Για τη Ρένα…

Τρία κείμενα στη μνήμη της αξέχαστης Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου (από την Αυγή και το Βήμα της Κυριακής)

1. Περιδιαβάζοντας την Παρασκευή, αφού μάθαμε το τέλος, σαν παρηγοριά και αναπόληση κάποιο βιβλίο του Τίτου, στάθηκα σε ένα δίστιχο που προς στιγμήν μού ήχησε σαν πρόσφορο επιτύμβιο σε μαρμαρόπλακα: «Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή/μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές». Μόνο προς στιγμήν. Γιατί θα ήταν ένας άδικος τρόπος να αποχαιρετίσουμε σήμερα τη Ρένα. Άδικος, όπως ο τρόπος που διάλεξε ο θάνατος να την πάρει. Ήταν όμορφη, γράφτηκαν γι’ αυτήν στίχοι, όπως αυτοί του συντρόφου της, αλλά σήμερα αποχαιρετάμε κάτι πολύ περισσότερο και πλουσιότερο. Αποχαιρετάμε μια φίλη, μια γυναίκα και μια μητέρα, μια σημαντική ιστορικό, ένα δραστήριο πολιτικό στέλεχος, μια αντιστασιακή, μια αυθεντική διαφωτίστρια, μια που ήταν «παρούσα» (όπου έκρινε), μια που συμμετείχε (σε ό,τι πίστευε), μια που διψούσε για τη ζωή, για την «κοινότητα» και τη φιλία.Αποχαιρετάμε μια ενότητα ζωής, πολυπρισματική, που συντέθηκε από διαφορετικά κομμάτια. Κομμάτια που η ίδια τα συνάρμοσε επιδέξια, κινούμενη από το ένα στο άλλο όταν το ήθελε ή όταν οι ιστορικές περιστάσεις το ζητούσαν.

* Ήταν μια Ενότητα Ζωής που καταρχάς πήρε το σχήμα της από τον ελληνικό πολιτικό 20ό αιώνα.

Σμυρναίικη οικογένεια — Μικρασιατικός ξεριζωμός — προσφυγιά, αγώνας για να ξαναρχίσει η ζωή έχοντας αφήσει πίσω στα Βουρλά προσφιλείς νεκρούς.

Πολιτική στράτευση των γονιών και των στενών συγγενών στην Ελλάδα, τυπικά προσφυγική: δημοκρατική-κεντροαριστερή ο πατέρας, κομμουνιστική ο θείος.

Έδωσαν τη σκυτάλη στην κόρη, στην επόμενη γενιά, για να συνεχιστεί το αγώνισμα. Με μια επίσης τυπική πολιτική πορεία ριζοσπαστικοποίησης. Από το 1-1-4 της κρίσης των Ιουλιανών, στον αντιδικτατορικό αγώνα. Αμέσως μετά το πραξικόπημα. Στη Δημοκρατική Άμυνα αρχικά, και κατόπιν στο ΚΚΕ εσωτερικού. Μου έρχεται να πω οριστικά στο ΚΚΕ εσωτερικού, γιατί αυτή την πολιτική ταυτότητα κράτησε μέχρι το τέλος: αριστερή, οργανωμένη ή ανένταχτη σε διαρκή πολιτική-πνευματική εγρήγορση όταν έπαψαν να την εκφράζουν τα μετέπειτα κομματικά σχήματα.

* Ήταν μια Ενότητα Ζωής που συνέδεσε την επιστήμη της με τα πολιτικά βιώματα.

Άφησε τα Νομικά για να αφιερωθεί στην Ιστορία. Ως ιστορικός διέτρεξε με γνώση και με μόχθο όλη την πολιτική διαδρομή της ίδιας και της οικογένειάς της. Συνάρθρωσε τον αρχικό δημοτικισμό με τον μετέπειτα σοσιαλισμό, τους επιφανείς διανοούμενους του εξωελλαδικού χώρου με το ελλαδικό πολιτικοκοινωνικό πρόβλημα. Διέτρεξε τον ελληνικό 20ό αιώνα, τους φόβους και τις φοβίες του. Έμαθε «να κάνει Ιστορία» δίπλα στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόνης, δίπλα Κ.Θ. Δημαρά. Μια «ανατρεπτική ιστορία», έγραψε η συνάδελφός της στο Ινστιτούτο Λίζυ Τσιριμώκου, που εκκινούσε «από έναν νηφάλιο και ενημερωμένο συγκριτισμό, έναν κοσμοπολιτισμό. Μια ευρεία εποπτεία της δυτικής παιδείας, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ελέγχοντα[ν] ρηξικέλευθα τα κεντρικά ιδεολογήματα του νεοελληνικού κόσμου: ελληνοκεντρισμός, ελληνική μοναδικότητα και εθνική υπεροψία, κοντόθωρος πατριωτισμός».

* Ήταν μια Ενότητα Ζωής που τη συνείχε μια παλικαριά.

Η ωραία αριστούχος σημαιοφόρος της Σχολής Μωραΐτη διαδηλώνει ως φοιτήτρια στα Ιουλιανά. Όπως πολλοί άλλοι. Στη συνέχεια όμως θα μείνουν λιγότεροι. Πολύ λιγότεροι. Ήταν με λίγους όταν, με προφανές προσωπικό ρίσκο, έβαζε το μαγνητόφωνο με τα αντιστασιακά συνθήματα, στο Ηρώδειο το 1967, λίγο καιρό μετά το πραξικόπημα, χαλώντας τη γιορτή στην οποία παρευρίσκονταν η ηγεσία της χούντας. Ή όταν έφερνε παράνομο υλικό από το Παρίσι για το εδώ «κομματικό κέντρο», που δρούσε με επικεφαλής τον αείμνηστο Λεωνίδα Τζεφρώνη. Ή όταν κουβάλησε έξω κρυφά τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη για το «Ζ» του Κώστα Γαβρά.

Αυτά όμως δεν ήταν τίποτα μπρος στην παλικαριά με την οποία αντιμετώπισε την αρρώστια και τον επερχόμενο θάνατο. Ήταν δίψα ζωής; Όχι. Ήταν απόσταγμα ζωής. Μιας ζωής που πλάστηκε από το διαφωτιστικό ήθος, την ανανεωτική αριστερή εγρήγορση για τον Κόσμο, τους ανοιχτούς ορίζοντες του σμυρναίικου ελληνισμού και τη γυναικεία αντοχή.

Η Ρένα ήταν όλα αυτά μαζί, και ίσως αυτή η πνευματική και ψυχολογική συνοχή, την όπλισε με τη δύναμη που έδειξε στην τελική έξοδο.

* Η γοητεία όμως της προσωπικότητάς της ήταν κάτι παραπάνω.

Κάτι που ξεπερνούσε τη συνοχή και την ευθεία διαδρομή πάνω στα ευδιάκριτα πεδία που συνέθεσαν τη ζωή της — εννοώ, την επιστήμη, την πολιτική, την κουλτούρα, την κοινότητα.

Σαν ένα μέρος αυτής της προσωπικότητας να υπερχείλιζε στα διάκενα αυτών των πεδίων, εκπέμποντας κάτι πιο αντιφατικό, εσωτερικά συγκρουσιακό, ίσως και διχασμένο. Μπορεί να συμβαίνει σε όλους μας, αλλά στη Ρένα ήταν εντονότερο.

Εκτιμήσαμε τη Ρένα για όλα αυτά που φαίνονταν και αυτά που διαισθανόμασταν.

Γι’ αυτό σήμερα την αποχαιρετάμε με οδύνη και με βαθιά συμπάθεια προς την Αλεξάνδρα, τη Δάφνη και τον Τίτο.

Γιάννης Βούλγαρης

3. Εκ μέρους των ΑΣΚΙ, των οποίων η Ρένα ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, θα ήθελα να πω πως δυσκολεύομαι να εκφωνήσω έναν επικήδειο για μια τόσο αγαπημένη φίλη. Στην πραγματικότητα, δεν ταιριάζει επικήδειος στη Ρένα. Θέλουμε να θυμόμαστε αυτή τη γυναίκα μέσα στην ωραιότητά της, στη φυσική ομορφιά και στη σαγήνη της προσωπικότητάς της, που την έκαναν να ξεχωρίζει στη συνήθως σκυθρωπή κοινότητα των ιστορικών. Όσες φορές βρισκόταν ανάμεσά μας, η κοινότητα σκιρτούσε. Έφερνε έναν αέρα πολιτισμού και κοσμοπολιτισμού, παρρησίας χωρίς επιθετικότητα.

Η Ρένα έφερε καινούργιες ιδέες την εποχή της μεταπολίτευσης, όταν η ιστοριογραφία στην Ελλάδα έκανε ένα νέο ξεκίνημα. Ήταν η πρώτη που ξεκίνησε μια σοβαρή μελέτη πάνω στην ιστορία των ιδεών που συνδέθηκαν με την πρόκληση των κοινωνικών αλλαγών του 20ού αιώνα, και τα έργα της διατηρούν όλη την αξία τους έκτοτε. Η Ρένα διέλυσε την προοδευτική και μονοσήμαντη εικόνα του δημοτικισμού με την οποία είχαμε ανατραφεί και μας έδειξε ότι ήταν ένα πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ιδέες που κυμαίνονταν από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος έως το άλλο, από τον σοσιαλισμό ως τον εθνικισμό.

Από αυτή την άποψη φώτισε με ένα διαφορετικό τρόπο τη νεοελληνική ιστορία, ακριβέστερα την ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Μέσα από δρόμους που την έφεραν στη Γερμανία και στην Αλεξάνδρεια, σε προσωπικότητες χωρίς εμφανή πολιτική επιρροή, όπως ο Σκληρός, αλλά με ιδέες που δημιούργησαν νοητικά πλαίσια, επιστέγασε αυτή την πορεία με το τελευταίο βιβλίο για τους φόβους ενός αιώνα, όπου δοκίμασε να αναμετρηθεί με την πλημμυρίδα και την άμπωτη των συναισθημάτων που κατακλύζουν κατά καιρούς την ελληνική κοινωνία και την τραμπαλίζουν ανάμεσα στην άκρατη αισιοδοξία και στην καταθλιπτική απαισιοδοξία.

Η Ρένα δεν ήταν γραμματολόγος, να κάνει συλλογές κειμένων. Ήταν ιστορικός που επιχειρούσε συνθέσεις, δοκίμαζε ερμηνείες, διακινδύνευε διατυπώνοντας συμπεράσματα. Η μελέτη και η δημόσια παρουσία της δεν αφορούσαν χωριστούς κόσμους, καθώς η μία άρδευε την άλλη σε ιδέες αλλά και υπευθυνότητα. Η ενότητα της ζωής και του έργου της αποτυπώνει την ιδιαιτερότητα της μορφής του ιστορικού που ήταν και πολίτης και διανοούμενος με δημόσιο λόγο. Που αισθανόταν την ευθύνη ότι κουβαλάει λίγο από το βάρος του κόσμου, και ταυτόχρονα την ανάγκη να λογοδοτεί δημόσια για το τάλαντο που του δόθηκε. Παρόμοιες μορφές ήταν στα ΑΣΚΙ ο Φίλιππος Ηλιού και ο Άγγελος Ελεφάντης. Άνθρωποι μιας εποχής, της μακράς μεταπολίτευσης που και με το θάνατο της Ρένας συνειδητοποιούμε ότι παρέρχεται.

Αλλά τι σημαίνει ο θάνατος μιας ιστορικού; Οι ιστορικοί έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το θάνατο εφόσον, κατά τεκμήριο, αντικείμενο της μελέτης τους αποτελούν τα απομεινάρια όσων έχουν περάσει το κατώφλι του. Αλλά και η ίδια η ιστορία είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια διαδικασία θανάτου, παίρνοντας το οικείο και περνώντας το στην άλλη όχθη της Αχερουσίας, στον κόσμο των νεκρών, στο βασίλειο δηλαδή της ιστορίας. Η διαδικασία της ιστορίας είναι ομόλογη της διαδικασίας του πένθους. Ωστόσο, από μια διαφορετική οπτική, οι ιστορικοί δίνουν ζωή στο νεκρό παρελθόν, όπως το πνεύμα του Θεού στα οστά τα γεγυμνωμένα, κατά την παραστατική περιγραφή του προφήτη Ιεζεκιήλ (ΛΖ΄ 1-14) που χρησιμοποίησε μεταφορικά ο Μισελέ. Η, ακόμη, οι ιστορικοί επεκτείνουν τα στενά όρια των βιωμάτων των ανθρώπων, με τα βιώματα και τις εμπειρίες εκείνων που έφυγαν και που δεν γνωρίσαμε, κατά τον Ράνκε. Από την άποψη αυτή διευρύνουν τα όρια της ζωής, λειτουργούν αντίθετα με το θάνατο και τη λήθη.

Είναι παράδοξο, αλλά η ιστορία είναι διαδικασία θανάτου και ταυτόχρονα αντίσταση στο θάνατο. Κάπως έτσι λειτούργησε η Ρένα. Ιστορικοποίησε τον δημοτικισμό, αλλά ζωντάνεψε τους πρωταγωνιστές του και τις αντιδικίες τους. Ιστορικοποίησε τη σοσιαλιστική σκέψη, αλλά απέδωσε ανθρώπινη καθημερινότητα στις μορφές-σύμβολα. Στο τελευταίο έργο της, στο ακροτελεύτιο κεφάλαιο, ιστορικοποιεί την ίδια την έννοια του ιστορικού, μας προτείνει όμως την ιστορία ως αντίδοτο στο φόβο. Όσο το έργο της θα επεκτείνει τον ορίζοντα της ζωή μας, η ίδια η μορφή της θα είναι παρούσα σ’ αυτόν. Πενθώντας τη Ρένα, της αποδίδουμε μια νέα ζωή, ιστορική. Ας είναι παρούσα στη μνήμη μας.

Αντώνης Λιάκος

3. Ιn Μemoriam
Η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου και ο Τίτος Πατρίκιος ήσαν σπουδαίο ζευγάρι, από τα ομορφότερα που κυκλοφόρησαν στη μεταπολιτευτική Αθήνα. Χαρισματικά πλάσματα και οι δύο, γλυκά, ιδιοφυή, ευαίσθητα, στολίδια της πόλης, κοσμήματα της Αριστεράς και του κόσμου των τεχνών και των γραμμάτων- και με τη φυσική παρουσία τους και με το έργο τους. Ανθρωποι που τους λάτρευες, που δεν τους χόρταινες, όμορφοι να τους βλέπεις και να τους ακούς, όμορφοι όταν διαβάζεις τη σκέψη τους στα κείμενά τους, που είναι χαρά να βρίσκεσαι μαζί τους και ευτυχία να είναι φίλοι σου· τώρα ο Τίτος έμεινε μόνος, η Ρένα αποχώρησε νωρίς νωρίς, μόλις 65 χρόνων. Ο κόσμος μας μίκρυνε, η Ρένα πήρε ένα μεγάλο κομμάτι του μαζί της· άφησε τα σοφά ιστορικά βιβλία της, αλλά τι να τα κάνεις τα βιβλία; Τα βιβλία είναι για τους άγνωστους. Το χαμόγελο που απολάμβαναν οι φίλοι, το χάδι που χαίρονταν οι αγαπημένοι, το μάθημα που άκουγαν οι φοιτητές στα αμφιθέατρα του Παντείου, αυτά δεν μένουν παρά ως ανάμνηση. Και οι αναμνήσεις μπορεί να είναι παρηγοριά αλλά ζωή δεν είναι. Τέτοιες απώλειες μας οδηγούν σιγά σιγά στο «τέλος της Μεταπολίτευσης» και όχι τα εκλογικά αποτελέσματα ή οι τύχες των κομμάτων· και αυτό το τέλος θα είναι για πολλούς το τέλος του κόσμου που καταλάβαιναν και αγαπούσαν.

Διόδωρος Κυψελιώτης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: