Aπαρτχάιντ και υποκρισία

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή (16/9).

The Guardian

Θα μπορούσα για μια φορά στη ζωή μου να γίνω μέλος μιας καταπιεσμένης μειονότητας; Ο Μπράντον Χάντλεϊ θα έλεγε πως ναι. Ο λευκός Νοτιοαφρικανός κατέθεσε αίτηση για παροχή ασύλου στον Καναδά, με το επιχείρημα ότι είχε δεχθεί επανειλημμένως επιθέσεις από μαύρους εγκληματίες, οι οποίοι τον αποκαλούσαν «λευκό σκύλο» και «έποικο». Ο Καναδάς αποδέχθηκε την αίτησή του και του παρείχε άσυλο, με τη δικαιολογία ότι το χρώμα του δέρματός του, τον έκανε να ξεχωρίζει στην πατρίδα του.

Αυτή η απόφαση τίναξε στον αέρα τις φιλοδοξίες για την εξέλιξη της Νότιας Αφρικής, σε χώρα Ουράνιο Τόξο. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη λήξη της κυριαρχίας της λευκής μειονότητας, το φυλετικό είναι ένα ζήτημα, στο οποίο μπορεί κανείς να αναφέρεται με το όνομά του. Εχει διαποτίσει τον πολιτικό διάλογο, τις στήλες των εφημερίδων και τα ραδιόφωνα.

Πρόσφατα πέρασα ένα πρωινό στο Χίλμπροου, μια φτωχογειτονιά του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου τα κορναρίσματα των ταξί μπλέκονται με τις φωνές των πλανόδιων εμπόρων. Α, ενδιαφέρον, σκέφθηκα, όλοι οι άνθρωποι εδώ είναι μαύροι. Εκείνο το απόγευμα πήγα στο Παρκχέρστ, στο μεσοαστικό προάστιο, στα βόρεια της πόλης. Μπήκα στα σύγχρονα εστιατόρια και τις παμπ του. Α, ενδιαφέρον, σκέφθηκα, σχεδόν όλοι εδώ είναι λευκοί. Στο φεστιβάλ κρασιού στο Σοβέτο, ωστόσο, συνάντησα ένα μείγμα λευκών και μαύρων.

Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονα το φυλετικό συναίσθημα, αλλά ενδεχομένως είναι εύκολο να υποκρίνεσαι τον ουδέτερο και τον αντικειμενικό, όσον αφορά την κοινωνική τάξη, το γένος και το φύλο, όταν είσαι μεσοαστός, άνδρας και ετεροφυλόφιλος. Ετσι, ζώντας στο Νιούτον του Γιοχάνεσμπουργκ, γνωρίζω ότι είμαι σχεδόν ο μόνος λευκός στο χωριό, αλλά φαντάζομαι ότι είναι πολύ διαφορετική εμπειρία από το να είσαι μαύρος στο Μπάκιγχαμ ή το Ντάρλιγκτον. Οταν ένας κλέφτης προσπάθησε να μου κλέψει το τηλέφωνο, υπέθεσα ότι το χρώμα μου ήταν μια από πολλές ενδείξεις ότι είμαι ένας έχων, σε μια κοινωνία με εκατομμύρια μη έχοντες. Οταν προσπάθησα να κάνω ρεπορτάζ σε μια μικρή πόλη μαύρων, κατάλαβα την απροθυμία του κόσμου να μου μιλήσει, όταν κάποιος μου εξήγησε: «Δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν λευκούς εδώ. Νομίζουν ότι είσαι αστυνομικός».

Αλλά όταν τα συζητώ όλα αυτά με τη φίλη μου, έχει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Είναι Αμερικανίδα και μαύρη, με κοτσιδάκια ράστα. Μια μέρα επισκεφθήκαμε μαζί το Σοβέτο. Μια μαύρη μητέρα με περισσή υπερηφάνεια, αλλά λιγοστά υπάρχοντα με αγνόησε, κοίταξε εκείνη και της είπε «καλωσόρισες στην πατρίδα».

Αν και εγώ ήμουν αποστασιοποιημένος, η φίλη μου ένιωσε κάτι να τη συνδέει με το παρελθόν της, των σκλάβων. «Ηταν σα να βουτούσα στην ιστορία μου», είπε. Παρ’ όλα αυτά είναι φανερό στους περισσότερους -από την αμερικανική, μεσοαστική της εμφάνιση και τους τρόπους της- ότι δεν έχει γεννηθεί εδώ. Ακουσα Νοτιοαφρικανούς να μιλούν για τους «μαύρους», παρουσία της, ωσάν αυτή να μην ήταν «μία από αυτούς». Οπως έγραψε ο William Faulkner «Το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ. Δεν είναι ποτέ παρελθόν». Κι εγώ θυμάμαι κάποιον που μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Οι λευκοί υποκρίνονται ότι δεν συνέβη, και οι μαύροι υποκρίνονται ότι συγχωρούν».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: