Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, 1930

του Βασίλη Λυρίτση

Στις 30 Οκτωβρίου του 1930, ο Βενιζέλος προχώρησε στην υπογραφή του πρώτου, στην ιστορία των δύο χωρών, συμφώνου φιλίας με την Τουρκία. Πιο συγκεκριμένα, υπογράφτηκε στην Άγκυρα, ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ισμέτ Ινονού, τον Τεβφρήκ Ρουσδή και τον υπουργό εξωτερικών Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, συνθήκη φιλίας, ουδετερότητας, διαλλαγής και διαιτησίας, που συνοδευόταν και από ένα Πρωτόκολλο περιορισμού των ναυτικών εξοπλισμών, συμβάσεις εγακαταστάσεων προξενικής αρχής και εμπορίου μαζί με την πολιτική συνθήκη φιλίας.

Γιατί όμως είναι απαραίτητο να γνωρίζει κάποιος για το συγκεκριμένο σύμφωνο φιλίας; Ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι πρέπει (επιτέλους!) να μαθαίνουμε από το σχολείο ότι η ελληνική ιστορία δεν περιλαμβάνει μόνο τον αέναο αγώνα της ελληνικής «ψυχής» να περισωθεί από εχθρικούς «άλλους» ή και να επιβάλλει την ανωτερότητά της (ποιος, άραγε, θυμάται, από την σχολική ιστορία, το ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας;). Η ελληνική ιστορία έχει ανάγκη τη φιλία και τη συνεργασία, ακόμα και με προαιώνιους «εχθρούς». Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί κατάπτωση του ελληνικού μεγαλείου αλλά αποδοχή μίας ακλόνητης πραγματικότητας: όσο κι αν τονίζεται η εθνική διαφορετικότητα, η ιστορία προχωράει πια με συνεργασίες. Το ιδεολόγημα του εθνικισμού, όσο κι αν προσφέρει μεταφυσικά επιχειρήματα προκειμένου να αισθανόμαστε ασφαλείς στα όρια του εθνικού μας κράτους, είναι ανεπαρκές να αντιμετωπίσει τα δεδομένα του 21ου αιώνα.

Το ελληνοτουρκικό σύμφωνο βέβαια, υπογράφτηκε τον προηγούμενο αιώνα αλλά είναι η πρώτη προσπάθεια προσέγγισης των δύο χωρών κάτω από αντίξοες συνθήκες. Αποδεικνύει (μέσα βέβαια σε ένα ιστορικό πλαίσιο τελείως διαφορετικό από το σημερινό) ότι οι δύο προαίωνιοι αντίπαλοι δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος της ειρηνικής συμβίωσης, συνύπαρξης και συνεργασίας. Το σύμφωνο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι τα δύο κράτη μπορούν να ξεπεράσουν τις εθνικές τους «σιωπές».

Πώς φτάσαμε λοιπόν, στο ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930; Η Μεγάλη Ιδέα αποτελέσε την κυρίαρχη ιδεολογία στην ελληνικό χώρο γενικότερα από την εποχή του Κωλέττη. Οι πολιτικές όμως και στρατιωτικές εξελίξεις του 1922 και οι τραυματικές εμπειρίες, που ακολούθησαν επέφεραν ένα καίριο πλήγμα σ’ αυτό το ιδεολόγημα, χωρίς βέβαια να το παραμερίσουν.

Η παγκόσμια κρίση του 1929 προσέφερε το πεδίο για νέα έξαρση του εθνικισμού και κατ’ επέκταση του μεγαλοϊδεατισμού. Η περίοδος αυτή διαθέτει εξάλλου τα απαραίτητα δεδομένα, τις εξηγήσεις, τις ορθολογικές απαντήσεις, τους φορείς και τους θεσμούς (διανοούμενοι, τύπος) για να στηρίξει την εμφάνιση του εθνικισμού. Η μεταπολεμική, ηττημένη ελληνική κοινωνία στρέφεται στην αναζήτηση των χαμένων ιδανικών. Τα ιδανικά αυτά έχουν να κάνουν με αναβιώσεις εθνικιστικών αντιλήψεων, που θεωρούν την έλευση των προσφύγων, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη παλιών επιδιώξεων (Μεγάλη Ιδέα) την κυριότερη αιτία αλλοίωσης και καταστροφής της εθνικής ταυτότητας.

Παράλληλα όμως αυτός ο εθνικισμός εκδηλώνεται μαζί με την προσπάθεια για βαλκανική (κυρίως οικονομική) συνεργασία στα πλαίσια αντιμετώπισης των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η πρόταση του Αλ. Παπαναστασίου (από το βήμα του 27ου Παγκοσμίου Συνεδρίου ειρήνης, το 1929, στην Αθήνα) για την ίδρυση μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας υποστηρίζεται αρχικά από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Οι προτάσεις επίσης του Αριστίντ Μπριάν (Γάλλου πολιτικού), το 1929-1930, για τη συγκρότηση Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ασκούν θετικές επιδράσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα Βαλκάνια γενικότερα.

Ο Βενιζέλος δέχεται έντονη κριτική από την αντιπολίτευση και -σε πιο ήπιους τόνους- από μια μερίδα του κόμματός του για προσπάθεια υπονόμευσης της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος όμως ήδη κινείται σε άλλη γραμμή πλεύσης και επιδιώκει τον παραμερισμό των εδραιωμένων εθνικιστικών προτύπων και τη ανάπτυξη φιλίας και συνεργασίας με τη Τουρκία σε όλα τα επίπεδα.

Το 1930 σε συζήτηση στη Βουλή, θα τονίσει τη σημασία του αγώνα για κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη, σωματική και πνευματική υγεία, υλική και διανοητική ανάπτυξη, υπογραμμίζοντας ότι «αποτελεί ένα ιδανικόν πολύ ανώτερο (του πολέμου) πολύ συμφωνότερον με τας ιδικάς μας παραδόσεις». Το Μάϊο του 1930, σε λόγο του στη Θεσσαλονίκη θα αναφερθεί στη ρομαντική απορρόφηση του ελληνικού λαού από τη Μεγάλη Ιδέα.

Δε διστάζει μάλιστα στην τελετή μετακομιδής των οστών του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη (το 1930) να δηλώσει στον πανηγυρικό του λόγο ότι οι αγώνες εθνικής αποκατάστασης τερματίστηκαν και να καλέσει τις νεότερες γενιές να διαπρέψουν στο στίβο της επιστήμης. Μετά την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου συνεχίζει να κάνει δηλώσεις εθνικιστικά αποφορτισμένες για να σταθεροποιήσει και να ενισχύσει την ελληνοτουρκική φιλία. Δηλώσεις που ακόμα και σήμερα θα προκαλούσαν το «εθνικό» αίσθημα, όπως για παράδειγμα: «Όλοι επίσης γνωρίζουν ότι Τούρκοι και Έλληνες, ιδίως οι Έλληνες της Μ. Ασίας και του Πόντου, έχουν εις πολύ μεγάλην αναλογίαν κοινόν το αίμα…».

Όλες αυτές οι ενέργειες του Βενιζέλου, που έπονται της μικρασιατικής καταστροφής, υπαγορεύονταν από την επιδίωξή του για αστικό εκσυγχρονισμό. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η ιδεολογία του εθνικισμού άλλαξε περιεχόμενο. Πριν σήμαινε την απελευθέρωση των αλύτρωτων περιοχών και την επέκταση του εθνικού κράτους. Μετά σήμαινε την αφομοίωση των Νέων Χωρών και των προσφύγων με την επίτευξη εθνικής ομοιογένειας μέσα στα οριστικά πια εθνικά σύνορα. Ο βενιζελισμός μετά την καταστροφή αποβλέπει στην ενδυνάμωση του εθνικού κράτους μέσα από τον πραγματισμό, την προσήλωση στο συγκεκριμένο, τον οικονομικό εκσυγχρονισμό, την πολύπλευρη επιδίωξη της ειρήνης. Ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης, μέσω της εδαφικής επέκτασης και της ρομαντικής ιδέας για μια Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, προβάλλεται ως ανεδαφικός και κυρίως ως ανορθολογικός.

Σχετική βιβλιογραφία:

1) Βερέμης Θ.-Δημητρακόπουλος Ο. (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 1980.

2) Mavrogordatos Th. G., Stillborn Republic: Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, Berkeley, University of California Press, 1983.

3) Μαυρογορδάτος Θ. Γ. – Χατζηϊωσήφ Χ. (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1988.

4) Mazower M., Greece and the Inter-war Economic Crisis, Oxford, Clarendon Press, 1991.

5) Φραγκουδάκη Ά., Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και Φιλελεύθεροι Διανοούμενοι, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1977.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Ο Βενιζέλος για άλλους λόγους κάνει τη στροφή. Ακολουθεί ήδη μια πολιτική δημιουργίας ενός άξονα Ιταλίας-Ελλάδας-Τουρκίας.

    Παραθέτω απόσπασμα από ένα άρθρο που αναδημοσιεύσαμε παλιότερα και έχει μια διαφορετική οπτική:

    «Η Συμφωνία του ‘30 και η πολιτική της “Μεγάλης Σιωπής”

    Αργότερα, με μεσολαβητή τον Ιταλό δικτάτορα Μουσολίνι, ο Βενιζέλος θα υπογράψει το 1930 την “Ελληνοτουρκική συνθήκη φιλίας, ουδετερότητος και διαιτησίας” παρά την έντονη αντίδραση των προσφύγων, τους οποίους απείλησε με διώξεις, με το γνωστό Ιδιώνυμο. Δηλαδή, με την κατηγορία του εχθρού του κράτους. Το Ιδιώνυμο είχε ψηφιστεί για να κατασταλεί η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε στην υπογραφή της Συνθήκης επειδή είχε γίνει αποδεκτή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να δημιουργηθεί ένας άξονας Ρώμης-Αθήνας-Άγκυρας και ένα σύστημα τριμερούς συνεργασίας και θα είχε ως βάση ένα σύνολο διμερών συμφωνιών. Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού οράματος υπήρξε η ελληνοτουρκική Συμφωνία της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος. Μέχρι τότε -όσον αφορά το διεθνές δίκαιο- οι περιουσίες των «ανταλλαχθέντων» παρέμεναν υπό την ιδιοκτησία των ιδιοκτητών τους, μόνο που τα δύο κράτη είχαν αποφασίσει να είναι διαχειριστές των περιουσιών αυτών.

    Η συμφωνία του ‘30, μαζί με την υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης, εγκαινίασαν μια νέα εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”. Εφεξής, ο φιλοκεμαλισμός θα ήταν το κοινό συναίσθημα που θα μοιραζόταν οι άνθρωποι της συμπολίτευσης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον ακραίας εκδοχής της. Από το σημείο εκείνο και πέρα, οι πρόσφυγες, φιλοβενιζελικοί στην πλειονότητά τους, θα πορεύονται μόνοι τους σ’ έναν άξενο τόπο….»

    http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/06/06/venizelos/

  2. Ή χρεοκοπημένη Ελλάδα του βενιζέλου πληρώνει 425 000 λίρες Αγγλίας στους μογγόλους ……ως αντάλλαγμα διαμονής Ελλήνων της Πόλης στις εστίες τούς !

    ΜΌΝΟ ή λέξη υποτέλεια μου επέρχεται ….

    (εκ των υστέρων (εκτός από την είσπραξη του ΓΙΓΑΝΤΙΑΊΟΥ ποσού
    απο τς τουρκικές υαινες …) αυτή ή έκφραση ραγιαδισμού ,θεμελιώνει την ΑΙΏΝΙΑ διεκδίκήτικότητα των μογγόλων έως της σήμερον !)

    • Ο Βενιζέλος πλήρωσε, αλλά οι Έλληνες δεν έμειναν στην Πόλη! Τούς ξήλωσαν, ως γνωστόν, πλην μιας μικράς μειονότητος (~2.000 ατόμων) από το 1955 έως το 1963.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: