Πένθος, μελαγχολία και «εθνική συνείδηση», ή, περί κρυφομεταναστών

Μια ενδιαφέρουσα ψυχαναλυτική προσέγγιση για όσους εναντιώνονται στην ιθαγένεια των μεταναστών. Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο radical desire.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησα σπουδάζοντας για περίπου πεντέμιση χρόνια, πρόσεξα ένα παράξενο φαινόμενο στις σχέσεις μου με τους ελληνοαμερικανούς μετανάστες: Μιλούσαν διαρκώς με μεγάλη θέρμη για ζητήματα έθνους, εθνικής ταυτότητας, εθνικής ιστορίας, εθνικών κινδύνων και εθνικής αλλοίωσης, αλλά είχαν μηδενική επαφή με την Ελλάδα, για την οποία σε άλλες στιγμές έλεγαν τα χειρότερα δυνατά πράγματα. Εγώ από την άλλη σπανιότατα έβλεπα τον λόγο να ασχοληθώ με τέτοιου είδους ερωτήματα, αλλά στην Ελλάδα επέστρεφα κάθε χρόνο και καθόμουν όσο το δυνατό περισσότερο.

Από τους συμπατριώτες συμφοιτητές μου, από την άλλη πλευρά, αυτοί που είχαν την πιο εμμονική σχέση με την ελληνικότητα, έμειναν στις Η.Π.Α και αποτελούν, πλέον, μέλη της νέας γενιάς μεταναστών εκεί. Αντίθετα, εγώ, που είχα πάντοτε πολύ πιο δεκτική σχέση με τις ίδιες τις Η.Π.Α, δεν διανοήθηκα ποτέ να μείνω εκεί μόνιμα και επέστρεψα στην Ελλάδα για να κάνω την δεκαοκτάμηνη στρατιωτική μου θητεία (σε αντίθεση με αρκετούς από τους εν Αμερική ασυμβίβαστους πατριώτες). Οι φιλικές μου σχέσεις με Ιρλανδούς και ιρλανδοαμερικανούς αποκάλυψαν ένα σχεδόν ταυτόσημο φαινόμενο: οι σκληροπυρηνικότεροι υποστηρικτές του ανένδοτου αγώνα κατά του Η.Β ήταν κάτοικοι Η.Π.Α, και μιας και αυτούς γνώρισα πρώτα, η πρώτη μου επίσκεψη στην Ιρλανδία με σόκαρε με το πόσο πιο συμβιβαστικός και αυτοκριτικός ήταν ο μέσος, εξαντλημένος από την διαρκή και άκαρπη βία, Ιρλανδός.

Παρακολουθώντας την ομιλία του Ζίζεκ «Μια λακανική έκκληση για φονταμενταλισμό» που δημοσίευσα πρόσφατα, σκεφτόμουν για την σχέση αυτών των παράδοξων φαινομένων με την περίφημη φροϋδική αντίστιξη πένθους (mourning) και μελαγχολίας (melancholy). Στην πρώτη αντίδραση στην απώλεια, ως γνωστόν, ο Φρόυντ βλέπει μια διαδικασία σταδιακής επεξεργασίας της, έτσι ώστε αυτός που πενθεί, αρχίζει σιγά-σιγά να αποδέχεται την απώλεια ως μη αναστρέψιμη. Αντίθετα, ο μελαγχολικός αρνείται να αποδεχτεί το συμβάν της απώλειας, και προσαρτάται στο χαμένο αντικείμενο ναρκισσιστικά, αντλώντας από το μελαγχολικό σύμπτωμα την δευτερογενή ηδονή που του δίνει η αίσθηση ότι «παραμένει πιστός» σε αυτό που χάθηκε.

Είναι ξεκάθαρο ότι τόσο οι παλιότεροι όσο και οι νεότεροι μετανάστες που γνώρισα στις Η.Π.Α μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως μελαγχολικοί. Αφενός γιατί ανέπτυξαν μια εμμονική σχέση με την «χαμένη πατρίδα», αφετέρου γιατί μετέτρεψαν την δυστυχία χωρισμού από αυτήν σε δευτερογενή πηγή ηδονής. Στην ίδια ομιλία, ο Ζίζεκ, αναφερόμενος στην συναφή συζήτηση του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, παρατηρεί ότι το εκπληκτικό σε ό,τι αφορά την μεταμοντέρνα μελαγχολία είναι ότι αρχίζει να θρηνεί την απώλεια εκ των προτέρων, διότι το αντικείμενο της επιθυμίας δεν την ενδιαφέρει παρά ως απωλεσθέν. Με άλλα λόγια, προδίδει το αντικείμενο της ως ζωντανό οργανισμό ακριβώς έτσι ώστε να μπορεί να παραμείνει αιώνια πιστή σε αυτό ως νεκρό. Αυτό ακριβώς όμως ήταν το κοινό σημείο των ελλήνων μεταναστών που γνώρισα στις Η.Π.Α: Με την πραγματική, ζώσα Ελλάδα, δεν ήθελαν καμμία σχέση. Η Ελλάδα αυτή τους άφηνε παγερά αδιάφορους, και ήταν πάντα διατεθειμένοι να επιχειρηματολογήσουν για τις μύριες όσες αδυναμίες της έναντι της χώρας στην οποία προσέφυγαν. Όχι, αυτό στο οποίο ήταν εμμονικά προσκολλημένοι ήταν μια φαντασιακή Ελλάδα, απομακρυσμένη από τους ίδιους στον χώρο και τον χρόνο, μια Ελλάδα-κειμήλιο. Για αυτό ακριβώς τον λόγο δεν ένιωθαν καμμία ανάγκη να επιστρέψουν, ή και όταν τύχαινε να πάνε πίσω για ένα διάστημα επέστρεφαν, θυμάμαι, στις Η.Π.Α, εκνευρισμένοι και ασυμφιλίωτοι με οτιδήποτε έτυχε να δουν ή να ζήσουν εκεί.

Tα παραπάνω είναι από λίγο-πολύ γνωστά ως κοινότυπα ως παρατηρήσεις για την μελαγχολική ψυχολογία πολλών μεταναστών. Αυτό το οποίο είναι σαφώς πιο ενδιαφέρον είναι το πανομοιότυπο της στάσης των μεταναστών αυτών με τους αντιμετανάστες εθνικιστές μέσα στην Ελλάδα του παρόντος. Διότι οι δεύτεροι, ζώντας ήδη μέσα στον ζωντανό εθνικό οργανισμό, συμπεριφέρονται ωσάν να ζουν υπό διαρκή κατάσταση απώλειας, ωσάν η υπάρχουσα πραγματικότητα του έθνους να είναι βλασφημία και προσβολή απέναντι στην μνήμη του ως απωλεσθέντος που όμως, ταυτόχρονα, δεν εγκαταλείπεται· ωσάν, με άλλα λόγια, να διεκδικούν το δικαίωμα να θρηνούν ως ωσεί παρόν κάτι το οποίο για τους υπόλοιπους είναι ακόμη πραγματικά ζωντανό. Για τον αντιμεταναστευτικό εθνικιστικό λόγο το «έθνος» είναι ήδη ένα κειμήλιο απώλειας και θανάτου που έχει όμως υποκαταστήσει τον απορριπτέο, ζωντανό του εαυτό. Τίποτε δεν μπορεί να καλύψει το κενό της χώρας που χάθηκε, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, της χώρας-που-έχει-ήδη-πάντοτε-χαθεί, δηλαδή της χώρας που αποτελεί αντικείμενο λιμπιντινικής επένδυσης μόνο ως ήδη νεκρή. Πότε μιλά ο εθνικιστικός αντιμεταναστευτικός λόγος για το έθνος καταφατικά, με αγάπη; Αυτό στο οποίο απευθύνεται είναι μια κοινότητα εν απωλεία, και το μίσος του –και είναι αβυσσαλέο το μίσος τούτο– στρέφεται ενάντια σε όλους όσους συνεχίζουν, απλώς, να ζουν και να θέλουν απλώς να ζήσουν, να ζήσουν ωσάν να μην έχουν ήδη χαθεί τα πάντα, ωσάν η ζωή να είναι κάτι άλλο από διαρκή θρήνο για αυτό που δεν μπορώ ποτέ να έχω.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο εθνικιστικός αντιμεταναστευτικός συνασπισμός δεν θα ικανοποιηθεί αν δεν υλοποιηθεί τελικά η παροχή ιθαγένειας στους μετανάστες. Δεν θα ικανοποιηθεί ούτε αν και ο τελευταίος μετανάστης αποχωρήσει από την χώρα. Δεν θα ικανοποιηθεί, στις πιο ακραίες του πολιτικές εκφάνσεις, ακόμη και αν κάψει και την τελευταία συναγωγή ή σταματήσει την ανέγερση και του τελευταίου τζαμιού. Γιατί το αντικείμενο της επιθυμίας του είναι εξ ορισμού η ίδια η φαντασματική απώλεια (του φαντάσματος της εθνικής καθαρότητας και ομοιογένειας, της υποτιθέμενης στιγμής πλήρους  σύμπτωσης εαυτού με εαυτό), και συνεπώς θα βρίσκει πάντα τρόπους να εφευρίσκει την απώλεια αυτή παντού. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο ναζισμός δεν είναι παρά η καθαρότερη, η πιο ανεξέλεγκτη έκφανση της ενόρμησης θανάτου (death drive) που κρύβεται μέσα σε κάθε εθνικιστική μελαγχολία. Κανένα Ολοκαύτωμα Εβραίων, ανάπηρων, τσιγγάνων, ή ομοφυλόφιλων δεν στάθηκε αρκετό για να γεμίσει το κενό που ενσάρκωνε το όνομα «Γερμανία», γιατί το κενό αυτό μπορούσε να βαφτιστεί αντικείμενο της συλλογικής επιθυμίας μόνο με τον όρο ότι θα μπορούσε διαρκώς να εφευρεθεί ένας ακόμα που δήθεν παρεμπόδιζε την εκστατική ένωση με αυτό, ένας ακόμα εχθρός του κράτους, ένας ακόμα «ξένος.» Υπάρχει μια πολύ σκοτεινή αλήθεια πίσω από την φράση πολλών αντιμεταναστών εθνικιστών ότι «έχουν φτάσει να νιώθουν μετανάστες στην ίδια τους την πατρίδα.»

Και η σκοτεινή αυτή αλήθεια φανερώνεται από το γεγονός πως κανείς ο οποίος αισθάνεται καταφατικά για το ανήκειν στην πατρίδα του δεν μισεί και δεν φοβάται τον μετανάστη, όπως κανείς υγιώς ετεροφυλόφιλος δεν γίνεται ομοφοβικός, όπως κανείς πραγματικός πιστός δεν φοβάται τον «άθεο.» Η φράση «είμαστε όλοι μετανάστες» θα έπρεπε, ίσως, να αποτελεί το σλόγκαν όχι αυτών που υπερασπίζονται τα μεταναστευτικά δικαιώματα, αλλά αυτών που απεχθάνονται τους μετανάστες γιατί είναι, ασύνειδα, μετανάστες, θύματα της απώλειας ενός φαντασματικού ανήκειν, την οποία αντιπαρέρχονται μετατρέποντας τον ίδιο τον εκδικητικό θρήνο σε φετιχιστική πηγή ηδονής.

Advertisements

Ένα Σχόλιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: