Έρωτας

Της Κωνσταντίνας Ζάνου

«Che non è in somma amor, se non insania / a giudizio de’ savi universale»
[«Ότι δεν είναι τέλος πάντων ο έρωτας άλλο από αρρώστια, / όπως κρίνουν οι απανταχού σοφοί»]
ARIOSTO, “Orlando Furioso”, XXVI 1

Πριν από λίγο καιρό μια «ασυνήθιστη» ερωτική ιστορία συντάραξε την κοινότητα των Ελληνοκύπριων εγκλωβισμένων του Ριζοκαρπάσου: Μια νεαρή Ελληνοκύπρια ερωτεύτηκε έναν Τούρκο έποικο και κλέφτηκε μαζί του, προκαλώντας έτσι μια θύελλα αντιδράσεων. Δεν θα ασχοληθώ με τις πολιτικές ή άλλες πτυχές του θέματος. Θα σταθώ μόνο στην αντίδραση των γυναικών του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος της «ερωτοχτυπημένης» κοπέλας. Η μητέρα και η γιαγιά της κοπέλας, αλλά και άλλες γυναίκες που μαζεύτηκαν στο σπίτι τους για να τους συμπαρασταθούν για το «κακό που τους βρήκε» (ανάμεσά τους και μια μαντηλοφορούσα έποικος), υποστήριξαν ότι το κορίτσι τους έπεσε θύμα μαγείας: «Εκάμαν της μάγια, μια μάγισσα στου Μόρφου, και τώρα δεν μπορεί να φύγει από μακριά του». Τη θεωρία της μαγείας εισηγήθηκε μια γειτόνισσα Τουρκάλα, όταν πρόσεξε πως κάτω από τη φωτογραφία της κοπέλας στο σαλόνι είχε χώμα – πράγμα ασυνήθιστο για ένα καθαρό σπίτι. Μάλιστα, φοβούμενες ότι η «αρρώστια του έρωτα» θα εξαπλωθεί σαν ιός και στα δικά τους σπίτια, πολλές από τις Ελληνοκύπριες μανάδες διπλοκλειδώνουν τώρα τις κόρες τους και κοιμούνται μαζί τους. Δεν είναι η πρώτη φορά, εξάλλου, που αντιμετωπίζουν τέτοια κρούσματα: «Παλιότερα άλλες δυο γυναίκες είχαν φύγει με Τούρκους και μετά από καιρό επέστρεψαν. Στο χωριό λένε ότι τις είχαν υπνωτίσει με φάρμακο κι έγινε «το κακό»».
Η υπόθεση αυτή επαληθεύει τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι ιστορικές αλλαγές δεν επισυμβαίνουν με την ίδια ταχύτητα σε όλες τις κοινωνίες ή σε όλα τα στρώματα εντός της ίδιας κοινωνίας. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στην κοσμοθεωρία των γυναικών αυτών επιβιώνει ακόμα μια αντίληψη περί έρωτος, η οποία έχει σβήσει εδώ και αιώνες από την «πρώτης ταχύτητας» ιστορία. Θα ήταν ενδιαφέρον όμως να δούμε ποια είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη.
Ο έρωτας θεωρούνταν πράγματι «αρρώστια» ως τα μέσα περίπου του 17ου αιώνα. Είναι δύσκολο να βρεθεί, τουλάχιστον μέχρι τότε, ένα εγχειρίδιο ιατρικής που να μην αφιερώνει ένα κεφάλαιο ή έστω μια παράγραφο σ’ αυτό το «πάθος» των βροτών. Το θέμα, που άπτεται τόσο της ιατρικής όσο και της ποίησης, έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τον καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, Massimo Peri. Στο πραγματικά συναρπαστικό βιβλίο του με τίτλο «Του πόθου αρρωστημένος: Ιατρική και ποίηση στον “Ερωτόκριτο”» (ελλ. εκδ.: Ηράκλειο, 1999), ο Peri αναλύει το ποίημα του Βιτσέντζου Κορνάρου με βάση τις ιατρικές θεωρίες της εποχής και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρέασαν την ποίηση και τη λογοτεχνία, διαμορφώνοντας μια σειρά «ρητορικών τόπων». Ο «τόπος του έρωτα» τόσο στον Κορνάρο, όσο και στον Ariosto (του οποίου το ποίημα «Orlando Furioso» αποτέλεσε πρότυπό για τη συγγραφή του «Ερωτόκριτου»), είναι απότοκο λοιπόν των ιατρικών θεωριών περί έρωτος. Τι έλεγαν όμως αυτές οι θεωρίες;
Στη δυτική μεσαιωνική σκέψη η ασθένεια του έρωτα θεωρούνταν ως μια παραλλαγή (ή αρχικό στάδιο) του νοσήματος της μελαγχολίας. Στο έργο του «Κανόνας», ο Αβικέννας (980-1037) ορίζει τον έρωτα ως εξής: «Αυτή η νόσος είναι μια κατάσταση μελαγχολικής ανησυχίας, όμοια με τη μελαγχολία, κατά την οποία ο άνθρωπος αναπολεί συνεχώς την ομορφιά ορισμένων εικόνων, κινήσεων ή χαρακτηριστικών που ανήκουν στο αγαπημένο πρόσωπο».
Η οργανική εξήγηση της μελαγχολίας (συνεπώς και του έρωτα) βασίστηκε στην θεωρία του Ιπποκράτη περί «δυσκρασίας των χυμών». Σύμφωνα με τον Ιπποκράτη, ο ανθρώπινος οργανισμός συντίθεται από τέσσερεις χυμούς: το «αίμα» (που το παράγει η καρδιά), το «φλέγμα» (που εκκρίνεται από τον εγκέφαλο), την «ξανθή χολή» (που εκκρίνεται από το ήπαρ) και τη «μέλαινα χολή» (που εκκρίνεται από τη σπλήνα). Μόνο όταν οι τέσσερεις αυτοί χυμοί βρίσκονται σε ισορροπία, ο άνθρωπος θεωρείται υγιής. Η μελαγχολία και ο έρωτας δημιουργούνται ακριβώς από την ποσοτική αύξηση ή τη ποιοτική αλλοίωση της «μελαίνης χολής». Τα συμπτώματα της νόσου είναι ψυχοσωματικά, αλλά κάποτε κι οργανικά (λ.χ. απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας, αδυνάτισμα, βαθούλωμα των ματιών κ.α.).
Όσον αφορά τη θεραπευτική αγωγή, ο Αβικέννας διακρίνει δύο τύπους θεραπείας: μια θεραπεία «ηθική» (παραινέσεις, επιπλήξεις, διαμονές στην εξοχή, κυνήγι, μουσική κτλ.) και μια θεραπεία «φυσική» (μπάνια, εκκένωση, μαστίγωση, φυλάκιση, στέρηση τροφής κ.ο.κ.), που συνίσταται μόνο στο τελικό στάδιο, όταν δηλαδή η αρρώστια έχει μεταλλαχθεί σε μελαγχολία. Θεωρούνταν όμως αποτελεσματικές όλες αυτές οι θεραπείες; Εν ολίγοις, γιατρεύεται ο έρωτας; Δυστυχώς δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για να μπορέσουμε να βγάλουμε ένα έγκυρο συμπέρασμα.

Η κ. Κωνσταντίνα Ζάνου είναι διδάκτωρ ιστορίας.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 28/6/2009

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. «Kαι πώς μπορώ να σ’ αρνηθω
    κια θέλω δεν μ’ αφήνει
    τούτη η φωτιά που μ’ άναψε
    τ΄ς αγάπης το καμίνι», που λέει και ποιητής.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: