Ο μπαρμπα Μήτσος κι η μαντάμ Σουσού

H Bίβιαν Ευθυμιοπούλου γράφει για τον μπαρμπα-Μήτσο, τις μεταφράσεις και τις vanitates.

(Aναδημοσίευση εμπλουτισμένης μορφής του κειμένου της στην ARB, που έχει σηκωθεί στο ιστολόγιό της   http://bspinoza.wordpress.com. Όσοι θέλετε σχολιάστε εκεί.)

Τελικά υπάρχει κάτι ακόμα δυσκολότερο κι από αυτήν ακόμα τη μείωση του εισοδήματος που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε: το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας συνειδητοποιήσαμε την ανάγκη του να διαχειριστούμε ορθολογιστικά την καθημερινότητά μας, να πάρουμε ένα χαρτί και ένα μολύβι και να δούμε πώς θα περάσουμε με τα λίγα που έχουμε ως κοινωνία γιατί από αυτό το σημείο ξεκινάει η συζήτηση: από τη στιγμή που αναγκαζόμαστε να περικόψουμε τα βασικά, ποια από τα λιγότερο βασικά θα κρατήσουμε;

Με την έννοια αυτή, το ζήτημα που προέκυψε με το ΕΚΕΜΕΛ και το ΕΚΕΒΙ μας δίνει τη δυνατότητα να αναλογιστούμε και να συζητήσουμε πάνω στο ωφέλιμο των πολιτιστικών αγαθών. Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη ωφέλιμο τυχαία. Πάνω στην έννοια του ωφέλιμου εδράζεται η σύγχρονη φιλελεύθερη αντίληψη, μια αντίληψη που εγώ προσωπικά, ασπάζομαι. Πόσο ωφέλιμο λοιπόν είναι για τους πολίτες να συντηρούν το ΕΚΕΜΕΛ και μάλιστα σε μια περιοδο κρίσης όταν από τις υπηρεσίες που αυτό προσφέρει, φαινεται να ωφελούνται πρωτίστως οι ιδιώτες εκδότες; Γιατί να μην αναλάβουν εκείνοι το κόστος της συντήρησής του; Το ερώτημα είναι εύλογο, τουλάχιστον για μένα. Ας το αναλύσουμε λίγο, λοιπόν.

Η αποψη ότι ωφελημένοι είναι πρωτίστως οι εκδότες αν και φαίνεται λογική, στην πραγματικότητα είναι λογικοφανής και εξήγουμαι: βιβλία μεταφράζονταν και πριν την ίδρυση του κέντρου και θα συνεχίσουν να μεταφράζονται, οπότε δεν προκύπτει απο πουθενά ότι οι φορολογούμενοι επιδοτούν μια επιχειρηματική δραστηριότητα ιδιωτικού χαρακτήρα. Αυτό θα ίσχυε αν η χρηματοδότηση αυτή ήταν η ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη δραστηριότητα αυτή αλλά όπως γνωρίζουμε όλοι, η επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν προϋποθέτει την ποιότητα στο αποτέλεσμα. Αυτή θα κριθεί από την αγορά στη συνέχεια.   Έπειτα, η φοίτηση στο ΕΚΕΜΕΛ, προϋποθέτει την καταβολή διδάκτρων, δεν είναι δωρεάν και ορθώς κατά τη γνώμη μου. Η κοινωνία επιδοτώντας την επιθυμία των μεταφραστών να βελτιώσουν τις αποδόσεις τους, δηλώνει την πεποίθησή της στην ωφέλεια της αυτοβελτίωσης και δια βίου εκπαίδευσης. Το αν αυτό είναι σωστό είναι ένα ζήτημα μιας μεγάλης συζήτησης το οποιο ομως δεν το ακουμπούν καθόλου όλοι όσοι επιχειρηματολογουν υπέρ της αναστολής χρηματοδότησης του ΕΚΕΜΕΛ.

Βλέπουμε λοιπόν ότι  στην πραγματικότητα, αυτό που καλύπτουμε είναι το κόστος της επιθυμίας μας να απολαμβανουμε μεταφράσεις υψηλού επιπεδου. Κι αυτό είναι καλό; Για μένα αυτή η ερώτηση είναι αδιάφορη όπως και κάθε συζήτηση περί καλού και κακού. Με ενδιαφέρει να εξετάσω πόσο ωφέλιμο είναι, αναγνωρίζοντας βέβαια αυτό που έχει αναλύσει διεξοδικώς ο Καρλ Πόππερ ότι λίγο πολύ ειμαστε conditioned για να αποτιμούμε με συγκεκριμενο τρόπο τα κοινωνικά αγαθά. Η άποψη οτι η κοινωνια πρέπει να υποστηρίζει οικονομικά την παραγωγή πολιτιστικών αγαθών ανάγεται βέβαια στον Διαφωτισμό όταν έγινε αντιληπτό ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην δικαίωμα παραγωγής ιδιωτικού πλούτου αλλά πρωτίστως στην πρόσβαση στη μόρφωση. Αυτός είναι και ο λογος που ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ, αναγνώρισε στο κράτος ένα ρόλο στην παραγωγή αυτών των αγαθών. Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς καλός.  Ο πολιτισμός είναι ωφέλιμος γιατί τόσο η συνείδηση της ατομικότητας όσο και το αίτημα για ελευθερία αναπτύσσονται σε κοινωνίες εγραμμάτων γνωστά όλα αυτά, άλλως τε αν δεν ήταν έτσι δεν θα είχαν αναπτυχθεί και όλα τα σχετικά εθνικά παραμύθια για τα κρυφά σχολειά που υποτίθεται κρατούσαν μέσω των γραμμάτων άσβεστη την επιθυμία της ελευθερίας. Κι αν η ιστορία δεν είναι αληθινή, είναι προφανής η αντίληψη που τη γέννησε.

Παρόλα αυτά υπάρχει στην ιστορία και μια χαριτωμένη πλευρά. Η δημιουργία της συμπαθούς περσόνας του μπαρμπα’Μήτσου από τα Γρεβενά που οικτίρουμε γιατί καλείται να πληρώσει για τις σοφιστικέ επιθυμίες των πρωτευουσιάνων, να έχουν Λυρική, να πηγαίνουν στην Πινακοθήκη, να διαβάζουν μυθιστορήματα σε καλές μεταφράσεις. Στην αφήγηση αυτή, ο μπαρμπα Μήτσος (ως κάτοικος των ακριτικών Γρεβενών ή ως μπάρμπας;) είναι άμουσος και αδιάφορος προς τα γράμματα. Και η αριστοκρατική αυτή άποψη δεν θα είχε ισως κανένα ενδιαφέρον αν δεν προβαλλόταν από κάποιους κύκλους ως φιλελεύθερη και ορθολογιστική. Μόνο που η Μαρία Αντουανέτα σε καιρούς ανέχειας όπως αυτούς που φαίνεται πως θα ζήσουμε αλλάζει όνομα και λέγεται Μαντάμ Σουσού και μπορεί κανείς να την πάρει τόσο σοβαρά όσο και τον καημένο τον μπαρμπα Μήτσο.

Δημοσιεύθηκε στο Athens Review of Books, Τεύχος Ιουνίου.

Σχετικά άρθρα:

1. Πάσχου Μανδραβέλη, “Χαμένοι στη Μετάφραση” (Καθημερινή, 28-05-10)

2. Ανδρέα Παππά, “Επιστολή απάντηση στον Πάσχο Μανδραβέλη”

Το έργο Vanite, του Nicholas Rubinstein, ανήκει σε μια κατηγορία έργων που λατρεύω ως άθεη και ορθολογίστρια: τις vanities στα Αγγλικά, δηλαδή, τις συμβολοποιημένες απεικονίσεις του μάταιου της ζωής. Η παράδοση των “ματαιοτήτων” είναι μακραίωνη και ο εικονογραφικός τους τύπος περιγράφεται με μια νεκρή φύση στην οποία είτε υπάρχει κάποιο ανθρώπινο κρανίο ή κάποια σιχαμερά έντομα κατατρώγουν τη σάρκα λαχταριστών φρούτων. Στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, χαρακτηριστικές vanities θεωρούνται τα έργα του Damien Hirst του “enfant terrible” της σύγχρονης τέχνης, θυμίζω τα χαρακτηριστικά διαμαντένια κρανία. Αλίευσα την εικόνα του έργου του Ρούμπινστάϊν από τον κατάλογο της έκθεσης “C’est la vie De Caravage a Damien Hirst” που διοργανώνεται στο Παρίσι μέχρι τέλος του μήνα και τον οποίο μου τον έστειλε ως δώρο φίλος που ζει εκεί και ξέρει τη μανία μου με τις Vanities. Πιστεύω ότι τα έργα αυτά με τον αυθάδη σαρκασμό τους, φτιαγμένα από δημιουργούς που δεν έμειναν γνωστοί μόνο για το έργο τους αλλά και για τον προκλητικό τους βίο, έχουν μια ιδιαίτερη αξία στις μέρες μας με όλη την ηθικολογία που αίφνις έχει ενσκύψει με αφορμή την κρίση. Σκοπεύω όλο αυτό να το αντιμετωπίσω ακριβώς έτσι: κάθε που θα έρχομαι αντιμέτωπη με τον μπάρμπα-Μήτσο και τις λογικές του, I will pull a vanity στα μούτρα, που λέμε και στο χωριό μου, νοτίως των Γρεβενών.  Αφού θα πεθάνουμε γιατί να πάμε καν στο σχολείο, πόσο μάλλον γιατί να διατηρούμε και τα διάφορα ΕΚΕΜΕΛ…

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Η κα Ευθυμιοπούλου έχει εφαρμόσει εκτεταμένα το ρητό του Δαρβίνου «δεν είναι το ισχυρότερο από τα είδη που επιβιώνει, ούτε και το εξυπνότερo, είναι αυτό που είναι πιο προσαρμοστικό». Έτσι λοιπόν έχει πραγματοποιήσει διάφορες οβιδιακές μεταμορφώσεις στην καριέρα της και στο πολύ πρόσφατο παρελθόν (δεν θα ναι πάνω από μήνας) δήλωνε αναρχο-φιλελεύθερη, δηλαδή δήλωνε άρνηση σε οποιαδήποτε κρατική υπόσταση. Φαντάζομαι πως ύστερα από αυτό το άρθρο θα δηλώνει…Συνασπισμός; Ή έστω σοσιαλδημοκράτισα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: