Πώς επηρεάζει η κρίση της ελληνικής οικονομίας την Ε.Ε.;

Της Ελίνας Τζανουδάκη

Είναι γνωστό ότι η δεινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα και ιδίως το υψηλό δημόσιο χρέος (300 δις) σε συνδυασμό με το διψήφιο δημοσιονομικό έλλειμμα (12,7%) εκτόξευσαν το κόστος δανεισμού της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, η συνεχής και χωρίς προηγούμενο υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από τους οίκους αξιολόγησης κατέδειξε την έλλειψη αξιοπιστίας της χώρας στο διεθνείς κεφαλαιαγορές και συνέτεινε στην αύξηση του επιτοκίου δανεισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Φεβρουάριο του 2010 η Ελλάδα κατάφερε να δανειστεί με διπλάσιο επιτόκιο (6%) από την Γερμανία, επιτόκιο που κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για χώρα μέλος της ευρωζώνης. (Αξίζει να σημειωθεί ότι ακριβότερα από την Ελλάδα δανείζονται μόνο χώρες που ανακάστηκαν να προσφύγουν στο ΔΝΤ πχ η Λετονία). Το ενδεχόμενο προσφυγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ παρότι δεν έχει μέχρι σήμερα αποκλειστεί από την ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο πίεσης προς την ΕΕ ώστε η τελευταία να εκφράσει εμπράκτως τη στήριξη της προς την Ελλάδα. Η δανειοδότηση της Ελλάδας από το ΔΝΤ δεν αποτελεί επιθυμητή εξέλιξη για τις χώρες της ευρωζώνης καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα για το κοινό νόμισμα και την αξιοπιστία της ΟΝΕ, και απόδειξη της αδυναμίας της να διαχειριστεί «τα του οίκου της».

Παρότι η Ε.Ε. αναγνωρίζει ότι το ενδεχόμενο κήρυξης στάσης πληρωμών στην Ελλάδα δεδομένης της δυσκολίας δανεισμού θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για το οικοδόμημα της ΟΝΕ,  η ευρωπαική στήριξη παραμένει μέχρι σήμερα σε πολιτικό επίπεδο, παρά την σιωπηλή επιθυμία της Ελλάδας να συγκεκριμενοποιηθεί υπό τη μορφή εγγυήσεων ή δανείου με στόχο τον κατευνασμό των αγορών και την αποκλιμάκωση του επιτοκίου. Επίσημη θέση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ότι «εμείς δεν ζητάμε χρήματα. Ζητάμε όμως να δανειζόμαστε με το ίδιο επιτόκιο που δανείζονται οι άλλες χώρες της ευρωζώνης.» Ωστόσο, η ελληνική πλευρά γνώριζε ότι προυπόθεση για την αποκλιμάκωση του επιτοκίου είναι η δημοσιοποίηση ενός σχεδίου έμπρακτης και όχι αόριστης στήριξης της Ελλάδας. Είναι γνωστό ότι η πολιτική στήριξη της Ε.Ε. καθώς και τα μέτρα για τον περιορισμό του ελλείμματος που ανακοινώθηκαν ελάχιστα «συγκίνησαν» τις αγορές ώστε να μειωθεί σημαντικά το spread.  Το ζητούμενο, επομένως, για την ελληνική κυβέρνηση παραμένει η μείωση του επιτοκίου ή αλλιώς του κόστους δανεισμού.

Διαφορετικά όμως φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την κατάσταση το Εurogroup που συνεδρίασε πριν μερικές μέρες. Σύμφωνα με το τελευταίο ανακοινωθέν, το ζητούμενο για το Eurogroup είναι η οικονομική σταθερότητα της ευρωζώνης, ενώ φαίνεται ότι το ελληνικό αίτημα για δανεισμό με ίδιους όρους, με ευνοικό δηλαδή επιτόκιο, δεν βρίσκει σύμφωνους τους ευρωπαίους εταίρους. Η επίσημη θέση του Eurogroup είναι από μια ηθική σκοπιά σωστή. Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα με τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει να δανείζεται με τους ίδιους όρους που δανείζεται και η Γερμανία; Εξάλλου το επιτόκιο είναι αυτό που αντικατοπτρίζει την δημοσιονομική κατάσταση. Ωστόσο, στη πράξη όλοι αναγνωρίζουν τη δυσκολία της Ελλάδας να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της εφόσον συνεχίσει να δανείζεται με τόσο υψηλό επιτόκιο καθώς είναι σαφές ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων που προβλέπονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα χρηματοδοτούν το δημόσιο χρέος.

Όμως, όσο αποφασισμένη και αν είναι η σημερινή κυβέρνηση να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά λαμβάνοντας και υλοποιώντας τα κατάλληλα μέτρα, η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζεται σήμερα η Ελλάδα τόσο από τις διεθνείς αγορές όσο και από τους εταίρους στην Ε.Ε. (βλ. «Greek Statistics») είναι το τίμημα της ανευθυνότητας που επέδειξε τα προηγούμενα χρόνια. Έσχατη λύση; Η προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λύση που, όπως αναφέραμε παραπάνω, μακροχρονίως δεν αποτελεί συμφέρουσα επιλογή ούτε για την Ελλάδα ούτε για την ΕΕ. (Βεβαίως, μακροχρονίως είμαστε όλοι νεκροί…Βραχυχρονίως τώρα, δηλαδή στο τέλος του μήνα η Ελλάδα πρέπει να δανειστεί και το επιτόκιο παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό.)

Η Γερμανία, μαζί με την Ολλανδία, την Φινλανδία και την Αυστρία είναι οι χώρες που αρνούνται να συναινέσουν στην έμπρακτη οικονομική αλληλεγγύη προς την Ελλάδα χωρίς ωστόσο παράλληλα να υποστηρίζουν την προσφυγή της στο ΔΝΤ όπως η Σουηδία και η Βρετανία. Η άρνηση της Γερμανίας οφείλεται κυρίως σε τρεις λόγους: α) στη πεποίθηση της ότι αν «διασωθεί» η Ελλάδα δημιουργείται ένα επικίνδυνο για το μέλλον της ΟΝΕ προηγούμενο καθώς εξαλείφεται κάθε κίνητρο των άλλων χωρών για δημοσιονομική προσαρμογή β) στο ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκει δανειστές στις αγορές ακόμα και με υψηλό επιτόκιο δεν υπάρχει λόγος παρέμβασης και γ) στην αντίθεση της γερμανικής κοινής γνώμης για οποιαδήποτε βοήθεια στην Ελλάδα, αλλά και στην αντίθεση του κόμματος των φιλελευθέρων, μέλος του κυβερνητικού συνασπισμού της Γερμανίας.

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας πυροδότησε έντονες συζητήσεις για το μέλλον και την βιωσιμότητα της ΟΝΕ, την οικονομική διακυβέρνηση, αλλά και την φύση της Ε.Ε. Οι κυριότερες από αυτές αφορούσαν την έκδοση ευρωομολόγου, την δημιουργία ενός ευρωπαικού νομισματικού ταμείου, τη στήριξη της Ελλάδας σε μια βάση εθελοντικής παροχής οικονομικής βοήθειας από τις χώρες που το επιθυμούν ή τη παροχή εγγυήσεων και από τα 27 κράτη μέλη της ένωσης. Όλα αυτά τα σενάρια ανέδειξαν κυρίως τις δομικές αδυναμίες της ΟΝΕ. Αν η ΟΝΕ δεν ήταν μια ατελής, αλλά μια άριστη νομισματική περιοχή θα διέθετε κάποιον μηχανισμό ισχυρής εισοδηματικής ανακατανομής μεταξύ των ΚΜ μέσω ενός υψηλού κεντρικού ευρωπαικού προυπολογισμού. Κάτι τέτοιο όμως προυποθέτει την μετεξέλιξη της ΕΕ σε ομοσπονδία. Η ευρωζώνη επομένως που παραμένει η μοναδική περίπτωση όπου πολιτικά ανεξάρτητες χώρες αποφασίζουν να υιοθετήσουν ένα κοινό νόμισμα, θα εξακολουθήσει να είναι ένα ασύμμετρο σύστημα εφόσον η μακροοικονομική και δημοσιονομική πολιτική παραμένει στη δικαιοδοσία των ΚΜ. Την άποψη αυτή φαίνεται ότι ενστερνίζεται η Γαλλία που εξελίσσεται, σε αντίθεση με τη Γερμανία, σε ένθερμο υποστηρικτή της οικονομικής διακυβέρνησης δηλαδή της εγκαθίδρυσης ενός συστήματος πολιτικού συντονισμού της οικονομικής πολιτικής που θα πηγαίνει πέρα από την απλή τήρηση των ορίων για τα ελλείμματα και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Όπως αναφέραμε, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις σχετικά με τη μελλοντική φύση της Ε.Ε. Οι αντιφατικές δηλώσεις αξιωματούχων της Ε.Ε., οι διαφορές των κρατών μελών και τα επιμέρους συμφέροντα δημιούργησαν ένα κλίμα σύγχυσης με συνέπεια να μην καταστεί τελικώς εφικτή η υιοθέτηση μιας κοινής στάσης απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να τύχει βοήθειας καθώς κάτι τέτοιο δεν είναι «ηθικό» για τις χώρες της ευρωζώνης που φρόντιζαν να έχουν υγιή δημόσια οικονομικά, ενώ άλλοι εστίαζαν περισσότερο στο κίνδυνο που θέτει η αδυναμία δανεισμού της Ελλάδας για την νομισματική ένωση. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με μια άποψη εντείνει τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε., τροφοδοτεί τον ήδη αυξημένο ευρωσκεπτικισμό και απομακρύνει την προοπτική της πολιτικής ένωσης. Εξετάζοντας, ωστόσο, τη κρίση από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει το αντίθετο: Ότι δηλαδή η πρόοδος της ενοποίησης πέρα από το σημείο που βρίσκεται σήμερα μόνο υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να συντελεστεί. Την πίεση αυτή που μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός προώθησης της ενοποίησης ασκεί το ενδεχόμενο κατάρρευση της ευρωζώνης εξ αιτίας των ασυμμετριών που την επιβαρύνουν. Με όρους κόστους – οφέλους, αυτό δεν συμφέρει κανέναν και αν δεν αποφευχθεί τότε το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο για όλους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: