Iki dir bir bavul

Γράφει η Ρένα Χόπλαρου

Ας φανταστούμε τον εφιάλτη ενός εκπαιδευτικού: τοποθετείται πρωτοδιόριστος σε ένα απομακρυσμένο, μονοθέσιο σχολείο με ανύπαρκτη υλικοτεχνική υποδομή. Το εκπαιδευτικό υλικό που έχει στη διάθεσή του είναι εντελώς ακατάλληλο. Ζει χωρίς τρεχούμενο νερό και με συχνές διακοπές ρεύματος. Η μόνη του επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο, όταν υπάρχει σύνδεση, είναι το κινητό του τηλέφωνο. Άφησα το καλύτερο για το τέλος: δεν μιλάει την ίδια γλώσσα με τους μαθητές του και δεν έχει λάβει καμία εκπαίδευση από το πανεπιστήμιο του για το πώς να διδάξει την επίσημη γλώσσα του σχολείου ως ξένη ως προς από τη μητρική των μαθητών του. Τι είδους εκπαίδευση άραγε θα προσφέρει στους μαθητές του;

Αυτήν ακριβώς την απίστευτα ζόρικη εκπαιδευτική συνθήκη περιγράφουν στο ντοκιμαντέρ τους «Iki dir bir bavul» («Στο δρόμο για το σχολείο»), οι Orhan Eskiköy και Özgür Doğan.  Οι δύο Τούρκοι σκηνοθέτες ακολουθούν με την κάμερά τους τον Εμρέ, ένα πρωτοδιοριζόμενο δάσκαλο, ο οποίος πηγαίνει για να διδάξει σε ένα φτωχό και σκονισμένο κουρδικό χωριό κάπου στην ανατολική Τουρκία. Εκεί, ο νεαρός δάσκαλος, θα ζήσει για ένα χρόνο απομονωμένος σε ένα δωματιάκι μες στο σχολείο. Το τηλεφώνημα στη μητέρα του φαίνεται να είναι η μόνη επαφή που έχει ο Εμρέ με τον «πολιτισμό» κατά τη διάρκεια της «εξορίας» του. Οι δύο σκηνοθέτες καταφέρνουν μέσα από τις εικόνες της καθημερινής ζωής του Εμρέ, εντός και εκτός της σχολικής τάξης, να αναδείξουν με απλότητα και με τόλμη ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει το τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα: την εκπαίδευση των παιδιών του κουρδικού πληθυσμού.

Το ντοκιμαντέρ μας παρουσιάζει έναν εκπαιδευτικό που αδυνατεί να αντιμετωπίσει μια τόσο δύσκολη και ευαίσθητη πολιτικά συνθήκη που υπερβαίνει κατά πολύ το εκπαιδευτικό πλαίσιο. Επίσης, το ντοκιμαντέρ, καταφέρνει να αναδείξει τις φανερές και τις κρυφές συγκρούσεις χρόνων οι οποίες αντανακλώνται και εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου. Τελικά ο Εμρέ, καταφεύγει σε όλες τις λάθος παιδαγωγικές μεθόδους (προφανώς αναπαράγει τις εκπαιδευτικές πρακτικές των δικών του δασκάλων): απαγορεύει στα παιδιά να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα μες στην τάξη, βάζει τιμωρίες του τύπου «σταθείτε όρθιοι στο ένα πόδι», ρωτάει συνέχεια το ίδιο πράγμα κάνοντας τα παιδιά να νιώθουν στην καλύτερη περίπτωση, αμηχανία, στη χειρότερη, μειονεξία επειδή δεν τον καταλαβαίνουν. Από τις πιο θλιβερές σκηνές του φιλμ είναι αυτή που δείχνει τα παιδιά της πρώτης τάξης στο τέλος της χρονιάς να επαναλαμβάνουν σαν υπάκουα στρατιωτάκια τον τουρκικό όρκο. Δεν κατανοούν λέξη από αυτό που «παπαγαλίζουν» σαν προσευχή. («Είμαι Τούρκος. Είμαι εργατικός. Είμαι τίμιος. Οι αξίες μου είναι να προστατεύω τους  νεαρότερους και να σέβομαι τους μεγαλύτερους. Η ύπαρξη μου είναι αφιερωμένη στη συνέχιση της τουρκικής ύπαρξης…»). Εν ολίγοις δημιουργείται μια αφόρητη κατάσταση με πολλή συμβολική βία που οδηγεί στο αδιέξοδο. Η συγκεκριμένη μεθοδολογία το μόνο που κάνει είναι να κρατάει τα παιδιά κουρδικής καταγωγής αναλφάβητα και αμόρφωτα.

Σε αρκετές περιπτώσεις η κάμερα εστιάζει στις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο συγκεκριμένος κουρδικός πληθυσμός. Η απόσταση μεταξύ του πολιτισμικού κεφαλαίου της οικογένειας των παιδιών και αυτού που απαιτεί το σχολείο (καθαριότητα, συγυρισμένα τετράδια, συγκεκριμένος κώδικας συμπεριφοράς, αδυναμία των γονιών να βοηθήσουν τα παιδιά τους αφού οι περισσότερες μητέρες δεν μιλάνε καν τουρκικά) μοιάζει να είναι αγεφύρωτη. Ουσιαστικά τα παιδιά που ζουν στα κουρδικά χωριά της ανατολικής Τουρκίας φαίνεται να έχουν δύο βασικές επιλογές: 1) να ενσωματώσουν τη συμβολική βία  που ασκείται μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εθνικής εκπαίδευσης και να οδηγηθούν σε εθνοτική αλλοτρίωση ή 2) να κρατήσουν τη μειονοτική συνείδηση και ταυτότητα τους αλλά να μην τη δηλώνουν δημόσια γιατί μια τέτοια ενέργεια θα είχε κόστος. Τους το μαθαίνει αυτό το σχολείο από τα πέντε τους αφού τους απαγορεύει να μιλούν τη γλώσσα τους. Έτσι, η μειονοτική ταυτότητα βιώνεται ως μια μειωτική ταυτότητα που έχει δικαίωμα να υπάρχει μόνο εντός του εσωτερικού δικού της πλαισίου, δηλαδή εκτός του δημόσιου χώρου. Συνήθως τα παιδιά που επιλέγουν αυτή τη διαδρομή εγκαταλείπουν το σχολείο αρκετά νωρίς γιατί «δεν τα σηκώνει το κλίμα».

Το ντοκιμαντέρ επίσης αναδεικνύει προβληματικές που αντιμετωπίζουν λίγο πολύ όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα της εποχής μας όταν έρχονται σε επαφή με την «ετερότητα». Δεν μπόρεσα να αποφύγω τον παραλληλισμό με το τι συνέβαινε και εν πολλοίς συμβαίνει ακόμα στα εκατό περίπου μειονοτικά σχολεία που βρίσκονται διάσπαρτα στον κάμπο και στον ορεινό όγκο των τριών νομών της Θράκης. Στο Γονικό για παράδειγμα, ένα πομάκικο χωριό, τρία χιλιόμετρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, ισχνές αγελάδες ακόμα κυκλοφορούν  ελεύθερες στους χωμάτινους δρόμους του χωριού. Τα παιδιά πάνε σχολείο χωρίς να γνωρίζουν ελληνικά και η μόνη τους επαφή με τη γλώσσα του κράτους του οποίου είναι πολίτες είναι ο δάσκαλός τους. Το σκηνικό είναι πανομοιότυπο παντού στη Θράκη, γράφει η Αλεξάνδρα Ανδρούσου (2002), η υπεύθυνη της επιμόρφωσης εκπαιδευτικών και παραγωγής εκπαιδευτικού υλικού στο Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών «Eκπαίδευση Mουσουλμανοπαίδων» (επιστημονική υπεύθυνη: Ά. Φραγκουδάκη). «Δρόμοι που κόβονται με τις πρώτες βροχές, χωριά που μένουν ως και σαράντα μέρες χωρίς ρεύμα, από το χιόνι, ξύλινο αλέτρι, η ΔΕΗ που φτάνει τον Μάρτιο του 1999, ένα μήνα πριν από εμάς, στο χωριό Διάσπαρτο της Ξάνθης και τα παιδιά να μας ρωτούν για το ηλεκτρικό! Σχολεία χαμηλοτάβανα, θρανία παλιά, ξυλόσομπες που καταλαμβάνουν τη μισή τάξη, κάπνα που δυσκολεύει την αναπνοή. Η Ελλάδα του ‘50». Παράλληλες εκπαιδευτικές εικόνες λοιπόν: η βόρεια Ελλάδα και η ανατολική Τουρκία.

Θα ήθελα να δω το ντοκιμαντέρ των Orhan Eskiköy και Özgür Doğan να παίζεται σε όλα τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων κυρίως «πριν από τον δρόμο των μελλοντικών εκπαιδευτικών για το σχολείο». Θα ήταν επίσης ένα πολύ θετικό βήμα εάν τα Υπουργεία Παιδείας της Ελλάδας, της Κύπρου και της Τουρκίας έστελναν το ντοκιμαντέρ “Στο Δρόμο για το Σχολείο» μαζί με αυτό που εγώ θα ονόμαζα ως το alter ego του, το ντοκιμαντέρ «Πώς σε λένε;» (1998)  της Αλεξάνδρας Ανδρούσου, σε όλα τα σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το «Πώς σε λένε;» εξετάζει μέσα από δεκάδες συνεντεύξεις τις ομοιότητες και τις διαφορές που χαρακτηρίζουν τις ταυτότητες των κατοίκων της Θράκης, τις μνήμες τους, τα αισθήματα του ανήκειν, τις κοινωνικές ανισότητες και τις ιεραρχήσεις της θρακιώτικης συνθήκης.

Το ντοκιμαντέρ «Iki dir bir bavul», παίχτηκε με επιτυχία σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κατά τη διάρκεια του 2008. Προβλήθηκε στο  Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Λευκωσίας τον ίδιο χρόνο και από τον Όμιλο Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας σε ένα μίνι festival ταινιών τον περασμένο Δεκέμβρη.

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Το πρόβλημα με τα δικά μας παιδάκια από τα ελληνόφωνα της βόρειας Τουρκίας με τον ίδιο τρόπο το «έλυσε» το τουρκικό κράτος απ’ τη δεκαετία του ’90. Μόνο που στα δικά μας, οι τούρκοι δάσκαλοι ήταν και Γκρίζοι Λύκοι…

    Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε ότι στην περιοχή της βόρειας Τουρκίας στην Τραπεζούντα υπάρχουν πολλοί ελληνόφωνοι Πόντιοι μουσουλμάνοι.

    Δείτε ένα κείμενο δικό τους στην «Radikal» :

    http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/12/03/3-12-2007/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: