Ο «Δεκέμβρης» και οι ήρωες του Χάνεκε

Ιδού μια απολαυστική-επίκαιρη ανάλυση του Δεκέμβρη μέσα από την ταινία του Χάνεκε «λευκή κορδέλα». Αναδημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου από την ιστοσελίδα ppol.gr.

Του Σπύρου Βλέτσα

«[…] Οι ιστορίες του Χάνεκε μας δίνουν ορισμένες αφορμές για να ξαναδούμε μερικές πτυχές της βίαιης έκρηξης του Δεκεμβρίου του 2008, αλλά και των πολλών βίαιων περιστατικών που την ακολούθησαν. Τα γεγονότα προέκυψαν από έναν συνδυασμό πολλών μικρών και μεγάλων παραγόντων. Για όσους δεν αρκούνται σε εύκολες απλουστεύσεις, η εξέταση ακόμη και των φαινομενικά ασήμαντων παραμέτρων είναι χρήσιμη, ακόμη και αν δεν προσφέρει μια ολοκληρωμένη ερμηνεία.

«Λέμε βίαιο το ποτάμι, αλλά δεν λέμε βίαιες τις όχθες του» έγραφε ο Μπρεχτ (Brecht). Και πράγματι, είναι πάντα απαραίτητη η αναζήτηση των αιτίων που γεννούν τη βία. Όμως εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να ερμηνεύσουμε επιφανειακά τη βία, ως αποτέλεσμα μόνο των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Τα κοινωνικά προβλήματα δεν οδηγούν μηχανιστικά σε βίαιες πρακτικές. Χρειάζεται να συνδυαστούν με ένα πλήθος αντιλήψεων και κυρίως με αυτό που ονομάζουμε ιδεολογία. Έτσι η εγκληματικότητα που προκαλεί η φτώχεια στις «φαβέλες» των μεγαλουπόλεων της λατινικής Αμερικής είναι πολύ διαφορετικό φαινόμενο από την ισλαμική τρομοκρατία, η οποία έχει σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Οι κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου του 2008 είχαν τη μορφή ομόκεντρων κύκλων. Ο ευρύτερος κύκλος ήταν ένα μεγάλο πλήθος φοιτητών, μαθητών και νέων που διαμαρτύρονταν έντονα, αλλά δεν προκαλούσαν καταστροφές. Από κει και πέρα, αισθητά μικρότερα σύνολα προχωρούσαν σε εμπρησμούς και λεηλασίες. Το πλήθος όσων συμμετείχαν σ’ αυτές τις ενέργειες ήταν σαφώς πολύ μικρότερο από το συνολικό πλήθος των διαδηλωτών, όμως ήταν πολύ μεγαλύτερο από τις μικρές ομάδες που έδειχναν στο παρελθόν ανάλογη συμπεριφορά. Είναι λάθος να δούμε τις καταστροφές σαν πράξεις μεμονωμένων προσώπων, αλλά είναι επίσης λάθος να μιλήσουμε για μια συνολική μαζική εξέγερση των νέων. Πρόκειται για ένα σαφώς μειοψηφικό ρεύμα, όχι όμως αμελητέο αν συνυπολογίσουμε και τις πολιτικές και δημοσιογραφικές προεκτάσεις του.

Η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή προκάλεσε σε όλους ένα μεγάλο σοκ, το οποίο πέρα από τη θλίψη πήρε και χαρακτήρα πολιτικής οργής. Πάνω στη συναισθηματική έκρηξη και την πολιτική οργή, αρκετοί επιχείρησαν να ερμηνεύσουν τη δολοφονία, όχι σαν μια ατομική ενέργεια ενός αστυνομικού, που κατέστη ανεξέλεγκτος -και γι’ αυτό φέρουν μεγάλη ευθύνη οι κάθε λογής προϊστάμενοί του- αλλά σαν μια μεθοδευμένη και διατεταγμένη ενέργεια του κράτους.

«Η κυβέρνηση ήθελε έναν νεκρό» δήλωσε τις μέρες εκείνες ο Αλέκος Αλαβάνος. Δηλαδή, ισχυρίστηκε ότι η τότε κυβέρνηση αποφάσισε να δοθούν εντολές στους υφισταμένους της να φέρουν ένα νέο νεκρό, με σκοπό να συνετισθούν οι υπόλοιποι και να πάψουν να διαμαρτύρονται.

Αν η απόφαση για τη δολοφονία είναι ατομική, τότε το αίτημα θα πρέπει να είναι, εκτός από την τιμωρία του δολοφόνου, ο δημοκρατικός πολιτικός έλεγχος στην αστυνομία με σκοπό να αποφευχθούν ανάλογα περιστατικά. Αν όμως πρόκειται για διατεταγμένη και προμελετημένη ενεργεία, τότε τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά.

Για να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές των γεγονότων χρειάζεται η λογική αποτίμησή τους. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι η δολοφονία ήταν μέρος μιας διατεταγμένης υπηρεσίας. Το αντίθετο μάλιστα. Ο αστυνομικός πήρε εντολή απεμπλοκής, όμως ο ίδιος αποφάσισε ότι πρέπει «να καθαρίσει» μόνος του την κατάσταση. Σαν ακόμη ένας ήρωας του Χάνεκε, αποφασίζει να απαντήσει με το όπλο του σ’ αυτό που αντιλαμβάνεται ως πρόκληση.

Σε μια δουλειά που απαιτεί ψυχραιμία, τήρηση κανόνων και ορθολογική κρίση, εκείνος αντιδρά πλήρως ανορθολογικά. Η ενέργειά του αποτελεί τον πρώτο λίθο σε ένα απίστευτο πινγκ πονγκ ανορθολογικών πρακτικών. Εκείνοι που πίστευαν στο «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι» ένιωσαν ότι επιβεβαιώθηκαν -και ανέλαβαν τη σκυτάλη της βίας.

Όσοι φαντασιώνουν ένα κράτος και μια αστυνομία που κάθε στιγμή μεθοδεύουν την εξόντωση των νέων, μπόρεσαν πολύ εύκολα να φθάσουν στο συμπέρασμα της διατεταγμένης ενέργειας. Οι φαντασιώσεις δεν σταματούν όμως εδώ. Αν κάποιοι συνεχώς περιμένουν την επερχόμενη εξέγερση, τότε καθετί που μοιάζει με την προσδοκία τους, το ονομάζουν εξέγερση και του δίνουν το ιστορικό νόημα που τόσο ποθούν.

Στην απέναντι πλευρά όμως δεν υπήρχε μια σκληρή κρατική καταστολή, αλλά μια παράλυτη και κατατρομαγμένη κυβέρνηση, ανίκανη να διαχειριστεί την κατάσταση και να προστατεύσει ζωτικά δικαιώματα των πολιτών. Η έλλειψη αντίδρασης πυροδότησε την πρωτοφανή έκταση των επεισοδίων και καθόρισε τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν.

Περπάτησα γύρω στις πέντε το απόγευμα της Τρίτης 9 Δεκεμβρίου στη γειτονιά μου τα Εξάρχεια και στην οδό Ακαδημίας με τα καμένα μαγαζιά. Στους δρόμους κανένα κατάστημα δε λειτουργούσε και οι περαστικοί ήταν ελάχιστοι. Ο δημόσιος χώρος ήταν το μεγάλο θύμα των βίαιων επεισοδίων. Η θλιβερή αυτή εικόνα της πραγματικότητας θα αρκούσε για να διαψεύσει κάθε φαντασίωση λαϊκής εξέγερσης. Μιας «εξέγερσης» που δεν νίκησε ή ηττήθηκε, αλλά τελείωσε με τον ερχομό των Χριστουγέννων.

Αν αναζητήσουμε σημεία αναλογίας των νέων της σημερινής Ελλάδας με τα παιδιά της «λευκής κορδέλας», δεν θα βρούμε τη σκληρή και ασφυκτική καταπίεση, αλλά έναν καινούργιο περιορισμό των οριζόντων. Οι ίδιοι οι νέοι ξοδεύουν τα νιάτα τους και οι γονείς τους τα εισοδήματά τους, σε ένα αδιέξοδο εξεταστικό σύστημα. Οι θυσίες, των γονέων και των παιδιών, ζητούν ανταμοιβή την οποία αισθάνονται ότι η αγορά εργασίας είναι δύσκολο να τους προσφέρει.

Οι νέοι πρέπει συνεχώς να προσπαθούν και να πετυχαίνουν. Τους έχει αφαιρεθεί κάθε δικαίωμα στην ενδεχόμενη αποτυχία. Η οικογένεια δεν καταπιέζει πια με τις ηθικές προσταγές, αλλά γίνεται η ίδια επενδυτής της εξέλιξης των νέων και πολλαπλασιαστής του άγχους τους. Την ώρα που τα παιδιά γράφουν στις εξετάσεις, οι γονείς αγωνιούν έξω από τα εξεταστικά κέντρα. Η επιτυχία τους, συχνά ανταμείβεται από την οικογένεια με την αγορά ενός αυτοκινήτου. Η παροχή διαδέχεται την πίεση και η πίεση την παροχή.

Έχουμε την τύχη -παρά τα μεγάλα προβλήματα- στη χώρα μας και στον ανεπτυγμένο κόσμο να ζούμε σε μια εποχή καλύτερη από κάθε προηγούμενη, από την άποψη του βιοτικού επιπέδου και των ατομικών ελευθεριών. Ζούμε όμως και σε εποχή ρευστότητας και ανασφάλειας. Σε παλιότερες κοινωνίες, που οι φτωχοί αποτελούσαν την πλειοψηφία και οι ευκαιρίες ήταν ελάχιστες, υπήρχε μια αναγκαστική συμφιλίωση με τις αντιξοότητες. Σήμερα οι γονείς θέλουν να «καθαρίσουν το τοπίο» για χάρη των παιδιών τους και να τα εξασφαλίσουν μέσα από μια σίγουρη και αποδοτική εργασία. Στην Ελλάδα, ουσιαστικά απαγορεύεται στους νέους να ρισκάρουν, τους απαγορεύεται ακόμη να διαλέξουν το επάγγελμά τους. Θα πρέπει να ακολουθήσουν τις διαδρομές του μηχανογραφικού δελτίου που συμπληρώνουν. Έτσι η δημιουργικότητα καταστέλλεται και συγκροτείται μια κοινωνία όπου οι περισσότεροι, είτε αδιαφορούν για το επάγγελμά τους, είτε το μισούν.

Η πραγματική εργασιακή ανασφάλεια συμπληρώνεται και από τον διάχυτο λαϊκίστικο λόγο πολιτικών και δημοσιογράφων, που δεν ζητάει μια κοινωνία πολλών και ίσων ευκαιριών για τους νέους, αλλά μια προεξοφλημένη σιγουριά στον καταχρεωμένο και αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα. Από τη μεριά της η πολιτική εξουσία, αντί να προσπαθήσει να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες εργασίας με την διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, πολλές φορές εκμεταλλεύεται την αγωνία των νέων και πουλάει με διάφορους τρόπους ελπίδες διορισμών στο δημόσιο, όπως έδειξε η πρόσφατη πρακτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Οι γονείς είναι και εδώ παρόντες, καθώς συναλλάσσονται με τους πολιτικούς για να εξασφαλίσουν τα παιδιά τους.

Τα σημερινά παιδιά βρίσκονται στο επίκεντρο της οικογένειας, της κοινωνίας και της οικονομίας. Από πολύ νωρίς τρέχουν σε πλήθος εξωσχολικών δραστηριοτήτων και εγκαταλείπουν την ξεγνοιασιά του παιχνιδιού. Η επένδυση των γονέων στα παιδιά τους είναι πολύπλευρη. Αυτά δεν μπορεί να υστερούν σε δεξιότητες από τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Παράλληλα η υπερπροστατευτικότητα των γονέων, στο όνομα πραγματικών ή υποθετικών κινδύνων, κρατάει τα παιδιά ασφυκτικά δεμένα πάνω τους. Μέχρι να φτάσει στο πανεπιστήμιο ένας νέος έχει τεράστιες υποχρεώσεις και ελάχιστη ελευθερία.

Τα πράγματα όμως δεν σταματούν εδώ. Οι νέοι, λόγω της αγωνίας τους για συγκρότηση ταυτότητας, αποτελούν ιδανική κατηγορία-στόχο για το μάρκετινγκ και τη διαφήμιση. Τα προϊόντα παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατασκευή της προσωπικότητάς τους και στην επικοινωνία τους με το περιβάλλον. Οι γονείς –ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί- γίνονται οι χορηγοί ενός αξιόλογου καταναλωτικού στάτους των παιδιών τους. Ακόμη και εκείνοι που δυσκολεύονται οικονομικά, φροντίζουν να στερούνται οι ίδιοι, παρά να λείψει κάτι από τα παιδιά τους.

Ξαναγυρίζοντας στα γεγονότα του Δεκεμβρίου παρατηρούμε ότι οι καταστροφές, εκτός από τράπεζες και τα καταστήματα, περιελάμβαναν δημόσια περιουσία (όπως βιβλιοθήκες, στάσεις, πεζοδρόμια) και ιδιωτικά αγαθά (όπως αυτοκίνητα). Φυσικά οι καταστροφείς εξαιρούσαν τη δική τους περιουσία (για παράδειγμα τις μοτοσικλέτες τους) και στρέφονταν μόνο σε πράγματα που ικανοποιούσαν τις ανάγκες των άλλων, ασκώντας έτσι μια μορφή εξουσίας.

Ας εστιάσουμε σε μια λεπτομέρεια: σε αρκετές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έχω παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι νέοι φορούν τα πάνινα παπούτσια μιας συγκεκριμένης μάρκας. Τα παπούτσια αυτά έχουν πολύ χαμηλό κόστος κατασκευής, αλλά η τιμή τους στην αγορά είναι υψηλή, ειδικά για νεαρούς πελάτες χωρίς μεγάλο εισόδημα. Όσοι τα αγοράζουν και τα φορούν, όχι απλώς αποδέχονται την προκλητική υπερτίμησή τους, αλλά τα αισθάνονται και ως σημάδι αναγνώρισης και σύμβολο αμφισβήτησης των κυρίαρχων αξιών. Ορισμένοι, την ώρα που καίνε τα μαγαζιά, λατρεύουν το εμπόρευμά τους και του αποδίδουν κοινωνικό νόημα. Και ακόμη θεωρούν υποχρέωση των γονέων -και κατ’ επέκταση του κράτους- να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους.

Κάπως έτσι φτάνουμε σε έναν… αντιεξουσιαστικό κρατισμό και στην αυταπάτη μιας κοινωνίας που θα συνδυάζει τα επαναστατικά ιδεώδη με την εργασία στο δημόσιο και την παροχή ενός υψηλού επιπέδου κατανάλωσης. Αυτές οι συγκεχυμένες ιδέες, μαζί με την απόσταση από το δημιουργικό ρίσκο, στρώνουν το έδαφος στον μηδενισμό. Εδώ, ίσως, βρίσκεται και ένα από τα κλειδιά για την ιδεολογική ερμηνεία όλης αυτής της πρωτοφανούς καταστροφικής μανίας.

Καθηλωμένοι στην ανωριμότητα από τη -γεμάτη παροχές και προστασία- στάση των γονέων τους, ορισμένοι νέοι θεωρούν ότι η πρόσβαση στην «καλή ζωή» πρέπει να παρέχεται αφειδώς. Και καθώς δεν παίρνουν απόσταση από τα ίδια τα προϊόντα και τα νοήματα που εκείνα εκφράζουν, ενοχοποιούν εκείνους που νομίζουν ότι τους τα στερούν.

Ανάμεσα στα καταναλωτικά προϊόντα που περιβάλλονται με αίγλη είναι και τα κινητά τηλέφωνα, ειδικά εκείνα με τις κάμερες. Στα γεγονότα του Δεκεμβρίου τα εξαρτήματα αυτά έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι πράξεις επαναστατικής βίας καταγράφονταν και διακινούνταν αυτοστιγμεί. Η εικόνα έγινε το φυτίλι για τη διάδοση και την επέκταση των γεγονότων. Η οθόνη του βιντεοπαιχνιδιού φαίνεται να βρήκε πάλι την προέκτασή της.

Εδώ ξανασυναντούμε τον Μπένι. Ο Χάνεκε υπήρξε προφητικός. Διέκρινε από πολύ νωρίς τη νέα χρήση της εικόνας. Πολλές πράξεις γίνονται και για να αποτελέσουν συναρπαστικά στιγμιότυπα. Δύο πολύ γνωστά περιστατικά δείχνουν τη ζωή να αντιγράφει την τέχνη. Οι Αμερικανοί βασανιστές στρατιώτες στο Αμπού Γκρέιμπ και οι Έλληνες βασανιστές αστυνομικοί στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας φρόντισαν οι κάμερές τους να απαθανατίσουν τα κατορθώματά τους. Χωρίς την καταγραφή των εικόνων οι αποτρόπαιες πράξεις τους θα παρέμεναν λειψές. Η βία δεν αρκεί να ασκείται, πρέπει να αποτυπώνεται, να διακινείται και να επιδεικνύεται.

Στην ταινία, έρχονται οι γονείς του Μπένι να προφυλάξουν τον γιο τους και να εξαφανίσουν τα ίχνη του φόνου. Ο μικρός στέλνεται διακοπές και ο πατέρας τεμαχίζει το πτώμα. Οι θεατές δεν βλέπουν τον τεμαχισμό, παρά ξέγνοιαστες εικόνες από το ταξίδι του παιδιού και της μητέρας του στην Αίγυπτο. Ο μικρός, ότι και αν έχει κάνει, πρέπει να παραμείνει ανενόχλητος και να μην αντιμετωπίσει καμία συνέπεια.

Στη δική μας ιστορία, η κοινωνία αποφεύγει να κρίνει με υπευθυνότητα τη στάση των νέων. Η κολακεία είναι μια εύκολη θέση, η οποία αδικεί πρώτα απ’ όλα τους ίδιους τους νέους.

«Να αφουγκραστούμε τους νέους» είναι μια φράση που ακούμε συχνά. Αποκορύφωμα της αντίληψης που εκφράζει, είναι η «βουλή των εφήβων». Οι πολιτικοί συγκεντρώνονται μια μέρα τον χρόνο για να ακούσουν τους μαθητές. Δεν θα σταθώ στο προφανές ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητας του θεσμού, αλλά στο ότι οι πολιτικοί ακούνε τις συνήθως συναισθηματικά φορτισμένες ομιλίες των εφήβων και έπειτα κάνουν κάποιες στερεότυπες δηλώσεις. Κανείς δεν απαντά στους νέους. Κανείς δεν μπαίνει σε σοβαρό διάλογο μαζί τους. Κανείς δεν τους λέει εδώ συμφωνώ και εδώ διαφωνώ μαζί σας, εδώ έχετε δίκιο, εδώ έχετε άδικο. Λες και οι νέοι έχουν εξ ορισμού πάντα δίκιο, μόνο και μόνο επειδή είναι νέοι. Κολακεία και την ίδια στιγμή, πλήρης περιφρόνηση.

Ξέρω ότι σε πολλούς θα φανεί υπερβολική η συσχέτιση των γεγονότων του Δεκεμβρίου με τις ακραίες και οριακές συμπεριφορές ηρώων του Χάνεκε, όπως ο Μπένι. Αρκετοί -αν και διαφωνούσαν με τις καταστροφές- είδαν την όλη κατάσταση με συμπάθεια και ικανοποιήθηκαν από το γεγονός ότι οι νέοι εγκατέλειψαν την αδράνεια και βρέθηκαν στο προσκήνιο. Όμως οι επιθέσεις που ακολούθησαν σε εμπορικούς δρόμους της Αθήνας, σε χώρους τέχνης και πνευματικής έκφρασης -όπως η Λυρική Σκηνή, τα θέατρα, οι παρουσιάσεις βιβλίων, τα πανεπιστήμια- δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Οι ενέργειες αυτές αποτέλεσαν ευθείες επιθέσεις στις ατομικές ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών. Η δημόσια σφαίρα, ο χώρος διακίνησης και αντιπαράθεσης των ιδεών δέχτηκε σοβαρά πλήγματα.

Δεν είναι τυχαία η απουσία οποιουδήποτε αιτήματος, ούτε η έλλειψη αναφοράς στην ελευθερία και τη δημοκρατία. Και δεν είναι τόσο το συγκεχυμένο ιδεολογικό πλαίσιο που συνδέει τις παραπάνω ενέργειες, αλλά η προσπάθεια βίαιης επιβολής. Κάτι που παραπέμπει στη χρήση της βίας σαν μέσο έκφρασης -που βλέπουμε στις ταινίες Χάνεκε– και στον χουλιγκανισμό. Το ανησυχητικό είναι η ανοχή που συνάντησαν οι πρακτικές αυτές από χώρους της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, η οποία θυμίζει την εύνοια που απολάμβανε η τρομοκρατία. Οι επαναστατικές φαντασιώσεις παίζουν και εδώ τον ρόλο τους.

Η παράδοση του εμφύλιου, της χούντας και της μεταπολίτευσης συναντήθηκε τον Δεκέμβριο του 2008 με φαινόμενα της εποχής μας, όπως η κατανάλωση και η λατρεία της εικόνας. Όμως πλέον δεν υπάρχει καμιά αγωνία για τις λύσεις που θα οδηγήσουν σε μια καλύτερη κοινωνία και τη θέση της έχει πάρει είτε η απεγνωσμένη ανάγκη για αυτάρεσκη επιβεβαίωση ιδεολογημάτων, είτε η τυφλή καταστροφική μανία.

Η χρονική συγκυρία των βίαιων αντιδημοκρατικών παρεμβάσεων συνέπεσε με την έκφραση από τις ηγεσίες των κομμάτων της αριστεράς της εκτίμησή τους σε δύο μεγάλους δικτάτορες. Η ηγεσία του ΚΚΕ αποκατέστησε μεγαλοπρεπώς τον Στάλιν (Stalin), ενώ ο πρόεδρος του «συνασπισμού» δεν έκρυψε το θαυμασμό του για τη σκέψη του Μάο (Mao). Η περιφρόνηση της αξίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής κοινωνίας έχει βαθιές ρίζες και μεγάλα κλαδιά.

Όπως μπορεί να παρατηρήσει κάποιος στη «λευκή κορδέλα», τα μικρά καθημερινά γεγονότα μεταβάλουν τους ανθρώπους και την κοινωνία. Φυσικά, εμείς δεν κινδυνεύουμε από γενικευμένη επικράτηση του φασισμού. Όμως, ως κοινωνία πληρώνουμε ήδη το κόστος της καθυστέρησης, στην οποία συντελούν και φαινόμενα σαν αυτά που ζήσαμε στην Αθήνα τον τελευταίο χρόνο. Η κατάσταση των πανεπιστημίων είναι το πιο ζωντανό και μαζί το πιο θλιβερό παράδειγμα.»


Ο Σπύρος Βλέτσας είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Ευ ζην, όχι lifestyle! Αποφεύγοντας τις παρενέργειες της κατανάλωσης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μελάνι»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: