Για τα θολά νερά του ΣΥΡΙΖΑ

Τσιμπολόγημα από άρθρα των Γιώργου Γιαννουλόπουλου, Τάσου Παππά και Γιώργου Βότση στην Ελευθεροτυπία.

Γιώργος Γιαννουλόπουλος:

Αν υπάρχει μια ουσία της μεταμοντέρνας εποχής μας -το ξέρω, οι δύο έννοιες αντιφάσκουν- είναι να υποσχόμαστε το καινούργιο, το οποίο τελικά αποδεικνύεται αναπαραγωγή του ισχύοντος, με απώτερο στόχο την επικράτηση.  Τι σημαίνει στη σημερινή συγκυρία «ξεκάθαρες κουβέντες»; Νομίζω ότι ένα κείμενο του Αρ. Μπαλτά στην «Αυγή» την επομένη των εκλογών θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το πρόβλημα. Σχολιάζοντας την ήττα, ο Μπαλτάς ξεκινάει από τη φράση της Τζίνας Πολίτη ότι συντάχθηκε «ανεπιστρεπτί με τις αξίες και τα οράματα του αριστερού συλλογικού υποκειμένου». Το βιβλίο της δεν το έχω διαβάσει ακόμα και συνεπώς δεν ξέρω πώς το εξειδικεύει. Αλλά για τον τρόπο που το παρουσιάζει ο φίλτατος και οξύνους Αριστείδης έχω την εξής ένσταση: είναι μια σαφέστατη δήλωση πίστης σε κάτι απελπιστικά ασαφές, δεδομένου ότι ο καυγάς μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με το πώς ορίζουμε αυτό ακριβώς στο οποίο οφείλουμε να είμαστε πιστοί. Διότι όλοι συντάσσονται «ανεπιστρεπτί με τις αξίες και τα οράματα του αριστερού συλλογικού υποκειμένου», όπως το καταλαβαίνουν όμως. Από το μέλος της ΚΟΕ που αρπάζει την κάλπη επειδή η συμμετοχή των φοιτητών στην ψηφοφορία θα συμβάλει στην αμερικανοποίηση του πανεπιστημίου, μέχρι τον Βασίλη Πεσμαζόγλου, που εισηγείται την αποχώρηση των Ανανεωτών και τη συνεργασία τους με τους Οικολόγους. […]

Δεν ξέρω αν αυτή η κατά Τσίπρα «Βαβυλωνία» οφείλεται κυρίως στην αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πολιτικοποιήσει την εικόνα του. Ξέρω όμως πως δεν νοείται χώρος δίχως σύνορα. Και τα σύνορα υπάρχουν, μολονότι το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως άρνησή τους, εν ονόματι μιας υποτιθέμενης πολυφωνίας. Αλλά, στην πράξη, η ανεκτικότητα σταματάει εκεί όπου τελειώνει η Αριστερά, όπως τη φαντάζεται η συγκεκριμένη πλειοψηφία. Η οποία -ιδού το πρόβλημα- αποφεύγει μεν να μας πει σαφώς τι σημαίνει Αριστερά, ενώ εφαρμόζει τη λογική «όσο αριστερότερα τόσο καλύτερα». Κάποτε η ασάφεια άνοιξε τις πόρτες προς το ΠΑΣΟΚ. Σήμερα η περιρρέουσα «αριστερή» ατμόσφαιρα -τα εισαγωγικά δηλούν ότι δεν τους χαρίζω την ιδιότητα- δείχνει ότι στον περίφημο

Γιώργος Βότσης:

Σεισμός, αναμφίβολα, για το πολιτικό μας σύστημα οι ευρωεκλογές (κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Αλ. Αλαβάνου) καθώς έξι στους δέκα πολίτες-ψηφοφόρους είπαν ένα ηχηρό άει σιχτίρ σε όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα.

Το παράδοξο είναι, δύο εβδομάδες αργότερα, ότι οι μετασεισμικές δονήσεις πλήττουν, κυρίως, τον ΣΥΡΙΖΑ, τον πολιτικό σχηματισμό που είχε, συγκριτικά, τις μικρότερες απώλειες στην κάλπη – για διαφυγόντα κέρδη (διαψευσμένες προσδοκίες) παρά για πραγματικές ζημιές πρόκειται. Κι ενός παραδόξου μύρια έπονται.

Αντίθετα με την παράδοση αιώνων, στον Συνασπισμό ο εκάστοτε Κρόνος φαγώνεται, αντί να τρώει τα παιδιά του. Κι ενώ όλοι βλέπαμε πιο ευάλωτο τον Αλέξη, που συγκέντρωνε τα πυρά της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και των περιβόητων «συνιστωσών» για «ηγεμονισμούς», «επικοινωνιακά λάθη» και «υπέρμετρη αισιοδοξία» κι έμενε προκλητικά ακάλυπτος από τον Αλέκο, να που ξαφνικά ο δεύτερος παραιτείται. Κι ενώ οι αναλυτές προέβλεπαν ότι θα βγουν μαχαίρια στον ΣΥΝ, στη σύγκρουση «Αριστερού Ρεύματος» και «Ανανεωτικής Πτέρυγας» και ότι θα γίνουν μαλλιά-κουβάρια στον ΣΥΡΙΖΑ ήρθε ξαφνικά στο φως η δραματική μονομαχία στα παρασκήνια του Αλέξη με τον Αλέκο, με επικράτηση στα σημεία του πρώτου, προς το παρόν.

Σκέτη θλίψη ήταν να κοιτάς τους δυο τους την περασμένη Τρίτη το βράδυ στην Παλαιά Βουλή, όπου εκπρόσωποι όλου του πολιτικού φάσματος, πλην ΚΚΕ βεβαίως, παρουσίασαν εγκωμιαστικά το εξαίρετο (όπως υποστήριξε τεκμηριωμένα ο Ηλίας Νικολακόπουλος) ιστορικό σύγγραμμα του Τάσου Τρίκκα, «ΕΔΑ 1951-1967, το νέο πρόσωπο της Αριστεράς» («Θεμέλιο»). Σαν χωρισμένοι με καυγά, ύστερα από σχέση σφοδρού πάθους, απέφευγαν ακόμη και να ανταλλάξουν βλέμματα…

«Ή αυτός ή εγώ, η δυαρχία δεν θα συνεχιστεί», φέρεται να είπε εκείνη τη μέρα ο Αλέξης Τσίπρας, αποκαλύπτοντας τη διαφαινόμενη ώς τότε αρχηγική σύγκρουση για την πρωτοκαθεδρία. Αλλά ο απογαλακτισμός του μόνον από τον Αλέκο, αναμενόμενος και καθυστερημένος, σίγουρα δεν αρκεί, όταν το ελάχιστο ζητούμενο για τον ηγέτη μιας πράγματι ανανεωτικής, ριζοσπαστικής και δημοκρατικής Αριστεράς είναι να κόψει επιτέλους, όπως και η «Κομσομόλ» που τον περιβάλλει, τον ομφάλιο λώρο με την ΚΝΕ και να ανοίξει διαμπερώς τα παράθυρα της Κουμουνδούρου, για να φύγει η μούχλα.

Το πιο τρανταχτό παράδοξο προκύπτει απ’ όσα αντιφατικά διακηρύσσει, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, ο πρόεδρος του ΣΥΝ: Οτι για την κακή εκλογική εμφάνιση θα ξεκινήσει εσωκομματικά και δημόσια «ένας ειλικρινής διάλογος, από τη βάση ώς την κορυφή». Δεν υπάρχει, ωστόσο, θέμα να αλλάξει η γραμμή ως προς το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και την κατεύθυνση για συγκρότηση του τρίτου πόλου (με το ΚΚΕ, τους Οικολόγους κ.ά.)! Αλλά με το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ και τον «τρίτο πόλο» να προβάλλονται αφοριστικά ως ταμπού απαραβίαστα, τι τάχα θα αφορά αυτός ο «ειλικρινής διάλογος»;

Το αν, ας πούμε, στο περιλάλητο «ντιμπέιτ» έπρεπε να πάρει μέρος ο Αλέξης και όχι ο Αλέκος; Χέστηκε η φοράδα στο αλώνι, με το συμπάθιο. Ή, μήπως, αν το ευρωψηφοδέλτιο έπρεπε να το καταθέσει ο Αλέκος και όχι ο Αλέξης,όταν το πρόβλημα ήταν η ίδια η σύνθεση αυτού του ψηφοδελτίου: Ακατανόητη και προσβλητική για τους κατά τεκμήριον πιο απαιτητικούς ψηφοφόρους του εκλογικού σώματος (οι πλέον μορφωμένοι και με ανεπτυγμένο προβληματισμό, κατά τους δημοσκόπους) που καμάρωναν ώς χθες να τους εκπροσωπούν ένας Μιχ. Παπαγιαννάκης κι ένας Αλ. Αλαβάνος στο Ευρωκοινοβούλιο, όπου διέπρεψε και ο καρατομημένος τώρα Δημ. Παπαδημούλης.

Ετσι όπως είχαν πάρει τα μυαλά τους αέρα εκεί στην Κουμουνδούρου με την περσινή απροσδόκητη δημοσκοπική εκτίναξη σε ένα δυσθεώρητο 18% δεν φαίνεται να προβληματίστηκαν στα βασικά: Από πού προέρχονταν οι εν δυνάμει νέοι ψηφοφόροι και πώς τελικά συμπεριφέρθηκαν στις ευρωκάλπες. Το σίγουρο είναι ότι δεν τους προσέλκυαν ούτε τα κοινωνικά ανύπαρκτα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα των «συνιστωσών» (τι κακόηχη λέξη κι αυτή) του ατυχέστατου ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η προοπτική να συγκροτηθεί κάποιος «τρίτος πόλος» με τα ευλόγως απωθητικά παντού απολιθώματα του σταλινισμού.

Στο επίκεντρο του «ειλικρινούς διαλόγου» οφείλει να βρεθεί, βεβαίως, και το πώς πολιτεύτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ σε καίρια θέματα και τι θα περίμενε ο κόσμος της από μια Αριστερά ριζοσπαστική και ανοιχτόμυαλη, που τολμά να καινοτομεί, δεν ψηφοθηρεί και δεν λαϊκίζει. Σε τι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, λέμε ΝΑΙ και σε τι ΟΧΙ, σε πρώτο πληθυντικό, για να θυμηθούμε και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη.

* Στη μαθητική εξέγερση του Δεκέμβρη λέμε ΝΑΙ ανεπιφύλακτα. Αλλά το ΟΧΙ είναι καθαρό και κάθετο στους εμπρησμούς και τις λεηλασίες καταστημάτων, στις καταστροφές δημόσιας περιουσίας, στις φασιστοειδείς επιθέσεις σε δασκάλους και αντιφρονούντες, στην κάθε μορφής τρομοκρατία, στην ασυδοσία των μπαχαλάκηδων.

* Στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος λέμε, κατ’ αρχάς, ΝΑΙ και δεν κάνουμε, αποπροσανατολιστικά, φλάμπουρο το αντίθετο. Διότι, πριν φτάσουμε στο έλασσον (στην παρ. 8, που απαγορεύει τη σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες) σκοντάφτουμε στο μπετόν της αντίδρασης και του αναχρονισμού, με την παράγραφο 2 να θέτει σκοπό της Παιδείας μας τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Αλλο τόσο λέμε ΝΑΙ και θέτουμε όρους για τη δημοκρατική διοίκηση των πανεπιστημίων και την τακτική κρίση όλων των διδασκόντων σε όλη την εκπαιδευτική κλίμακα.

* Στην ανασυγκρότηση του κράτους λέμε ΝΑΙ, αν σημαίνει πρωτίστως συρρίκνωση της οκνής, σπάταλης και δυναστικής δημόσιας διοίκησης και περιστολή της δημοσιοϋπαλληλίας και των ανελαστικών δαπανών, ώστε να χρηματοδοτούνται η Παιδεία, η έρευνα και η κρατική πρόνοια και να διεκπεραιώνονται τάχιστα, με τις δυνατότητες πλέον της τεχνολογίας, τα καθημερινά προβλήματα του πολίτη.

* Μαζί με τα οικολογικά, τους αγώνες των εργαζομένων και την προάσπιση και διεύρυνση της δημοκρατίας, η καταπολέμηση της διαφθοράς συγκαταλέγεται στους προνομιακούς για την Αριστερά τομείς, που μπορεί και οφείλει να πρωτοστατεί πολιτικά. Λέμε ΝΑΙ στην πλήρη διαφάνεια και τον κοινωνικό έλεγχο στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, ΟΧΙ σε κάθε ποινική ασυλία υπουργών και βουλευτών.

* Στο μέγα θέμα των οικονομικών μεταναστών πρυτανεύουν αυτονοήτως ο ουμανισμός και η κοινωνική αλληλεγγύη. Λέμε ΟΧΙ στα γκέτο της αθλιότητας, που εκτρέφουν εγκληματικότητα και ρατσισμό, ΟΧΙ στην κτηνώδη αντιμετώπιση και την εκμετάλλευσή τους. Αλλά λέμε ΝΑΙ και ενισχύουμε τη σωστή προσπάθεια της κυβέρνησης, να μεταφέρει τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου και ανήκει.

* Τέλος, σ’ αυτή την ενδεικτική λίστα, αφήνουμε για το ΚΚΕ τη μεμψιμοιρία και στα δύο κόμματα εξουσίας την καπηλεία και λέμε εκθύμως ΝΑΙ στο μεγαλούργημα του νέου Μουσείου της Ακρόπολης και ανεπιφύλακτο εύγε στους δημιουργούς του. Και ασφαλώς επικροτούμε εκείνα τα μεγάλα έργα (Εγνατία, γέφυρα Ρίου κ.ά.) που ευεργετούν την εκτός του υπερτροφικού κράτους των Αθηνών κακοπαθημένη Ελλάδα.

Στην Παλαιά Βουλή, ο Αλ. Αλαβάνος τερμάτισε την ομιλία του τονίζοντας ότι «το κεντρικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ικανότητά του να αναδείξει ότι είναι ένας εναλλακτικός πόλος άλλων αξιών με διαφορετικούς κώδικες από το σύστημα». Τόσο το καλύτερο, αν υπονοεί ότι και για την ανανεωτική Αριστερά το πολιτικό σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι πια οριστικά χρεοκοπημένο. Ο «ειλικρινής διάλογος» τότε, αντί να ομφαλοσκοπεί και να αναλώνεται στις άχαρες τριβές της κομματικής εσωστρέφειας, θα μπορούσε να συμβάλει στον προβληματισμό που αναπτύσσεται εσχάτως και στη χώρα μας για το λυκόφως των πολιτικών κομμάτων, που αποξενώνουν την κοινωνία από τα κέντρα αποφάσεων, είναι θερμοκήπια διαφθοράς και αθέμιτου πλουτισμού των επαγγελματιών πολιτικών και φαλκιδεύουν, αντί να διασφαλίζουν, την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Τάσος Παππάς

Οταν ο Δ. Παπαδημούλης έλεγε ότι «έχουμε αέρα στα πανιά μας, αλλά δεν θα πάρουν αέρα τα μυαλά μας», δεν φανταζόταν ότι ο αέρας θα φύγει από τα πανιά και θα εγκατασταθεί για τα καλά στα μυαλά της ηγεσίας που δεν λέει να απολακτίσει τις σεχταριστικές αντιλήψεις, παρά την ανώμαλη προσγείωση στο γλίσχρο 4,7% (η έπαρση του μοναδικού) στις ευρωεκλογές.

Οποιος, μάλιστα, διανοείται να εντάξει στις δυνάμεις της αριστεράς τη σοσιαλδημοκρατία είναι αφελής ή εξουσιομανής. Αραγε, σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκει ο Χόμπσμπαουμ, ο «υπεράνω υποψίας» μαρξιστής ιστορικός, που δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να χαρακτηρίσει τον Μπλερ «Θάτσερ με παντελόνια», αλλά όταν μιλάει για αριστερά στην Ευρώπη εννοεί σταθερά και το Εργατικό Κόμμα της Μ. Βρετανίας και τους γάλλους σοσιαλιστές και το SPD της Γερμανίας;

Αναγνωρίζοντας η ηγεσία την ανάγκη να απαντήσει στο μείζον ερώτημα που απασχολεί κάθε κοινωνία «ποια κυβέρνηση με ποια πολιτική;» σκαρφίστηκε τη θεωρία του τρίτου πόλου, δηλαδή την ενότητα της σύνολης αριστεράς, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου. Του ΚΚΕ που επέστρεψε με συνεδριακά ταρατατζούμ στον σταλινισμό (αν πράγματι είχε φύγει ποτέ), του ΚΚΕ που θεωρεί ότι η αντίστροφη μέτρηση για την κατάρρευση του «υπαρκτού» ξεκίνησε την επομένη του θανάτου του μεγάλου πατερούλη, του ΚΚΕ που πιστεύει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «το ανάχωμα που εμποδίζει το ριζοσπαστισμό των μαζών», του ΚΚΕ που κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για αντικομμουνισμό και οπορτουνισμό, του ΚΚΕ που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με τα πρώην στελέχη του, επειδή «σαν τα ποντίκια εγκατέλειψαν το σκάφος τη στιγμή που κινδύνευε».

Αν ο διάλογος με τη σοσιαλδημοκρατία είναι «έγκλημα καθοσιώσεως», αναρωτιέται κανείς σε ποια περιοχή της ψυχοπαθολογίας ανήκει η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει πολιτική επικοινωνία και προγραμματική σύγκλιση με το σημερινό ΚΚΕ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: