Στα μυστικά των ελληνικών βυθών

Του Βασίλη Λυρίτση

Ένα ακόμα καλοκαιρινό θέμα:

βυθόςΟι ελληνικές θάλασσες αποτελούν έναν από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, καθώς στα βάθη τους υπάρχουν βυθισμένες πόλεις, παράκτιοι προϊστορικοί οικισμοί, πύργοι, ναυάγια πλοίων, αρχαία λιμάνια. Πρόκειται δηλαδή, για ένα φυσικό υποβρύχιο μουσείο. Τα 17.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής, που ισοδυναμούν με το 25% των ακτών της Μεσογείου και τα συμπλέγματα 3.500 νήσων φιλοξενούν μία πολιτιστική κληρονομιά χιλιετιών, που ξεκινάει από την αρχαιότητα και φτάνει ως και τον 20ο αιώνα· ένας ολόκληρος κόσμος που χάθηκε μέσα στο νερό και φέρει το επίσημο όνομα: ενάλιες αρχαιότητες. Στόχος του άρθρου είναι να παρουσιάσει τις πιο ενδεικτικές υποβρύχιες ανασκαφές που έχουν γίνει στην Ελλάδα, τους πιο σημαντικούς ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους.

Σύμφωνα με το νόμο 3028 του 2002 ως ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι νοούνται όλες οι αρχαιότητες που εντοπίζονται στο βυθό της θάλασσας, στον πυθμένα λιμνών ή ποταμών της ελληνικής επικράτειας. Αυτές μπορεί να είναι αρχαίες λιμενικές εγκαταστάσεις, καταποντισμένοι οικισμοί, οι οποίοι πολλές φορές επεκτείνονται στον αιγιαλό και στην παραλία, ναυάγια πλοίων ή μεμονωμένες αρχαιότητες (άρθρα 1 και 2).

Η πρώτη επίσημη οργανωμένη κατάδυση σε ναυάγιο καταγράφεται το 1870 από τον γάλλο τραπεζίτη Magen. Ο ίδιος δεν αποσκοπούσε στην προώθηση της επιστήμης της αρχαιολογίας, αλλά στην ανεύρεση θησαυρών από τις ισπανικές γαλέρες. Η δεύτερη γνωστή ανέλκυση με αρχαιολογικό πια ενδιαφέρον ήταν αυτή του 1900 στα Αντικύθηρα, όταν έλληνες σφουγγαράδες βρήκαν το ναυάγιο πλοίου του 80 π.Χ., με φορτίο μπρούτζινων αγαλμάτων από την Πέργαμο. Από αυτό το πλοίο προέρχεται ο Έφηβος των Αντικυθήρων αλλά και ο πρώτος μικροϋπολογιστής του κόσμου, ο Αστρολάβος των Αντικυθήρων.

Από τις πιο αξιόλογες προσπάθειες εντοπισμού και ανεύρεσης ναυαγίων στην Ελλάδα ήταν αυτή του διάσημου γάλλου εξερευνητή Ζακ Υβ Κουστώ με το γνωστό πλοίο «Καλυψώ». Το 1975 το υπουργείο Εξωτερικών και ο ΕΟΤ προσκάλεσαν τον Κουστώ στην Ελλάδα προκειμένου να γυρίσει ταινίες με θέμα την «Αναζήτηση της Ατλαντίδας». Στην αποστολή συμμετείχαν έλληνες αρχαιολόγοι καθώς και πολυμελής ερευνητική ομάδα από το νεοιδρυθέν Ινστιτούτο Ενάλιων Αρχαιολογικών Ερευνών (Ι.ΕΝ.Α.Ε.). Οι έρευνες του Κουστώ έγιναν στο Ακρωτήριο του Αρτεμισίου, στον Μαραθώνα, στον Κορινθιακό, στην Πύλο, στις Σποράδες, στη Μήλο, στη Σαντορίνη, στη Χαλκιδική, στο Ηράκλειο, στα νησιά Δία και Ψείρα, στον Κάβο Σίδερο και στον Όρμο της Αγίας Πελαγίας στην Κρήτη, στη Τζια, στα Κύθηρα και στα Αντικύθηρα. Τα ευρήματα της αποστολής ήταν ιδιαίτερα σημαντικά καθώς παρείχαν πληροφορίες για τη νεολιθική περίοδο, κάλυπταν την αρχαιότητα και έφταναν μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, το πλήρωμα του «Καλυψώ» ανακάλυψε στα ανοιχτά της Τζιας το ναυάγιο του «Βρεττανικού», ενός μεγάλου κρουαζιερόπλοιου, το οποίο είχε θεωρηθεί το αδελφό πλοίο του «Τιτανικού». Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι σύμμαχοι το είχαν μετατρέψει σε πλωτό νοσοκομείο αλλά το 1916 βυθίστηκε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Στις έρευνες μάλιστα, συμμετείχε και μια αγγλίδα νοσοκόμα, που βρισκόταν στο πλοίο όταν βυθίστηκε. Στον Κόλπο της Πύλου επίσης, η ομάδα του Κουστώ κατάφερε να εντοπίσει τα λείψανα των τουρκικών πλοίων από τον τουρκικό στόλο, ο οποίος καταστράφηκε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, το 1827. Στο ακατοίκητο νησάκι Δία, απέναντι από το Ηράκλειο, την αποστολή περίμενε μία ευχάριστη έκπληξη: τέσσερα αρχαία ναυάγια, βενετσιάνικες άγκυρες και ένα υποθαλάσσιο λιμάνι ηλικίας 3.000 χρόνων. Στα Κύθηρα ανακαλύφθηκε το ναυάγιο του «Μέντορα», του πλοίου του λόρδου Έλγιν.

Το 1980 μάλιστα οργανώθηκε υποβρύχια ανασκαφή από το Ι.ΝΕ.Α.Ε για το πλοίο «Μέντωρ» το οποίο μετέφερε μάρμαρα του Παρθενώνα. Το «Μέντωρ» βυθίστηκε το 1804 έξω από το λιμάνι του Αβλέμονα των Κυθήρων σε βάθος 20 μέτρων. Ο λόρδος Έλγιν μετά το ναυάγιο είχε χρησιμοποιήσει καλύμνιους σφουγγαράδες για να περισώσει το πολύτιμο φορτίο του. Η έρευνα του Ι.ΝΕ.Α.Ε. εντόπισε το σκαρί του πλοίου, σκεύη και αντικείμενα του πληρώματος, ανάμεσά τους και ένα ρολόι σταματημένο στις 1:10 ή 2:05. Αυτή πρέπει να είναι και η ώρα βύθισης του πλοίου καθώς ο γραμματέας του Έλγιν αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι το πλοίο άρχισε να βυθίζεται τις πρώτες πρωϊνές ώρες.

Το 1988, το Ι.ΝΕ.Α.Ε. σε συνεργασία με τη Νομαρχία Χίου οργάνωσε μία υποβρύχια αποστολή για τον εντοπισμό του ναυαγίου της ναυαρχίδας του οθωμανικού στόλου, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Καρά Αλή. Το πλοίο αυτό είχε βυθιστεί από τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τη νύχτα μεταξύ 6 και 7 Ιουνίου 1822. Το όλο εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία καθώς το ναυάγιο εντοπίστηκε και ανελκύστηκαν μερικά σκεύη του πλοίου.

Το αρχαιότερο όμως, ναυάγιο βρέθηκε στη νήσο Δοκό, μεταξύ Ύδρας και Αργολικής ακτής και χρονολογείται περί το 2200 π.Χ. Το ναυάγιο ανακάλυψε στις 23 Αυγούστου 1975 ο αμερικανός ερευνητής των βυθών Peter Throckmorton και η συστηματική ανασκαφή του πραγματοποιήθηκε από το Ι.ΕΝ.Α.Ε. μεταξύ των ετών 1989-1993. Το ναυάγιο βρέθηκε σε βάθος 20 μέτρων και περιελάμβανε πλήθος πήλινων αγγείων και σκευών καθημερινής χρήσης, γνωστών από τις ανασκαφές των παραλιακών πόλεων της Λέρνας και της Τίρυνθας και από τους μικρότερους οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Το ναυάγιο προσέφερε στους αρχαιολόγους πολύτιμες πληροφορίες για τη ναυσιπλοΐα, το εμπόριο, την τεχνογνωσία και την οικονομία στην περιοχή του Αγαίου, στην ύστερη περίοδο της τρίτης χιλιετίας π.Χ.

Από την άλλη, το μεγαλύτερο ναυάγιο της Κλασικής Περιόδου βρέθηκε στην Αλόννησο των Βόρειων Σποράδων και η συστηματική του ανασκαφή άρχισε το 1992. Το πλοίο ήταν πιθανότατα αθηναϊκό εμπορικό και βυθίστηκε σε βάθος περίπου 30 μέτρων, γύρω στο 425-415 π.Χ. Το φορτίο του περιελάμβανε 3.000-4.000 αμφορείς από την αρχαία πόλη της Μένδης στη Χαλκιδική και από την Σκόπελο και την Αλόννησο. Το πλοίο αποτέλεσε για τους επιστήμονες την πρώτη απόδειξη ότι μεγάλες φορτηγίδες, άνω των 120 τόνων ταξίδευαν στη Μεσόγειο, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα.

Από τις πιο πρόσφατες υποβρύχιες ανακαλύψεις είναι το ναυάγιο πλοίου που εντοπίστηκε στο εμπορικό λιμάνι της Ρόδου τον Νοέμβριο του 2008. Έχει ήδη ανευρεθεί το σκαρί του πλοίου που πιθανολογείται ότι είναι από την περίοδο των ιπποτών (13ος μ.Χ. αιώνας) καθώς και πολλά άλλα αντικείμενα, όπως: αμφορείς, σπαθιά, πέτρινα βόλια αλλά και μικρά σφραγισμένα δοχεία των οποίων το περιεχόμενο δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό. Σύμφωνα με τη προϊστάμενη της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων κ. Καλλιόπη Πρέκα: «[…] πρόκειται για ένα πλοίο του 13ου αιώνα, μεγάλης ιστορικής αξίας που χρήζει άμεσων ενεργειών προστασίας […] λόγω της απόλυτης έκθεσής του στις υποθαλάσσιες συνθήκες και τις διαδικασίες αποσύνθεσης του ένυδρου ξύλου, το μοναδικό αυτό εύρημα κινδυνεύει άμεσα με ολική καταστροφή». (Ζαχαριάδης, Γ., «Εντοπίστηκαν δύο ναυάγια», εφ. Τα Νέα, 14/3/2008).

Παρόμοια παραδείγματα υποβρύχιων αρχαιοτήτων, όπως τα προηγούμενα, είναι αμέτρητα. Ένα όμως είναι σίγουρο: ο βυθός των ελληνικών θαλασσών αποτελεί ένα απέραντο αρχαιολογικό μουσείο που ακόμα δεν έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: