοδρομία του κάμποσες φορές. Και σε αυτή την περίπτωση, η ομοιότητα ανάμεσα στους δύο «Τρελούς» γκολκίπερ ήταν εντυπωσιακή, μόνο που για τον Χιγκίτα η πραγματικότητα υπήρξε αρκετά πιο σκληρή: όντας τοπικός ήρωας στο Μεντεγίν, διεθνής τερματοφύλακας της τοπικής Νασιονάλ, ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον διαβόητο «βαρόνο» της κοκαΐνης Πάμπλο Εσκομπάρ. Το 1993 βρέθηκε αναμεμειγμένος στην υπόθεση απαγωγής της κόρης του Κάρλος Μολίνα, επίσης «βαρόνου» και εχθρού του Εσκομπάρ, με αποτέλεσμα να περάσει επτά μήνες στη φυλακή με την καταδίκη ότι επωφελήθηκε οικονομικά ως μεσάζων στην απελευθέρωσή της. Στη συνέχεια, ενώ πρόσφερε «τρελές» στιγμές μαγείας με απίθανες αποκρούσεις σαν αυτή του «σκορπιού» σε φιλικό αγώνα του 1995 με την Αγγλία, σταδιακά εθίστηκε στην κοκαΐνη, με αποτέλεσμα η καριέρα του να βρεθεί σε σταθερά πτωτική πορεία. Στα Μουντιάλ του 1994 και 1998 ήταν απών, αφήνοντας τα βλέμματα να πέσουν πάνω στη φουντωτή ξανθιά περμανάντ του τεχνίτη συμπατριώτη του, Κάρλος Βαλντεράμα.

Με τον καιρό οι χαίτες άρχισαν να μοιάζουν όλο και περισσότερο επιτηδευμένες, φτιαγμένες με κάθε επιμέλεια στο κομμωτήριο, γι’ αυτό και σήμερα σπάνια μπορεί ένας παίκτης να μοιάζει εκκεντρικός λόγω εξωτερικής εμφάνισης. Ίσως μια τελευταία περίπτωση αυθεντικού «αντάρτη» να ήταν αυτή του Κλαούντιο Κανίγια, του Αργεντινού επιθετικού που στο Μουντιάλ του 1990 πέτυχε δύο «φονικά» γκολ που ουσιαστικά έθεσαν νοκ-άουτ τις Βραζιλία και Ιταλία. Το «λιονταρίσιο» λουκ, η εκρηκτικότητα στο τρέξιμο και το ένστικτο στο σκοράρισμα έκαναν τον Κανίγια διαχρονικά αγαπητό στη γεμάτη μεταπτώσεις καριέρα του. Όταν μάλιστα ο Ντανιέλ Πασαρέλα, προπονητής της Εθνικής Αργεντινής, απαίτησε από όλους τους μακρυμάλληδες ποδοσφαιριστές του να κουρευτούν ενόψει του Μουντιάλ του 1998, ο Κανίγια αρνήθηκε να υπακούσει στη στρατιωτική πειθαρχία και εγκατέλειψε την Εθνική. Ωστόσο, σε ηλικία 36 ετών, στη διοργάνωση της Ιαπωνίας και Κορέας, όπου δεν έπαιξε λεπτό, κατάφερε πάντως ν’ αποβληθεί από τον πάγκο, γιατί έβρισε τον διαιτητή του αγώνα της Αργεντινής με τη Σουηδία. Ο Κανίγια συνδεόταν με στενή φιλία με τον Ντιέγκο Μαραντόνα και ένα μεταξύ τους «μαφιόζικο» φιλί στο στόμα, τον καιρό που αγωνίζονταν μαζί στη Μπόκα Τζούνιορς, αποτέλεσε για χρόνια αντικείμενο σχολιασμού. Δίνοντας με χιούμορ τη δική της εξήγηση, η σύζυγος του Κανίγια, Μαριάνα Νάνις, υποστήριξε: «Μερικές φορές πιστεύω ότι ο Ντιέγκο είναι ερωτευμένος με το σύζυγό μου. Φταίνε ίσως οι γραμμώσεις του και τα μακριά, ξανθά του μαλλιά».

Τα μεγάλα σοκ

Παγκόσμιο Κύπελλο χωρίς «βόμβες» δεν νοείται: το μόνο που διαφέρει είναι η ισχύς, άρα και ο αντίκτυπος κάθε μεγάλης έκπληξης. Ας δούμε λοιπόν, το πιο απρόσμενο αποτέλεσμα κάθε Μουντιάλ:

1930, Μοντεβίδεο, Γιουγκοσλαβία-Βραζιλία 2-1: Η πρώτη «εκτός έδρας» νίκη Ευρωπαίων απέναντι σε Λατινοαμερικανούς σημειώθηκε στο Μοντεβίδεο χάρη σε δύο γκολ από τους εικοσάχρονους τότε Τίρνανιτς και Μπεκ, που εκπροσωπούσαν το πολύπαθο «Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας», με τα διαχρονικά του προβλήματα: η Γιουγκοσλαβία είχε παραταχθεί στο πρώτο Μουντιάλ δίχως Κροάτες παίκτες, οι οποίοι αποσύρθηκαν διαμαρτυρόμενοι για τη μετακόμιση των γραφείων της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας από το Ζάγκρεμπ στο Βελιγράδι.

1934, Μπολόνια, Σουηδία-Αργεντινη 3-2: Στο ευρωπαϊκό έδαφος οι ομάδες της Γηραιάς Ηπείρου παρουσιάζονταν πιο ξεκούραστες, ωστόσο κανείς δεν περίμενε ότι στην Ιταλία οι πρωτάρηδες Σουηδοί θα γύριζαν το ματς απέναντι στους φιναλίστ του 1930 Αργεντινούς, με τους κορυφαίους Σκανδιναβούς προπολεμικούς στράικερ Σβεν Γιόνασον και Κνουτ Κρόον να μετατρέπουν το προσωρινό 1-2 σε θριάμβο, μέσα σε δέκα λεπτά.

1938, Τουλούζ, Κούβα-Ρουμανία 2-1: Στη Γαλλία έγινε το πρώτο Μουντιάλ με άρωμα Καραϊβικής, μια και οι Κουβανοί, που βρέθηκαν δίχως προκριματικά στην τελική φάση, κλήθηκαν ν’ αντιμετωπίσουν τη σεβαστή βαλκάνια δύναμη της Ρουμανίας. Στον πρώτο αγώνα της Τουλούζ, κατάφεραν 3 λεπτά πριν το τέλος της παράτασης να ισοφαρίσουν σε 3-3 με γκολ του Χουάν Τούνιας, αποκτώντας δικαίωμα για μια δεύτερη ευκαιρία. Στον επαναληπτικό, τέσσερις μέρες μετά, μετέτρεψαν το 0-1 σε 2-1, κερδίζοντας μια απρόσμενη πρόκριση στα προημιτελικά, όπου ηττήθηκαν από τη Σουηδία με… 8-0. Έκτοτε οι έννοιες «Κούβα» και «Μουντιάλ» παραμένουν ασύμβατες.

1950, Μπέλo Οριζόντε, Η.Π.Α.-Αγγλία 1-0: Οι Άγγλοι «καταδέχτηκαν» να συμμετάσχουν σε Παγκόσμιο Κύπελλο με 20ετή καθυστέρηση, ωστόσο η πρώτη τους εμφάνιση σηματοδοτήθηκε από ένα παγωμένο ντους: με γκολ του γεννημένου στην Αϊτή λογιστή Τζο Γκέτγιενς, οι ερασιτέχνες Αμερικανοί, που και οι ίδιοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους κατά κύριο λόγο τουρίστες, κατατρόπωσαν τα υπεροπτικά «λιοντάρια». Δεν είχαν ελπίδες πρόκρισης έτσι κι αλλιώς, ωστόσο επέστρεψαν στις Η.Π.Α. με ψηλά το κεφάλι, έστω και δίχως κανέναν να τους περιμένει στο αεροδρόμιο. Περίπου 60 χρόνια μετά, οι δυο ομάδες θα ξαναναμετρηθούν στο φετινό Μουντιάλ (12 Ιουνίου). Μια πιθανή νίκη των Η.Π.Α. θα θεωρηθεί έκπληξη, αλλά όχι τόσο μεγάλη.

1954, Βέρνη, Δυτική Γερμανία-Ουγγαρία 3-2: Τίποτε δεν σόκαρε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο όσο ο ίδιος ο τελικός της διοργάνωσης, ο οποίος αναλύεται σε ξεχωριστό κεφάλαιο.

1958, Σόλνα, Ουαλία-Ουγγαρία 2-1: Χάρη σε μια σειρά από πολιτικής χροιάς «καραμπόλες», η Ουαλία βρέθηκε «από το παράθυρο» στη Σουηδία, για πρώτη φορά σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Στη φάση των ομίλων του Μουντιάλ οι Ουαλοί ισοβάθμησαν με τους Ούγγρους, γεγονός που οδήγησε στη διεξαγωγή μεταξύ τους αγώνα μπαράζ, στο στάδιο Ρασούντα. Με δύο γκολ των Άιβορ Όλτσερτς και Τέρι Μέντουιν, δύο παλιόφιλων από την πόλη του Σουόνσι, η σκληροτράχηλη ουαλική ομάδα επισφράγιζε μια για πάντα το τέλος της «χρυσής» Ουγγαρίας.

1962, Αρίκα, Χιλή-Σοβιετική Ένωση 2-1: Μην έχοντας καλά-καλά συνέλθει από τον σεισμό της Βαλδίβια, τον μεγαλύτερο στη Γη του 20ου αιώνα (9.5 Ρίχτερ, το Μάιο του 1960), η Χιλή διοργάνωσε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, στη διάρκεια του οποίου οι παίκτες της, τις παραμονές των αγώνων, κατανάλωναν προϊόντα προερχόμενα από τους εκάστοτε αντιπάλους τους. Έχοντας προκριθεί στα προημιτελικά για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι Χιλιανοί ήπιαν μπόλικη βότκα λίγο προτού κατατροπώσουν τους Πρωταθλητές Ευρώπης Σοβιετικούς, οι οποίοι είχαν κάτω από τα δοκάρια τους τον μυθικό τερματοφύλακα-«αράχνη» Λεβ Γιασίν. Ήρωες του αγώνα που έγινε στο βόρειο λιμάνι της Αρίκα, ήταν οι δύο σκόρερ, Λιονέλ Σάντσεζ και Ελάδιο Ρόχας.

1966, Μίντλεσμπρο, Βόρεια Κορέα-Ιταλία 1-0: Ίσως το πιο «τρελό» αποτέλεσμα από όλα. Η νεοσύστατη ακόμη Βόρεια Κορέα βρέθηκε στην Αγγλία για πρώτη φορά σε Μουντιάλ, αφού πρώτα σάρωσε δύο φορές (συνολικό σκορ 9-2) την Αυστραλία στο ουδέτερο έδαφος της… Καμπότζης. Κανείς δεν φάνηκε να λαμβάνει το μήνυμα ως προειδοποίηση, από τη στιγμή που η ομάδα κληρώθηκε σ’ έναν πολύ δυνατό όμιλο με αντιπάλους τις Σοβιετική Ένωση, Χιλή και Ιταλία. Ένα γκολ του «Ντι Στέφανο της Ασίας», Πακ Σέουνγκ Τζιν στα τελευταία λεπτά του αγώνα με τη Χιλή, χάρισε στη Βόρεια Κορέα την ισοπαλία (1-1) και την ελπίδα ότι με νίκη επί της Ιταλίας η ομάδα θα περνούσε στα προημιτελικά. Μέσα στο φρενήρες κλίμα της εποχής, ο Πακ Σέουνγκ Τζιν αναφερόταν πια από τον Αγγλικό Τύπο ως «Τζιν Τόνικ». Έτη φωτός μακριά από το πρότυπο του σταρ, ο «Τζιν Τόνικ» και οι συμπαίκτες του ήταν όλοι τους απλοί στρατιώτες, οι οποίοι κλήθηκαν να τα βάλουν με επαγγελματίες-αστέρια σαν τους Ριβέρα, Φακέτι και Ματσόλα. Το γκολ ενός άλλου Πακ (Ντόο-Ικ) έδωσε προβάδισμα στη Β. Κορέα από τα τέλη του α’ ημιχρόνου και στη συνέχεια ανέλαβε ο γκολκίπερ, Λι Τσανγκ Μιούνγκ, να κατεβάσει τα ρολά. Με τη λήξη του ματς, οι Κορεάτες αποθεώθηκαν από το κοινό του φτωχού, εργατικού Μίντλεσμπρο, την ώρα που οι Ιταλοί γίνονταν δεκτοί πίσω στη χώρα τους με σωρούς από ντομάτες και αβγά. «Οι Ιταλοί κερδίζουν πάρα πολλά χρήματα για το ποδόσφαιρο που παίζουν», ήταν το σαρκαστικό σχόλιο του Κορεάτη προπονητή, Ρε Χιούν-Μιούνγκ.

1970, Μεξικό, ..: Στο πιο «αξιοκρατικό» Παγκόσμιο Κύπελλο όλων των εποχών, ο καθένας πήρε λίγο-πολύ αυτό που εξ αρχής, θεωρητικά, του αναλογούσε. Ακόμα και το πιο «τέλειο» Μουντιάλ είχε τις αδυναμίες του…

1974, Στουτγάρδη, Πολωνία-Ιταλία 2-1: Μπορεί οι Πολωνοί να είχαν δείξει τις διαθέσεις τους αποκλείοντας την Αγγλία από τα προκριματικά και νικώντας την Αργεντινή με 3-2 στον πρώτο αγώνα της τελικής φάσης, ωστόσο ελάχιστοι περίμεναν ότι θα επιβίωναν από ένα παιχνίδι «ζωής και θανάτου» κόντρα στους φιναλίστ του 1970 –και μάστορες της τακτικής- Ιταλούς. Κι όμως, το ματς ήταν από την αρχή μονόλογος για την Πολωνία, η οποία χάρη σε μια κεφαλιά του Αντρζέι Τσάρμαχ και μια βολίδα του Κάζιμιερτς Ντέινα πραγματοποίησε την υπέρβασή της σε αυτό το Μουντιάλ της Γερμανίας, για να μείνει τελικά στη μνήμη ως μία από τις θαυμάσιες ομάδες των δεκαετιών ‘70 (κυρίως) και ‘80.

1978, Κόρδοβα, Αυστρία-Δυτική Γερμανία 3-2: Η Αυστρία είχε ήδη εντυπωσιάσει στη διοργάνωση της Αργεντινής, έχοντας καταλάβει την 1η θέση σ’ έναν όμιλο που περιλάμβανε επίσης τις Βραζιλία, Ισπανία και Σουηδία. Ωστόσο το σύστημα της διοργάνωσης προέβλεπε και δεύτερη (ημιτελική) φάση ομίλων, γι’ αυτό και όταν κλήθηκε ν’ αντιμετωπίσει τη Δυτική Γερμανία έπαιζε μόνο για το γόητρο, έχοντας ήδη αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές του΄74 Γερμανοί «καίγονταν» για τη νίκη. Όμως, το δεύτερο προσωπικό γκολ του σπουδαίου φορ Χανς Κρανκλ στο 87ο λεπτό χάριζε στην Αυστρία μια απίθανη νίκη με 3-2, την πρώτη εναντίον της Γερμανίας ύστερα από το 1931! «Το Θαύμα της Κόρδοβα», όπως έχει καταχωρηθεί στις αυστριακές συνειδήσεις, φάνηκε να αντηχεί κάτι από την προπολεμική «Βούντερτιμ», την εθνική «ομάδα-θαύμα» της Αυστρίας που διαλύθηκε υποχρεωτικά ύστερα από την προσάρτηση της χώρας στη ναζιστική Γερμανία.

1982, Βαρκελώνη, Ιταλία-Βραζιλία 3-2: Μέχρι το σημείο εκείνο της διοργάνωσης, έχοντας παίξει τέσσερις αγώνες, οι μεν Ιταλοί είχαν πετύχει μία νίκη και συνολικά 4 γκολ, ενώ οι Βραζιλιάνοι είχαν νικήσει και στα τέσσερα παιχνίδια τους, σκοράροντας 13 φορές. Οι Βραζιλιάνοι προκρίνονταν στα ημιτελικά ακόμη και με ισοπαλία. Κι όμως, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, ο ιταλικός οπορτουνισμός βρήκε στον μέχρι τότε άσφαιρο στράικερ Πάολο Ρόσι τον ιδανικό διεκπεραιωτή ενός απίθανου χατ-τρικ, την ώρα που οι Βραζιλιάνοι προδίδονταν από την ανεπάρκεια του τερματοφύλακα Βαλντίρ Περέζ και του σέντερ φορ Σερζίνιο, των δύο αδύναμων κρίκων δηλαδή μιας κατά τ’ άλλα «διαστημικής» ομάδας.

1986, Γουαδαλαχάρα, Μαρόκο-Πορτογαλία 3-1: Στον αμέσως προηγούμενο αγώνα του, το Μαρόκο είχε κρατήσει την Αγγλία στο 0-0. Απαυδυσμένοι οι Άγγλοι οπαδοί τραγουδούσαν στους δικούς τους παίκτες «Το μόνο που ζητάμε είναι να μας δώσετε ένα γκολ», στο ρυθμό του «Give Peace a Chance» του Τζον Λένον. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι απέναντί τους βρισκόταν μια εξαιρετική ομάδα, η οποία κόντρα στην Πορτογαλία μάγεψε, νίκησε με 3-1 και έγινε η πρώτη αφρικανική ομάδα που προκρινόταν στη δεύτερη φάση ενός Μουντιάλ. Ο παντελώς άγνωστος Αμπντεραζάκ Χαϊρί (δύο γκολ) και ο παλιός ήρωας της εκπληκτικής ομάδας της Μπαστιά, Μέρι Κριμάου, υπέγραψαν αυτόν τον σημαδιακό θρίαμβο στα γήπεδα του Μεξικού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: