«Κι ύστερα ήρθες και μ’ έλυσες»: Σχολιάζοντας τις προκηρύξεις της νέας γενιάς τρομοκρατών.

Του Γιάγκου Μπουρανέλου

Διαβάζοντας τις προκηρύξεις της «νέας γενιάς τρομοκρατών» δεν εντυπωσιάζεται κανείς μόνο από το έκδηλο κοινωνικό μίσος αλλά και από τον πολιτικό αναλφαβητισμό των αυτοαποκαλούμενων «ανταρτών πόλης». Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι καινούργιο. Οι τρομοκρατικές προκηρύξεις έβριθαν πάντα από στερεότυπα. Ήταν γραμμένες έτσι ώστε να «χωρέσουν» ένα κόσμο ερμηνευμένο με την ευκολία και την εργαλειακότητα των «μανιχαϊστικών» σχημάτων: οι καλοί και οι κακοί, οι πάνω και οι κάτω, οι συμβιβασμένοι και οι ασυμβίβαστοι. Ο κόσμος, οι κοινωνικές σχέσεις, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, όλο αυτό το πολύπλοκο δίκτυο σχέσεων που ορίζει την πολιτική συρρικνώνονταν σε μια απλοϊκή ανάγνωση που οδηγούσε στην λυτρωτική έλευση των επαναστατικών πρωτοποριών και στην επιλογή της βίας. Ως εδώ, τα πράγματα είναι γνωστά ∙ μονότονα μοτίβα μιας ιστορίας που επαναλαμβανόταν ως φάρσα, ανεξάρτητα αν η κοινωνία είχε ώριμα αποφασίσει πως, στη δική της σύνθετη και συχνά αντιφατική «πλοκή», δεν είχαν καμία θέση πια οι γραφικοί εκδικητές που μιλούσαν εξ ονόματός της. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, ένα νέο στοιχείο έχει προστεθεί στο διακηρυκτικό λόγο και στο ύφος των τρομοκρατικών προκηρύξεων. Δίπλα στην κοινοτυπία έχει αναπτυχθεί η λαϊκιστική ημιμάθεια, που, εγκλωβισμένη στην άγνοιά της, επιχειρεί να ερμηνεύσει το «τίποτε» δια του «μηδενός». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από την προκήρυξη της «Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς-Φράξιας Μηδενιστών», μετά την έκρηξη βόμβας έξω από την πολυκατοικία που διαμένει η Μαριέτα Γιαννάκου :

Στην τελική, τον κόσμο της γνώσης και της επιστήμης τον γνωρίζουμε καλά… Εργαστηριακοί ιοί, πυρηνική ενέργεια, χημικά όπλα, περιβαλλοντική μόλυνση, δημιουργήθηκαν μέσα στα εργαστήρια της γνώσης και της λογικής. Εμείς μιλάμε για μια άλλη γνώση ακαθόριστη, απρόβλεπτη και απεριόριστη. Μια γνώση μέσα από την βιωματική αναζήτηση, το πείραμα, την επιθυμία, το παιχνίδι…. Μια γνώση που δε θα ελέγχεται από βασικούς κανόνες αλλά θα είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση του καθενός μας, μιας υπόθεσης πνευματικής αναζήτησης και πρακτικής γνώσης. Επίσης θεωρούμε την αυτομόρφωση πέρα και ενάντια στο εξουσιαστικό περιβάλλον, θεμελιώδη για τη Ζωή. Ανιχνεύουμε τα ενδιαφέροντά μας, διευρύνουμε την οπτική μας. Αυτομορφωνόμαστε για την δικιά μας απόλαυση και χαρά. Διαρρηγνύουμε τα καλούπια της εκπαιδευτικής γνώσης και εξειδίκευσης. δημιουργούμε τα δικά μας πεδία διεύρυνσης και τα δικά μας αισθητήρια χωρίς έλεγχο ή αφομοίωση. Ως γνήσιοι αλήτες της ζωής περιφερόμαστε για να ανακαλύψουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας εφαρμόζοντας την φιλοσοφία στην πράξη. Έτσι αφήνουμε οριστικά πίσω μας πίσω μας την εποχή του παλιού και χτίζουμε την ανατολή του μηδενός, το νέο αντάρτικο πόλης. Εγκαταλείπουμε το ύφος τρομοκρατικά βαρετά αναλύσεων που επιδίδεται ένα μεγάλο κομμάτι του αντικαθεστωτικού χώρου και ‘μιλάμε» τη γλώσσα του δρόμου, του συναισθήματος της λύσσας και της συνείδησης.

Το απόσπασμα είναι νομίζω αρκετά ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί αναπαράγει στερεότυπα (και μάλιστα σχολικού τύπου) αλλά και γιατί τα «σερβίρει» μέσα από ένα ψευδο-επιστημονικό λόγο. Η δαιμονοποίηση της γνώσης αντιπαραβάλλεται με την «απόλαυση» της αυτομόρφωσης, το «εξουσιαστικό περιβάλλον» της εκπαίδευσης με το νεορομαντικό εγκώμιο της «Ζωής», «η εποχή του παλιού» με την «ανατολή του μηδενός», τα φρικτά «εργαστήρια της γνώσης» με τη θυμική «γλώσσα του δρόμου» και το «συναίσθημα της λύσσας». Η ανεπεξέργαστη ενόρμηση κατακλύζει το λόγο του αφηγητή οπλίζοντας το χέρι του. Η «νέα γενιά τρομοκρατών» γράφει μεθυσμένη από τα κλισέ της ημιμάθειας, παραιτημένη από οποιαδήποτε αξίωση κατανόησης του κόσμου, τον οποίο πολεμά. Η γραφή δεν είναι πια ούτε πρόφαση ούτε αιτιολόγηση της εγκληματικής ενέργειας : είναι μια κοινοτυπία της «άγριας σκέψης».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέες στρατιές των απελπισμένων κουμπουροφόρων ξεπήδησαν μέσα από τον περσινό Δεκέμβρη. Το κλίμα του ευνόησε τον «επαναστατικό» λαϊκισμό, νομιμοποιώντας παράλληλα, μέσω μιας ιδιάζουσας ασυλίας, και τον πολιτικό αναλφαβητισμό της νεολαίας. Ο αντι-εξουσιαστικός χώρος, ο οποίος γέμισε το κενό της δημοκρατικής αριστεράς με οργισμένα συνθήματα και ατάκες του νέου ανορθολογισμού. Η γνώση, ως εργαλείο κριτικής σκέψης και αντιπαράθεσης ιδεών, έδωσε τη θέση της σε μια νέα δήθεν «αντι-γνώση», που αμφισβητούσε την ίδια την καταστατική ισχύ της μαθησιακής διαδικασίας. Κάπως έτσι, ξεπήδησαν κείμενα σαν το παραπάνω που εκλαμβάνουν το σχολείο ως φυλακή, το γραφείο ως κελί, την εκπαίδευση ως τυραννία. Ο ημιμαθής τρομοκράτης που φαντασιώνεται το ειδυλλιακό ξημέρωμα «του μηδενός» είναι πιο βίαιος και πιο απελπισμένος, ακριβώς γιατί έχει πιστέψει ότι όλοι εμείς οι «σκλάβοι στα δεσμά μας», θα τον υποδεχτούμε με την αυθόρμητη κραυγή της αντιεξουσιαστικής παραλογοτεχνίας των γκράφιτι : «Κι ύστερα, ήρθες και με έλυσες»! Λέω να μη του κάνουμε τη χάρη. Η κοινωνική απαξίωση της νέας τρομοκρατίας επείγει.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Σε διάφορους (καθόλου ημιμαθείς και ιδιαίτερα μορφωμένους) σχετικιστές μεταμοντέρνους θα άρεσε πάρα πολύ το κείμενο πάντως.

    Αν δε κάποιος είχε γράψει αυτό το κείμενο σε (οποιεσδπηποτε) εξετάσεις του ΜΜΕ του Καποδιστριακού, θα είχε παρει 10 με τόνο.
    Θέλω να πω τέτοιες απόψεις δεν είναι θέμα ημιμάθειας. Είναι θέμα ανορθολογισμού.

  2. Να σκεφτούμε αυτόν που το έγραψε. Τα συναισθήματά του ζητούσαν να μιλήσουν. Κάπου βρήκε αυτό το λεξιλόγιο και ένιωσε «αυτό με εκφράζει». Χιλιάδες τέτοιες εκφράσεις γεννιώνται κάθε μέρα και μένουν θαμμένες. Μόνο μερικές εκατοντάδες βγαίνουνε στο facebook. Κι αν όλοι προσέξαμε τούτην εδώ, είναι διότι βρήκε έναν τραγικό τρόπο για να ξεχωρίσει και να διαδοθεί.

    Είναι ένα ρομαντικό κείμενο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και το 19ο αιώνα, απο αυτούς που τότε επαναστατούσαν κατά του ορθολογισμού. Τα ίδια συναισθήματα, σε άλλους τόπους, εκφράζονται με θρησκευτικό πάθος και λεξιλόγιο.

    Τι είδους συναισθήματα εκφράζονται έτσι; Είναι το πάθος ενός παγιδευμένου στο «σύστημα», που βλέπει μέλλον ζοφερό, κι απαιτεί να ξεκαθαρίσει τη θέση του στον κόσμο. Ο πληθυντικός (θεωρούμε, ανιχνεύουμε, περιφερόμαστε, αφήνουμε) δείχνει την αναζήτηση μιας ιδανικής κοινότητας. Θα μπορούσε να το είχε γράψει και ως επιστολή αυτοκτονίας.

  3. «Ανάταξις», αστειεύεστε; Πού βρίσκετε τον «τραγικό τρόπο»; Πού βρίσκετε τον ρομαντισμό σε κάποιους που βάζουν βόμβες σε ανάπηρες γυναίκες τα ξημερώματα; Για ποια συναισθήματα μιλάμε σε αυτό το μισανθρωπικό παραλήρημα; Ποιου είδους κοινοτισμό και ιδανισμό διακρίνετε στη «γλώσσα της λύσσας»; Ποια σχέση έχουν με έναν αυτόχειρα αυτοί οι αδίστακτοι, αιμοβόροι λαϊκιστές;

  4. Φελέκι, βιάζεστε. Προσπεράσατε το γεγονός ότι «μισανθρώπους» – όπως λέτε – η κοινωνία παράγει χιλιάδες κάθε μέρα. Εκατοντάδες απο αυτούς είναι «λυσσασμένοι μισάνθρωποι», κι απ’αυτούς δεκάδες είναι «λαϊκιστές λυσσασμένοι μισάνθρωποι» και μερικές μονάδες «αιμοβόροι λαϊκιστές κλπ». Ευτυχώς υπάρχει αυτό το κοινωνικό κόσκινο, που αφήνει τους πιο πολλούς να τρών απλώς τα σωθικά τους και να ηρεμούν με ΑΝΤ1 και βάλιουμ.

    Κι εσείς αγανακτείτε για τη μύτη του σπυριού, ενώ σάς μιλούσα για το πύον απο κάτω, και για τη λοίμωξη που το παράγει: δηλαδή την εκτροπή της πολιτείας απο τους επιστάτες της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: