Σκέψεις για το Ε.Ι.Ε.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Νίκο Καστρινάκη που δέχτηκε να αναδημοσιεύσουμε το κείμενό του από τον Όμιλο Μελέτης Ιστορίας και Κοινωνίας.

«Σε μια προσπάθεια να καταλάβουμε κατιτί παραπάνω για τα τεκταινόμενα στον χώρο της Έρευνας, παραβρεθήκαμε με τον συνάδελφο Στέφανο Βαμιεδάκη στη συνάντηση του ΕΙΕ. Όπως θυμάστε, η συνάντηση οργανώθηκε με το κάλεσμα των Ομοσπονδιών των Ερευνητών:

  1. Πανελλήνιος Ομοσπονδία Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων-Ιδρυμάτων (ΠΟΕΕΚ-Ι),
  2. Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων σε Ερευνητικά Ιδρύματα Ιδιωτικού Δικαίου (ΠΟΣΕΕΙΙΔ) και
  3. της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) [σωματείο αντίστοιχης φύσης, υποθέτω, με τον γνωστό στους αρχαιολόγους ΣΕΑ].

Η συνάντηση έγινε στην αίθουσα Ζέρβα και κράτησε περίπου δύο ώρες (12:00-14:00). Οι παραβρισκόμενοι στην αίθουσα δεν ξεπέρασαν τους 50-70, αλλά μαζί με όσους βρίσκονταν απ’ έξω πρέπει να ήταν παρόντα περί τα 150 άτομα.

Στο προεδρείο της «Συνέλευσης» βρίσκονταν οι πρόεδροι των ΔΣ των δύο Ομοσπονδιών και ο πρόεδρος του ΔΣ της ΕΕΕ. Από κάτω συμμετείχαν εκπρόσωποι των ΔΣ και μέλη των πρωτοβάθμιων Συλλόγων των εργαζομένων. Αν κατάλαβα καλά, τα πρωτοβάθμια αυτά σωματεία είναι περίπου 12 (τέτοιο είναι, π.χ., ο Σύλλογος Προσωπικού ΕΙΕ). Φαίνεται ότι στα σωματεία αυτά έχει δικαίωμα εγγραφής μόνο το μόνιμο προσωπικό των Ιδρυμάτων, Κέντρων, Ινστιτούτων, κλπ. Μη μόνιμο προσωπικό (συμβασιούχοι, «συνεργαζόμενοι» ερευνητές, «εξωτερικοί συνεργάτες», «εκπαιδευόμενοι ερευνητές», ή όπως αλλιώς μπορούν κατ’ ευφημισμόν να λέγονται όλοι αυτοί οι επισφαλώς εργαζόμενοι) πρέπει να ήταν ελάχιστοι παρόντες στην αίθουσα, και πάντως κανένας τους δεν πήρε τον λόγο.

Οι πρόεδροι που τέθηκαν επικεφαλής της «Συνέλευσης»διέπονταν, όπως άλλωστε οι περισσότεροι πρόεδροι τέτοιων συνδικαλιστικών οργάνων (και δη Ομοσπονδιών), από το γνωστό «εργατοπατερικό» ύφος, με κάποια, μεγαλύτερη της συνήθους, δόση επιστήμης. Ξεκίνησαν με τέτοιες γενικόλογες, αμήχανες τοποθετήσεις (αναφορά στην τροπολογία άρθρου 25 του Ν 1514/1985 και στον Ν 3653/2008), ώστε να αναρωτιέται κανένας αν έχουν ξανασυμμετάσχει σε τέτοιου είδους διαδικασίες και τι είδους ρόλο, τέλος πάντων, παίζουν αυτές οι Ομοσπονδίες στον τομέα της Έρευνας. Ο πρόεδρος της ΕΕΕ ήταν ο γλαφυρότερος όλων: απέδωσε την παρούσα κατάσταση στην «ασχετοσύνη» του Υπουργού Ανάπτυξης, ο οποίος, τυγχάνοντας και πολιτικά φιλόδοξος, καίγεται να κάνει κάτι οτιδήποτε, ώστε αργότερα να το προβάλει στο βιογραφικό του ως πολιτικό «έργο».

Γενικά, στη «Συνέλευση» ήταν εμπεδωμένη σε μεγάλο βαθμό η άποψη ότι τόσο το πρόβλημα, όσο και η λύση του (ιδίως αυτή) ήταν ζήτημα προσώπων (και όχι πολιτικής). Στο επίπεδο των λύσεων, η άποψη αυτή μεταφραζόταν στο «να κινητοποιήσουμε τις γνωριμίες μας», ιδίως στον χώρο της αντιπολίτευσης (του ΠΑΣΟΚ) και του Τύπου. Αυτό που τρόμαζε ιδιαιτέρως ένα μεγάλο μέρος της «Συνέλευσης» ήταν το ότι δεν διαφαίνεται καμία διάθεση υποστήριξης από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ. Μία κυρία από τον Δημόκριτο, π.χ,, ανακοίνωσε με τρόμο ότι, μιλώντας με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Φ. Σαχινίδη και Ν. Χριστοδουλάκη, συνειδητοποίησε τόσο καλά ότι «δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε από αυτούς», ώστε δεν τους έδωσε καν τον αριθμό του κινητού της. Ως προς το ζήτημα των «γνωριμιών στον Τύπο» η αισιοδοξία ήταν μεγαλύτερη, ιδίως από την πλευρά του προεδρείου (το οποίο, άλλωστε, είχε και ένα μόνιμο άγχος να μην αμφισβητηθούν οι ικανότητές του), και, σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκαν οι πρόσφατες σχετικές με την Έρευνα καταχωρίσεις στον Ριζοσπάστη, στην Αυγή και στην Καθημερινή (διότι, όπως είπε κάποιος από τους προέδρους, «ο Αλαφούζος πιέζει τον Καραμανλή και κάτι τέτοια πρέπει να τα εκμεταλλευόμαστε, καθώς είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος πάλης που έχουμε»). Από την άλλη πλευρά, όμως, οι λίγοι «απαισιόδοξοι» θεωρούσαν ότι το ζήτημα δεν έχει «παίξει» καθόλου στα ΜΜΕ σε σχέση με τη σπουδαιότητά του. Το προεδρείο απάντησε ότι η προσπάθεια θα συνεχιστεί, ακόμη και αν πρόκειται να δημοσιευτούν ημισέλιδες ή ολοσέλιδες καταχωρίσεις επί πληρωμή.

Με δεδομένο ότι η πλειονότητα των παρόντων φαινόταν να εδράζεται πολιτικά στον χώρο του ΠΑΣΟΚ (είδα πάντως και κάποιους που είναι γνωστό ότι τοποθετούνται στο ΚΚΕ), η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση που εγώ κατόρθωσα να δω μεταξύ των συμμετεχόντων ήταν αυτή ανάμεσα στους ελάχιστους που έκαναν πολιτικότερες τοποθετήσεις και στους περισσότερους, που αντιμετώπιζαν το ζήτημα μάλλον ως «τεχνικό» ή «οργανωτικό». Με εξαίρεση ένα σημείο που θα αναφέρω παρακάτω, σε καμία φάση της συνάντησης πάντως δεν υπήρξε πολιτική αντιπαράθεση. Δεν υπήρχε και λόγος για να υπάρξει, εφόσον από τη μία οι «μη πολιτικοί» ήταν έτοιμοι να χειροκροτήσουν τον οποιονδήποτε απλώς «τα έχωνε» στην κυβέρνηση, και από την άλλη οι «πολιτικοί» δεν είχαν κανένα συγκεκριμένο σχέδιο ή συνδικαλιστική κίνηση να «περάσουν» στη «Συνέλευση».

Το γενικό κλίμα ήταν «πάμε, παιδιά, να κινητοποιήσουμε όσο πιο πολύ κόσμο μπορούμε» και, όταν ορισμένοι έθεταν το εντελώς πραγματικό θέμα του ότι «ο κόσμος δεν κινητοποιείται» εμφανιζόταν μια χαλαρή γκρίνια, που διαλυόταν με τη σειρά της μέχρι την επόμενη ένεση αισιοδοξίας.

Από όσους έλαβαν τον λόγο πρόλαβα να συγκρατήσω εκπροσώπους από τα εξής (δίπλα σημειώνω το νομικό καθεστώς των ιδρυμάτων):

  1. Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), με έδρα τη Θεσσαλονίκη και παράρτημα στην Αθήνα (ΝΠΙΔ).
  2. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΝΠΙΔ)
  3. Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) (ΝΠΔΔ)
  4. Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) (ΝΠΔΔ?)
  5. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) (ΝΠΔΔ)
  6. Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών – Δημόκριτος (ΕΚΕΦΕ-«Δ») (ΝΠΔΔ)
  7. Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ (ΕΙΠ) (ειδικό «ελληνογαλλικό» καθεστώς)
  8. Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) (ΝΠΙΔ)
  9. Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) με έδρα το Ηράκλειο (ΝΠΙΔ)

Από τον ιστότοπο του εποπτεύοντος φορέα (Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας – ΓΓΕΤ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, μπορεί κανείς να δει ποιοι δεν ήταν παρόντες (ή δεν έλαβαν τον λόγο):

  1. Εθνικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών (ΕΚΕΒΕ) «Αλέξανδρος Φλέμινγκ»
  2. Αθηνά – Ερευνητικό Κέντρο Καινοτομίας στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας, των Επικοινωνιών και της Γνώσης
  3. Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανάπτυξης Θεσσαλίας (ΚΕΤΕΑΘ)
  4. Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ)

Δεν νομίζω να είναι τυχαίο ότι πολιτικότεροι στη συζήτηση ήταν όσοι εκπροσωπούσαν ΝΠΔΔ (Αστεροσκοπείο, ΕΛΚΕΘΕ, ΕΚΚΕ, Δημόκριτος). Αυτοί οι λίγοι επισήμαναν ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης δεν πηγάζουν από ασχετοσύνη, αλλά εντάσσονται στο γενικότερο σχέδιο ιδιωτικοποίησης των πάντων (και της έρευνας). Ερευνητής (επιστημονικός συνεργάτης) του Δημόκριτου τόνισε ότι στην Έρευνα το σχέδιο ιδιωτικοποίησης ξεκινάει με το άρθρο 25 του Ν 1514/1985, προχωράει με τον Ν 1929 του Χριστοδουλάκη και τις τροποποιήσεις του, και συνεχίζεται τώρα, με τους πρόσφατους σχεδιασμούς. Ο γενικός λόγος που προβάλλεται για την «αναδιάρθρωση» είναι η αύξηση της απορροφητικότητας των ευρωπαϊκών κονδυλίων, χωρίς φυσικά να υπάρχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα απορροφητικότητας και, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υπάρχει, χωρίς να οφείλεται σε νομικά ζητήματα.

Από τη συζήτηση φάνηκε πολύ καθαρά, επίσης, ότι ο βαθμός ιδιωτικοποίησης που ήδη έχει επιτευχθεί έρχεται τώρα να μπλοκάρει οποιαδήποτε δυνατότητα αντίστασης, καθώς οι αντιδρώντες ερευνητές σχεδόν δεν έχουν λόγο στα διορισμένα από την κυβέρνηση ΔΣ που διοικούν τα ιδρύματα. Παρ’ όλα αυτά, το προεδρείο της «Συνέλευσης» θεωρούσε ότι στα ΔΣ δεν επικρατεί ομοφωνία ως προς την προτεινόμενη «μεταρρύθμιση» και ότι αυτά πρέπει να πιεστούν (μέσω των εκπροσώπων των ερευνητών) να τοποθετηθούν ρητά πάνω στο τωρινό κυβερνητικό σχέδιο. Σε κάθε περίπτωση ήταν φανερό, πάντως, ότι μεγάλο μέρος των ερευνητών (το οποίο προφανώς δεν παρίστατο στη συνάντηση) συμφωνεί ή, εν πάση περιπτώσει, δεν εκδηλώνει διαφωνία ως προς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Από ερευνήτρια του ΕΚΚΕ ειπώθηκε ότι ορισμένοι ενδιαφέρονται μόνο «για τις καρέκλες τους» και ότι τα συνδικαλιστικά όργανα οφείλουν να τους καταγγείλουν και να ζητήσουν τις παραιτήσεις τους.

Η μόνη πολιτική διαφωνία, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, προέκυψε προς το τέλος της συνάντησης, όταν ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Το προεδρείο είχε ήδη εξαγγείλει 4ωρη πανελλαδική στάση εργασίας για την προσεχή Πέμπτη (δεν κατάλαβα αν εννοούσαν και συγκέντρωση ή/και πορεία και πού), καθώς και μία συνέντευξη Τύπου, την ίδια μέρα ή την Παρασκευή, οργανωμένη (όπως ελπίζεται) σε συνεργασία με την ΑΔΕΔΥ και τη ΓΣΕΕ. Κατά τη συζήτηση, όμως, κάποιοι πρότειναν ριζοσπαστικότερες δράσεις:

  1. η στάση να γίνει απεργία
  2. να διοργανωθούν πορείες (ερευνήτρια του ΕΚΚΕ πρότεινε κάθε ίδρυμα να συμμετάσχει με τα «attributi» του: το αστεροσκοπείο με τηλεσκόπια, κ.ο.κ.)
  3. να επιδιωχθούν Γενικές Συνελεύσεις σε όλα τα ιδρύματα
  4. γενικότερα, πιο δυναμικές κινητοποιήσεις που να κλείνουν τα ερευνητικά κέντρα
  5. κατάληψη στο Υπουργείο Ανάπτυξης (ακούστηκε και αυτό)

Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα να ξεκαθαριστεί ποιες ακριβώς θα ήταν οι δράσεις, τα μέλη των διοικήσεων των πρωτοβάθμιων (μέλος του πρωτοβάθμιου του ΕΚΚΕ είχε ήδη προτείνει τη δημιουργία Συντονιστικού των κινητοποιήσεων), αντέδρασαν στην πρόταση του προεδρείου να του δοθεί εν λευκώ εντολή να διαχειριστεί την κατάσταση. Επέμειναν στη δημιουργία του Συντονιστικού. Το προεδρείο, πάλι, ισχυρίστηκε ότι «εδώ δεν είμαστε όργανο λήψης αποφάσεων», και άρχισε να προβάλει τα θεσμικά προσκόμματα ως προς τη λειτουργία του Συντονιστικού: ότι δηλ. οι πρόεδροι των ομοσπονδιών δεσμεύονται από τις αποφάσεις των ΔΣ τους, και όχι από τις αποφάσεις ενός οποιουδήποτε μη θεσμοθετημένου Συντονιστικού οργάνου. Τότε τα μέλη των πρωτοβάθμιων άρχισαν να αναρωτιούνται τι ρόλο είχε η παρούσα συνάντηση (εξ ου και παραπάνω βάζω τη λέξη «Συνέλευση» σε εισαγωγικά). Αν δεν ήταν ΓΣ Συνέλευση πρωτοβάθμιων σωματείων, τότε τι ήταν; Συζήτηση ή απλώς ένας καφές με κουβεντούλα; Το προεδρείο απάντησε ότι ένα 15μελές Συντονιστικό δεν θα ήταν ευέλικτο. Κάποιος από τους προσκείμενους στο ΚΚΕ άρχισε να υποφωνασκεί ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα: «όχι άλλη χειραγώγηση». Δεν έθεσε, όμως, πολιτικά κανένα θέμα επί της διαδικασίας ή άλλο. Αυτή η ιστορία κράτησε περίπου 20-30 λεπτά. Τελικώς, αν κατάλαβα καλά, αποφασίστηκε οι πρόεδροι των ΔΣ των πρωτοβάθμιων να προτείνουν και να έχουν συμβουλευτικό ρόλο επί των αποφάσεων, πάνω στις οποίες όλοι δεσμεύτηκαν ότι θα επιζητείται η ομοφωνία.

Ως προς τις συγκεκριμένες δράσεις, δεν ειπώθηκε στο τέλος κάτι παραπάνω απ’ ό,τι είχε ειπωθεί από το προεδρείο ήδη στην αρχή.

Μολονότι φάνηκε να υπάρχει μια κάποια διαθεσιμότητα από τους παραβρισκόμενους, το προεδρείο φρόντιζε πάντα να την «αδειάζει», τονίζοντας ότι «δεν έχουμε κόσμο». Μπροστά σε αυτή την τρομακτική διαπίστωση, οι επίδοξοι «επαναστάτες» κάθονταν πάλι στα αυγά τους.

Συνοψίζω τα μόνα ψήγματα κριτικής-αυτοκριτικής που εντόπισα στις στάσεις και στις τοποθετήσεις των Ερευνητών σε σχέση με τους λόγους που τους έχουν οδηγήσει στην παρούσα κατάσταση:

  1. το πρόβλημα είναι ότι είμαστε ερασιτέχνες συνδικαλιστές (κάποιος, μάλιστα του προεδρείου, συνδικαλιστής ως ίδιος, καθότι πρόεδρος ομοσπονδίας, το έθεσε ως εξής: «είμαστε γραφικοί: αντί να κάνουμε έρευνα, καθόμαστε και κάνουμε συνδικαλισμό».
  2. είμαστε εσωστρεφείς
  3. πρέπει να εκλαϊκεύσουμε τα αιτήματά μας (όπως το έθεσε μέλος του Δημόκριτου: «αν μου ζητήσουν έξω από τον χώρο να εξηγήσω γιατί είναι κακό αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση, δεν θα ξέρω τι να απαντήσω»).

Τέλος, κατά τις 14:00, όλοι οι παραβρισκόμενοι βγήκαν έξω, απέκλεισαν την άνοδο της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ταυτόχρονα, έξω από το ΕΙΕ είχε στηθεί μικροφωνική εγκατάσταση και ένας d.j. έβαζε τραγούδια. Οι μουσικές επιλογές ξεκίνησαν με Φαραντούρη, ταχύτατα, όμως, εκτράπηκαν στην ελαφριά ποπ.

Αυτά, εν ολίγοις. Ας μου επιτραπεί τώρα και ένα σχόλιο.

Είναι προφανές ότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για τα ιδρύματα. Γίνονται ακόμη δυσκολότερα, όταν έχουμε να κάνουμε με τέτοιους όρους συνδικαλισμού. Στον χώρο της Έρευνας, τα φαινόμενα συνδικαλιστικής παράλυσης που συναντώνται και σε άλλους εργασιακούς χώρους έχουν εξαπλωθεί στον μέγιστο βαθμό, λόγω της φύσης της εργασίας των ερευνητών, την «ανώτερη» θέση τους στον καταμερισμό, και τη συνακόλουθη ιδεολογία που φέρνει αυτή η θέση.

Η αντίφαση συνοψίστηκε, κατά τη γνώμη μου, πολύ καλά στην περίπτωση ενός ερευνητή από το ΙΓΜΕ, ο οποίος και στην εμφάνιση και στον λόγο του θύμιζε συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ της δεκαετίας του ’80. «Εμείς στο ΙΓΜΕ», είπε, «κάνουμε λειτουργική κατάληψη: απεργούμε, αλλά ταυτόχρονα δουλεύουμε και παραδίδουμε κανονικά τα προγράμματά μας. Το αίτημά σε μας είναι οι προσλήψεις: το 1999 ήμασταν 1200, τώρα είμαστε 500, και σε λίγο φεύγουν άλλοι 240. Εμείς είμαστε ΝΠΙΔ. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με αυτό. Αυτό με το οποίο έχουμε πρόβλημα είναι ότι μας κόβουν παροχές, ασφαλιστικά δικαιώματα: είχαμε ένα αυτασφαλιστικό ταμείο που πάνε να μας το βουλιάξουνε». Η παρέμβαση του εν λόγω συνδικαλιστή καταχειροκροτήθηκε, εισέπραξε τα ρητά «μπράβο» των παραβρισκόμενων. Τέλος, ο ίδιος δήλωσε: «Λυπάμαι, πρέπει να φύγω τώρα: έχουμε μια επιστημονική συνάντηση στο Τιτάνια για τα πετρέλαια…».

Με τέτοιους όρους είναι προφανές ότι οι επιθετικές διεκδικήσεις των εργαζομένων έχουν πάει περίπατο και ότι, ακόμη και η απλή άμυνά τους απέναντι σε αναβαθμισμένες απειλές, εξαρτάται πράγματι απόλυτα από τις «γνωριμίες» με την αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ.

Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν έχει να περιμένει πολλά από τέτοιες λογικές, διότι η αποτυχία και η ήττα είναι ομολογημένη στις προτάσεις που τις συγκροτούν, και διότι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι βλέπουν τον συνδικαλισμό ως βάρος ή, το πολύ-πολύ, ως ευκαιριακή απασχόληση με τηλεοπτικούς όρους. Μόνο κατά περίπτωση και συγκυριακά μπορούν ίσως αυτές οι λογικές να έχουν κάποιο, προσωρινό αποτέλεσμα. Είτε το ομολογούν στον λόγο τους, είτε όχι, πάντως, οι Ερευνητές δίνουν στην πράξη σαφή απάντηση για το πόσο θεωρούν τους εαυτούς εργαζόμενους και πόσο επιστήμονες. Η ανισορροπία είναι για μένα εμφανής.

Κατά τη γνώμη μου, η μόνη ελπίδα στον χώρο είναι όσοι κάνουν τη λάντζα σε αυτόν, δηλ. οι συμβασιούχοι (κάθε τύπου και μορφής) των ιδρυμάτων. Ειπώθηκε αυτό και στη συνάντηση από κάποιον «ριζοσπάστη»: «έρευνα με μπλοκάκι δεν μπορεί να γίνει: δεν γίνεται ένας μάνατζερ να κόβει το έργο σε δέκα κομμάτια και να το μοιράζει σε δέκα εξωτερικούς συνεργάτες».

Εδώ πέρα, νομίζω, μπορούμε όλοι να θυμηθούμε (εκτός από τις ίδιες τις προσωπικές μας εμπειρίες) την περίπτωση του προγράμματος του Πάντειου για το «Λεξικό της δεκαετίας του ’80». Στην περίπτωση εκείνη, το βασικό θέμα για συζήτηση (που ήρθε και πέρασε χωρίς να πούμε τίποτε στον ΟΜΙΚ) ήταν ακριβώς αυτό. Πρόκειται για νέες μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης, ιδεολογικής υπαγωγής και (συχνά) δουλείας, πάνω στις οποίες κάποιοι χτίζουν τις ακαδημαϊκές καριέρες τους. Οι «δούλοι» προσέρχονται οικειοθελώς, από τη μία λόγω της εκπληκτικής ανεργίας (ιδίως στα «ανθρωπιστικά»), και από την άλλη (ιδίως όταν δουλεύουν τζάμπα) επειδή προσδοκούν ότι, κάποια στιγμή, θα φτιάξουν το βιογραφικό τους και, ίσως (οι πιο φιλόδοξοι), ότι αργότερα θα τους δοθεί και η ευκαιρία να είναι εκείνοι που θα μοιράζουν τις δουλειές. Δεν θέλω να τσουβαλιάσω ανθρώπους με διαφορετικά κίνητρα, αλλά αντικειμενικά είναι ένα πρόβλημα. Συνήθως δεν το θίγουν (και αυτό από μόνο του λέει κάποια πράγματα) οι ίδιοι αυτοί που μοιράζουν τις δουλειές, ούτε στους προλόγους των δημοσιευόμενων εργασιών των προγραμμάτων, ούτε στις ηλεκτρονικές σελίδες των βάσεων δεδομένων. Αυτό αντικειμενικά (πέρα από προθέσεις) είναι συνενοχή.

Η ίδια κατάσταση επικρατεί σε πάρα πολλούς χώρους, και οι αντιδράσεις είναι τέτοιες, ώστε συνδικαλιστικά να μπορούμε να μιλάμε (τουλάχιστον από το 2000 και μετά, αν όχι και ενωρίτερα) για «κίνημα των συμβασιούχων». Από την άποψη αυτή, στη συνάντηση του ΕΙΕ αναρωτήθηκα πού είναι οι συμβασιούχοι ερευνητές, και αν έχουν κάποια συνδικαλιστική οργάνωση. Ας μας ενημερώσει κάποιος. Εγώ να θυμίσω μόνο την πρόσφατη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζόμενων με συμβάσεις stage, καθώς και την ανακοίνωση (που μας έστειλε πρόσφατα ο Ποταμιάνος) της Πρωτοβουλίας των Μεταφραστών, Επιμελητών, Διορθωτών ότι προτίθεται κι αυτή να ιδρύσει σωματείο.

Νομίζω ότι, αν οι συμβασιούχοι έβλεπαν τους εαυτούς τους μέσα και σε αυτό το υπαρκτό κίνημα (που έχει και νίκες και ήττες), τα πράγματα θα ήταν καλύτερα όχι μόνο στη χτεσινή συνάντηση του ΕΙΕ, αλλά γενικότερα στην Έρευνα. Μόνο στο ΕΙΕ, το μη μόνιμο προσωπικό συνιστά πάνω από το 50% του συνολικού ανθρώπινου δυναμικού:

Σύνολο προσωπικού: 645

Μόνιμο προσωπικό (41%):

  1. Ερευνητές: 125 (19,3%)
  2. Διοικητικοί-τεχνικοί: 140 (21,7%)

Συνεργαζόμενο προσωπικό (59%):

  1. Ερευνητές σε προγράμματα: 300 (46,5%)
  2. Εκπαιδευόμενοι ερευνητές: 80 (12,4%)

Και κάτι τελευταίο. Ακούμε αρκετούς, ιδίως από εκείνους που αυτοτοποθετούνται στην Αριστερά, να παραπονούνται ότι, δεδομένων των συσχετισμών στον εργασιακό τους χώρο, δεν μπορούν να κινηθούν συνδικαλιστικά. Το έχουμε ακούσει πολλές φορές. «Δυστυχώς», λένε, «δεν υπάρχει κόσμος». Αυτό μπορεί να είναι σωστό, ιδίως αν αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι τα «κουκιά», αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι μια στάση που μπορεί να κάνει καλό στο συνδικαλιστικό κίνημα γενικά. Για να δημιουργηθεί ένα συνδικαλιστικό σωματείο χρειάζονται μια χούφτα άνθρωποι «και βλέπουμε». Καταλαβαίνει κανένας τους φόβους που συνοδεύουν μια τέτοια κίνηση σε χώρους όπου επικρατούν όροι εργασιακού μεσαίωνα, αλλά είναι δύσκολο να τους καταλάβει σε χώρους όπου υποτίθεται ότι ακόμη και οι εργοδότες είναι γενικώς προοδευτικοί άνθρωποι (και, πάντως, δεν έχει καταγγελθεί το αντίθετο).

Οι ίδιοι αριστεροί λένε, επίσης, ότι «δεν πειράζει που δεν συνδικαλιζόμαστε, εφόσον η δράση μας ούτως ή άλλως εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων μας». Σύμφωνοι. Όταν, όμως, κάποιος τους επισημαίνει ότι ο ρόλος του συνδικαλισμού είναι εξίσου πολιτικός όσο και του κόμματος, δηλώνουν ότι ο ρόλος του κόμματος είναι πολιτικότερος, εξ ου και η προτίμηση. Αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις παράγει κάποιες αντιφάσεις: Εάν το κόμμα είναι πιο σημαντικό από τον συνδικαλισμό, τότε να αφήσουμε εντελώς ανοχύρωτους χώρους που καταβαραθρώνονται εργασιακά; Εάν, πάλι, ο ρόλος του κόμματος είναι απλώς διαφορετικός από τον ρόλο του συνδικαλισμού, τότε σε ποια βάση παραγνωρίζουμε την πολιτική σημασία του συνδικαλισμού; Μήπως η δράση μας στο κόμμα «καλύπτει κάπως» και τη δράση που (δεν) έχουμε στον συνδικαλιστικό τομέα; Ή μήπως εντασσόμαστε στους δύο χώρους εναλλακτικά και κατά προτίμηση; Και με ποιο κριτήριο; Δεν είμαστε, άραγε, εργαζόμενοι, που κάπως πρέπει να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους; Ιδίως όταν τα ζητήματα που διακυβεύονται είναι τόσο σοβαρά, όσο αυτά που τώρα (ισχυριζόμαστε ότι) διακυβεύονται στην Έρευνα; Ισχύει αυτό που λέμε ότι πολλά εξαρτώνται από «το επίπεδο της πάλης στους χώρους της δουλειάς;» Ή μήπως κάποιοι «χώροι δουλειάς» είναι πιο πολύ «δουλειάς» από άλλους;

Αυτά ως ακροτελεύτια ερωτήματα, που μου δημιουργήθηκαν χτές στο ΕΙΕ.

Νίκος Καστρινάκης

23/6/2009″

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: